jump to navigation

Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αφορμή την αναθεώρηση του 2008 23/01/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,
trackback

Πρόλογος(*)

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές ενός διαχρονικού συνταγματικού και άκρως πολιτικού ζητήματος: της αναγκαιότητας -ή όχι- ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στα πλαίσια του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.

Η σχετική συζήτηση, η οποία απασχολεί και διχάζει δημοσιολόγους και πολιτικούς κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, επανήλθε στη σφαίρα των δημόσιων συζητήσεων με αφορμή την πρόταση αναθεώρησης που κατέθεσαν βουλευτές της ΝΔ το 2006. Η εν λόγω πρόταση δεν είχε ευτυχή κατάληξη, με αποτέλεσμα τη μη θέσπιση ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου που θα συγκέντρωνε τον έλεγχο της συνταγματικότητας, κατόπιν τροποποίησης του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Πάντως, δεδηλωμένη είναι η βούληση τόσο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά όσο και του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου προς μια εκ βάθρων συνταγματική αναθεώρηση το 2013, οπότε παρέρχεται το πενταετές κώλυμα της παραγράφου 6 του άρθρου 110 του Συντάγματος. Επομένως, ορατό είναι το ενδεχόμενο να εισβάλει εκ νέου στα πεδία της επιστημονικής και πολιτικής αντιπαράθεσης το ζήτημα της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της συγκεκριμένης μελέτης, στο εισαγωγικό κεφάλαιό της γίνεται μια ευσύνοπτη επισκόπηση στην ιστορική διαδρομή του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Επιπλέον, παρουσιάζεται ακροθιγώς η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη το 1975, ο οποίος κατοχύρωσε μεν τη δομή του παραδοσιακού συστήματος, αλλά καθιέρωσε δε τη δυνατότητα ενός περιορισμένου συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου μέσω της δημιουργίας του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.

Στο δεύτερο μέρος λαμβάνει χώρα μια αναδρομή σε παλαιότερες προτάσεις ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εκκινώντας από τη «βαθειά τομή» του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1963 και προχωρώντας στα δικτατορικά «ψευδοσυντάγματα», καταλήγει ο αναγνώστης στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Κρινόμενες εκ του αποτελέσματος, πρόκειται για αποτυχημένες απόπειρες τροποποίησης του υφιστάμενου τρόπου απονομής της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα.

Αφορμή για την ανάλυση του τρίτου τμήματος αποτέλεσε η τελευταία επίσημη πρόταση κατά την αναθεώρηση που τελικώς ολοκληρώθηκε το 2008, η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων τη μετατροπή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου σε Συνταγματικό Δικαστήριο. Αρχικά, αναφέρονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προκείμενης πρότασης, ενώ παρατίθενται στοιχεία για την πορεία της διαδικασίας και της μεταγενέστερης αποτυχίας του αναθεωρητικού διαβήματος. Στη συνέχεια, ασκείται κριτική σε ορισμένα σημεία τής υπό εξέταση πρότασης και παράλληλα καυτηριάζεται η αδιευκρίνιστη στάση της τότε μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στο επίμετρο, αποδίδεται μια συνολική εικόνα της συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας και εξετάζεται η αλληλεξάρτηση της διεθνούς παραμέτρου με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Τέλος, παρατίθεται μια αρκετά φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική πρόταση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία θα επέφερε ριζοσπαστική ρήξη με το ισχύον σύστημα, αν και σίγουρα δεν θα αποτελούσε πανάκεια για όλες τις ασθένειες του ελληνικού κράτους δικαίου.

1. Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα

1.1. Ιστορική αναδρομή
Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, γίνεται δεκτό στη χώρα μας ότι τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να μην εφαρμόζουν την εκάστοτε κρινόμενη νομοθετική διάταξη, εφόσον διαπιστώνουν ότι δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πράγματι, το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων καθιερώθηκε νομολογιακά τόσο με τη γενέθλια υπ’ αριθμό 23/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου[1], όσο και με την προπομπό αυτής απόφαση 18/1871 του ίδιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί παρεμπιπτόντως ότι η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει αν ένας νόμος είναι ισχυρός, όταν φέρει όλους τους τύπους που απαιτεί το Σύνταγμα, εκτός αν ο νόμος είναι προφανώς αντίθετος προς το Σύνταγμα.

Έκτοτε, όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας και βαθμού τήρησαν την ίδια στάση ακολουθώντας ένα σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου[2]. Όμως, η εν λόγω αρμοδιότητά τους να ελέγχουν και να μην εφαρμόζουν νόμο στην περίπτωση που κρινόταν από αυτά ως αντισυνταγματικός δεν έβρισκε έρεισμα σε κάποια ρητή συνταγματική διάταξη, καθώς σε ορισμένα συνταγματικά κείμενα, όπως το Σύνταγμα του 1952, δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόβλεψη[3]. Αυτή η νομολογιακή πρακτική εδραζόταν κυρίως στον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος[4] και στην υπεροχή του έναντι των κοινών νόμων, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική αρχή lex superior derogat legi inferiori[5].

Αρκετά χρόνια αργότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας στην εναρκτήρια υπ’ αριθμό 1/1929 απόφασή του[6] διατύπωσε με «τρόπο πανηγυρικό και αναντίρρητο την αμετάκλητη πρόθεσή του να ενεργεί σαν να είναι συνταγματικό δικαστήριο»[7]. Εν προκειμένω, αντλώντας την εξουσία του παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από την ερμηνευτική δήλωση του άρ. 5 Συντ1927, το οποίο αναφερόταν στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης[8], προέβη σε ακύρωση διοικητικής πράξης ως αντισυνταγματικής[9].

Ωστόσο, καθόλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα και μέχρι τη Μεταπολίτευση, τα ελληνικά δικαστήρια παρέμειναν αρκετά διστακτικά στην άσκηση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, «με αποτέλεσμα η προστασία των ελευθεριών απέναντι σε νομοθετικές αυθαιρεσίες να εμφανίζεται ενίοτε ελλιπής και προβληματική»[10].

1.2. Το Σύνταγμα του 1975
Ο συντακτικός νομοθέτης ρύθμισε διεξοδικά το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στο Σύνταγμα του 1975. Τάχθηκε υπέρ του συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου τυποποιώντας την πάγια πλην σπανίζουσα πρακτική μη εφαρμογής των αντισυνταγματικών νόμων από τα ελληνικά δικαστήρια.

Ειδικότερα, θεμελιώθηκε ρητά πλέον στο άρ. 93 παρ. 4 Συντ1975 ότι «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα»[11], ενώ θεσπίστηκε το άρ. 87 παρ. 2 Συντ1975 που ορίζει ότι «οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος»[12].

Ωστόσο, με το Σύνταγμα του 1975 καθιερώθηκε για πρώτη φορά και ένα σύστημα συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων: προβλέφθηκε στο άρ. 100 Συντ1975 η δημιουργία Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο αφενός συγκέντρωσε τις αρμοδιότητες του Εκλογοδικείου του άρ. 73 Συντ1952[13] και του Δικαστηρίου Συγκρούσεως Καθηκόντων του άρ. 85 Συντ1952[14], αφετέρου απέκτησε τη δυνατότητα να αίρει την αμφισβήτηση για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, όταν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ως προς αυτό τουλάχιστον δύο εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων[15]. Με τον τρόπο αυτό, ενώ μεν επιβεβαιώθηκε η υπεροχή του παραδοσιακού συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου, θεσμοθετήθηκε δε ένα περιορισμένο και παράλληλο σύστημα συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που ασκείται από το ΑΕΔ, προκειμένου να επιτευχθεί η επιζητούμενη ασφάλεια δικαίου μέσω της διασφάλισης της ενότητας της νομολογίας[16].

Συνεπώς, ορθά υποστηρίζεται ότι, κατόπιν της συνταγματικής αναθεώρησης του 1975, ισχύει στην Ελλάδα ένα κατά βάση μικτό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, λόγω της θέσπισης του ΑΕΔ και της δυνατότητάς του να ασκεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις συγκεντρωτικό και κατ’ ουσία αφηρημένο έλεγχο[17]. Πάντως, ο συντακτικός νομοθέτης απέφυγε να ακολουθήσει την παρατηρούμενη σε πλείστες ευρωπαϊκές -και όχι μόνο- χώρες τάση για ίδρυση ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου, επιφορτισμένου με την επίλυση συνταγματικών διαφορών[18], καθώς το ΑΕΔ πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί Συνταγματικό Δικαστήριο τόσο λόγω της σύνθεσής του όσο και εξαιτίας των περιορισμένων δυνατοτήτων του.

2. Το ζήτημα της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου

Μέχρι τη συνταγματική διευθέτηση του ζητήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων το 1975, σπάνια γινόταν λόγος για καθιέρωση ενός διαφορετικού συστήματος διάρθρωσης της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Η πρώτη απόπειρα ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου πραγματοποιήθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέσω της επονομαζόμενης «βαθειάς τομής» (2.1), ενώ ακολούθησαν τα δικτατορικά συνταγματικά κείμενα, τα οποία προέβλεπαν τη λειτουργία ενός τέτοιου ανώτατου δικαστηρίου, αλλά δεν τέθηκαν ποτέ σε ισχύ (2.2).

Στη συνέχεια, η συζήτηση περί ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου επανήλθε στην επικαιρότητα κυρίως μετά την περιβόητη «ψήφο Αλευρά» και το θέμα διορισμού πρωθυπουργού το 1989, αλλά το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε στα πλαίσια της αναθεώρησης του Συντάγματος που ξεκίνησε το 1997 και ολοκληρώθηκε το 2001. Τότε επαναδιατυπώθηκε από βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης η ανάγκη για σύσταση ενός δικαιοδοτικού οργάνου αρμόδιου για την επίλυση μείζονος σημασίας συνταγματικών διαφορών (2.3).

2.1. Η «βαθειά τομή» της ΕΡΕ
Η πρόταση «περί αναθεωρήσεως μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος»[19], η οποία κατατέθηκε από 26 βουλευτές της κυβερνώσας ΕΡΕ στις 21 Φεβρουαρίου 1963, προέβλεπε τη σύσταση «Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου». Το εν λόγω δικαστήριο θα επωμιζόταν ορισμένες από τις αρμοδιότητες που αποδόθηκαν μετέπειτα από το Σύνταγμα του 1975 στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ αυτών η κρίσιμη αρμοδιότητα της άρσης αμφισβήτησης για την έννοια ή τη συνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου, όταν προκύπτουν αντίθετες αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων.

Συγκεκριμένα, το προτεινόμενο δικαστήριο θα απαρτιζόταν από μέλη του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας και θα επιφορτιζόταν με τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών. Ακόμα, θα συγκέντρωνε τις ήδη υφιστάμενες αρμοδιότητες που είχαν άλλα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα του 1952 ειδικά δικαστήρια ως προς την άρση των συγκρούσεων μεταξύ δικαστηρίων, έχοντας ως παράλληλη στόχευση την αποκατάσταση της ενότητας της νομολογίας μεταξύ των ανώτατων δικαστηρίων.

Επιπροσθέτως, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο θα αποκτούσε την εξουσία να θέτει εκτός νόμου αλλά και να διαλύει πολιτικά κόμματα, τα οποία επιδίωκαν την ανατροπή του πολιτεύματος[20], ενώ θα διαπίστωνε τις περιπτώσεις κατάχρησης των ατομικών δικαιωμάτων, με συνέπεια την επαγόμενη αποστέρηση του καταχραστή από αυτά τα δικαιώματα. Αυτά τα σημεία της πρότασης προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις, αν και -λόγω της αρνητικής έκβασης της διαδικασίας- δεν έτυχαν περαιτέρω νομοτεχνικής επεξεργασίας[21].

Ουσιαστικά, επρόκειτο για «κακέκτυπο συνταγματικού δικαιοδοτικού οργάνου»[22], καθώς δεν προβλεπόταν ούτε ο έλεγχος συνταγματικότητας και η εξουσία ακύρωσης των αντισυνταγματικών νόμων, ούτε η επίλυση των «οργανωτικών» συνταγματικών διαφορών, όπως σχετικά με το σχηματισμό και τη διάλυση της κυβέρνησης ή τον διορισμό και την παύση των υπουργών. Εξάλλου, η προκείμενη προσπάθεια της συνταγματικής αναθεώρησης έπεσε στο κενό, παρά το συσχετισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων που έδειχνε ότι η υποστήριξη της πρότασης από 200 τουλάχιστον βουλευτές -απαιτούμενη πλειοψηφία κατά το άρ. 108 Συντ1952- ήταν στόχος πολιτικά εφικτός[23]. Εξαιτίας της σφοδρής σύγκρουσης του κυβερνώντος κόμματος με την αντιπολίτευση και των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων του στέμματος στη διαχείριση της εξουσίας, οι οποίες οδήγησαν στη φυγή του Καραμανλή στο εξωτερικό, δεν είχε καταστεί πάντως δυνατή η διεξαγωγή σοβαρού διαλόγου για το Συνταγματικό Δικαστήριο, ούτε μπορεί να ασκηθεί κριτική στην πρόταση αυτή πλήρως αποστασιοποιημένη από τις τεταμένες πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής.

2.2. Τα δικτατορικά «ψευδοσυντάγματα»
Μια ακόμη απόπειρα εισαγωγής του θεσμού του Συνταγματικού Δικαστηρίου έγινε με τα δύο δικτατορικά συνταγματικά κείμενα του 1968 και του 1973[24], τα οποία εν πολλοίς περιείχαν αρκετά κοινά σημεία σε σχέση με την προαναφερθείσα πρόταση της ΕΡΕ.

Ειδικότερα, το δικαστήριο θα αποφαινόταν για την έννοια και την έκταση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του αρχηγού του κράτους, της Βουλής και της κυβέρνησης[25]. Επίσης, ανάμεσα στις αρμοδιότητές του, οι οποίες συστηματοποιήθηκαν στο ν.δ. 803/1971 «περί Συνταγματικού Δικαστηρίου»[26], συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ άλλων ο έλεγχος των βουλευτικών εκλογών, η άρση της αμφισβήτησης για τη συνταγματικότητα διάταξης νόμου με αφορμή την έκδοση αντίθετων αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων και πρωτίστως ο διαρκής έλεγχος «επί της εν γένει λειτουργίας των κομμάτων», καθώς και η δυνατότητα διάλυσής τους[27].

Επαναφέροντας ένα αμφιλεγόμενο σημείο της «βαθειάς τομής», το Συνταγματικό Δικαστήριο της χούντας αναλάμβανε περαιτέρω την εξουσία να διαπιστώνει την κατάχρηση ορισμένων δικαιωμάτων, όπως του ασύλου της κατοικίας, της ελευθερίας της έκφρασης, του απορρήτου της ανταποκρίσεως, του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, αλλά και της ιδιοκτησίας, και να επιβάλει ως κύρωση τη στέρηση των ίδιων ή όλων των συνταγματικά προβλεπόμενων δικαιωμάτων του παραβάτη, εφόσον ο τελευταίος προέβαινε στην κατάχρηση «δια ν’ αγωνισθεί εναντίον του κρατούντος πολιτεύματος ή των ατομικών ελευθεριών ή ν’ απειλήση την εθνικήν ανεξαρτησίαν και εδαφικήν ακεραιότητα του Κράτους»[28].

Μαζί με τα ανωτέρω, αν συνυπολογίσει κανείς και το γεγονός πως τα μέλη του συγκεκριμένου δικαστηρίου θα διορίζονταν με διάταγμα κατόπιν πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου, θα ήταν ισόβια και θα αποχωρούσαν μόνο με τη συμπλήρωση του 70ού έτους της ηλικίας τους[29], καθίσταται προφανής η βούληση του στρατιωτικού καθεστώτος να πραγματώσει μια χρόνια «συγκαλυμμένη κηδεμόνευση της πολιτικής ζωής»[30].

Αυτή η προσπάθεια της δικτατορίας μπορεί μεν να μην ευοδώθηκε τελικά[31], είχε δε άμεση επιρροή στη συζήτηση περί συνταγματικής δικαιοσύνης σε όλη τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ιδίως στην αναθεώρηση του 1975, οποιαδήποτε αναφορά σε Συνταγματικό Δικαστήριο ξυπνούσε νωπές και δη άσχημες μνήμες, γι’ αυτό και προτιμήθηκε μια περιορισμένη ρήξη στο σύστημα του διάχυτου ελέγχου με τη θέσπιση του ΑΕΔ[32]. Ορθά, επομένως, υποστηρίζεται ότι η πρόβλεψη ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στα χαρακτηριζόμενα και ως «ψευδοσυντάγματα» δυσφήμησε ανεπανόρθωτα(;) τον εν λόγω θεσμό λειτουργώντας αναντίρρητα ως «αρνητικό ιδεολογικό προηγούμενο»[33].

2.3. Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001
Αρκετά χρόνια αργότερα και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1996, ανακινήθηκε η προβληματική γύρω από τη σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου ενόψει της τότε επικείμενης διαπίστωσης της ανάγκης αναθεώρησης του Συντάγματος. Πράγματι, βουλευτές της ΝΔ πρότειναν την 5η Ιουνίου 1997 την αναθεώρηση των άρ. 93 παρ. 4 και 100 Συντ1975/1986, ώστε κάθε δικαστήριο να έχει υποχρέωση παραπομπής του ζητήματος αντισυνταγματικότητας διάταξης τυπικού νόμου που τίθεται ενώπιόν του στο ΑΕΔ, το οποίο θα μετονομαζόταν σε Συνταγματικό Δικαστήριο. Ως προς τη σύνθεση του προταθέντος δικαστηρίου, αυτή θα παρέμενε ουσιαστικά η ίδια, με μόνη διαφοροποίηση την αύξηση από δύο σε τέσσερις των καθηγητών νομικών σχολών της χώρας, όπως και την πρόβλεψη τριετούς αποκλειστικής απασχόλησης των κληρωθέντων συμβούλων της επικρατείας και αρεοπαγιτών[34].

Στην εν λόγω πρόταση ασκήθηκε έντονη κριτική, κυρίως διότι η Βουλή δεν αποκτούσε καμία αρμοδιότητα συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής των μελών του δικαστηρίου, η πλειοψηφία των οποίων θα προερχόταν με κλήρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο. Επιπροσθέτως, τονίστηκε η ταυτόχρονη υποβάθμιση των τριών ανώτατων δικαστηρίων στη διαδικασία ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, καθώς αυτά προσπερνούνταν προς όφελος του Συνταγματικού Δικαστηρίου[35].

Όπως ήταν αναμενόμενο λόγω και του κοινοβουλευτικού συσχετισμού δυνάμεων, η συγκεκριμένη πρόταση των βουλευτών της αξιωματικής αντιπολίτευσης συζητήθηκε, αλλά δεν έλαβε την απαιτούμενη πλειοψηφία των 3/5 ή έστω την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών, σύμφωνα με το άρ. 110 παρ. 2-4 Συντ1975/1986 κατά τις δύο διεξαχθείσες στην ολομέλεια ψηφοφορίες[36].

Αντίθετα, υπερψηφίστηκε η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για προσθήκη διάταξης στο άρ. 100 Συντ1975/1986, μέσω της οποίας προβλέφθηκε ότι τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας παραπέμπονται υποχρεωτικά από τα τμήματα στις οικείες ολομέλειες των τριών ανώτατων δικαστηρίων, με αποτέλεσμα την εισαγωγή της στη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή και τη διαμόρφωση της ισχύουσας παρ. 5 του άρ. 100 Συντ1975/1986/2001[37]. Στόχος της προκείμενης ρύθμισης υπήρξε η αντιμετώπιση του φαινομένου, το οποίο παρατηρούνταν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου ολιγομελή τμήματα, ακόμη και πενταμελούς σύνθεσης, αποφάσιζαν αμετάκλητα για την αντισυνταγματικότητα και συνεπώς τον παραμερισμό διάταξης τυπικού νόμου, χωρίς να παραπέμπουν το ζήτημα στην ολομέλεια – πολλάκις ούτε στην επταμελή σύνθεση[38]. Η πρακτική αυτή, που διαπιστώθηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργείται η ακόλουθη ανισότητα: σε περίπτωση έκδοσης αντίθετων αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων με αποτέλεσμα να άγεται η υπόθεση ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, πιθανό ήταν η κρίση του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου να προέρχεται από την ολομέλεια, ενώ η αντίστοιχη του Συμβουλίου της Επικρατείας από ολιγομελή σχηματισμό[39].

Στην πραγματικότητα, όμως, η νέα διάταξη έχει σαφώς μικρό βεληνεκές από τη στιγμή που η τυχόν κρίση περί αντισυνταγματικότητας νόμου από ένα εκ των τριών ανώτατων δικαστηρίων, έστω και σε σχηματισμό ολομέλειας, δεν ισχύει erga omnes, ούτε καθιστά τη νομοθετική διάταξη ανίσχυρη[40]. Επομένως, εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι η πλειοψηφία του ελληνικού Κοινοβουλίου προτίμησε αφενός να αποφύγει -και τότε- μια ευρύτερη ρήξη με το σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και αφετέρου να παραπέμψει στο μέλλον τη συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.

3. Η συζήτηση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά την αναθεώρηση του 2008

Στα μέσα του 2006 και μόλις παρήλθε το πενταετές κώλυμα του άρ. 110 παρ. 6 Συντ1975/1986/2001 από την προηγούμενη συνταγματική τροποποίηση, η κυβερνώσα παράταξη και το κόμμα της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέθεσαν εκ νέου ολοκληρωμένες προτάσεις αναθεώρησης συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος. Πάντως, μόνο στην πρόταση της ΝΔ συμπεριλαμβανόταν πρόβλεψη για μετατροπή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου σε Συνταγματικό Δικαστήριο (3.1), ενώ αντίθετα το ΠΑΣΟΚ δεν διαπίστωσε ανάγκη αναθεώρησης των κρίσιμων άρ. 100 και 93 παρ. 4 Συντ1975/1986/2001 (3.4).

3.1. Η πρόταση της ΝΔ[41]
Στην αναθεωρητική πρόταση που υπέβαλαν βουλευτές της ΝΔ στις 11 Μαΐου 2006 επαναφέρεται το ζήτημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Αναλύονται επιγραμματικά τα μειονεκτήματα του ισχύοντος συστήματος ελέγχου, τα οποία εντοπίζονται στην αβεβαιότητα και ανασφάλεια δικαίου που δημιουργείται από τη συνύπαρξη αντίθετων δικαστικών κρίσεων σχετικά με τη συνταγματικότητα ενός νόμου[42], καθώς και στην υπέρμετρα καθυστερημένη κήρυξη της αντισυνταγματικότητας μιας νομοθετικής διάταξης, που συνήθως προκαλεί ανατροπές σε υφιστάμενες καταστάσεις και αποδοθέντα δικαιώματα στους πολίτες θίγοντας τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των τελευταίων[43]. Παράλληλα αναπτύσσεται και το πρόβλημα διαμόρφωσης πάγιας νομολογίας του ΑΕΔ, πρωτίστως εξαιτίας της συχνής μεταβολής της σύνθεσής του[44]. Σαφής επιδίωξη της θέσπισης και λειτουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είναι παρά «η σύζευξη των πλεονεκτημάτων του διάχυτου με το συγκεντρωτικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων με σεβασμό στη διατήρηση της εθνικής μας συνταγματικής παράδοσης»[45].

Κεντρική ιδέα της εξεταζόμενης πρότασης αποτελεί, όπως συνέβαινε και στην προηγούμενη πρόταση του 1997, η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου και η υποχρέωση παραπομπής σε αυτό των δικαστηρίων της κύριας υπόθεσης όταν διαπιστώνουν ότι η εφαρμοστέα διάταξη είναι αντισυνταγματική[46]. Βέβαια, η νέα πρόταση εισάγει και την εξής καινοτομία: ενώ διατηρείται η αρμοδιότητα όλων των δικαστηρίων -κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας- να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης και κρίνει ότι καλείται να εφαρμόσει αντισυνταγματικό νόμο δεν απευθύνεται αμέσως στο συνταγματικό δικαστήριο, αλλά πρώτα παραπέμπει στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, αν και η ολομέλεια της αντίστοιχης δικαιοδοσίας του παραπέμποντος δικαστηρίου διαπιστώσει την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης, τότε με τη σειρά της υποχρεούται να παραπέμψει στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο θα έχει και τον τελικό έλεγχο. Συνεπώς, προτείνεται ένα σύστημα διπλής παραπομπής, το οποίο στοχεύει στην κάμψη κατά το δυνατόν των προβαλλόμενων αντιρρήσεων περί υποβάθμισης της συμμετοχής των ανώτατων δικαστηρίων στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, που θα λάμβανε χώρα με την απευθείας παραπομπή της υπόθεσης στο Συνταγματικό Δικαστήριο[47].

Όσον αφορά στη συγκρότηση του προτεινόμενου δικαστηρίου, γίνεται λόγος για σταθερή σύνθεσή του χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου ανάδειξης των δικαστών, του χρόνου της θητείας και του ακριβή αριθμού τους. Επίσης, δεν αναφέρεται αν οι συγκεκριμένοι δικαστές θα απασχολούνται αποκλειστικά στο δικαστήριο, εν αντιθέσει με ό,τι ισχύει στο ΑΕΔ[48].

3.2. Η αναθεωρητική διαδικασία
Όπως προαναφέρθηκε, η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης άρχισε με την κατάθεση των προτάσεων των δύο μεγαλύτερων κοινοβουλευτικών παρατάξεων. Η έναρξη του ευρύτερου διαλόγου πάνω στις προτάσεις αυτές έγινε στις 13 Δεκεμβρίου 2006 με την κατά το άρ. 119 ΚτΒ συζήτηση στην επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος. Οι εργασίες της επιτροπής ολοκληρώθηκαν την 1η Φεβρουαρίου 2007 με την κατά πλειοψηφία εισήγηση της αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων στην ολομέλεια, ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και το άρ. 100 Συντ1975/1986/2001.

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 14 Φεβρουαρίου, ξεκίνησαν οι εργασίες στην ολομέλεια της Βουλής που ολοκληρώθηκαν μια εβδομάδα αργότερα. Η πρώτη κατ’ άρ. 110 παρ. 2 Συντ1975/1986/2001 ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου, όπου αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η σύμφωνη με την επιτροπή ανάγκη αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων. Ως προς την πρόταση του τότε κυβερνώντος κόμματος για αναθεώρηση του άρ. 100 Συντ1975/1986/2001, αυτή υπερψηφίστηκε από 159 βουλευτές, καταψηφίστηκε από 8, ενώ 4 βουλευτές δήλωσαν παρόντες.

Μετά από το προβλεπόμενο στο Σύνταγμα διάστημα ενός μηνός επαναλήφθηκε η δεύτερη ψηφοφορία, προκειμένου να διαπιστωθεί εκ νέου η ανάγκη αναθεώρησης και να καθοριστούν οι αναθεωρητέες διατάξεις. Έτσι, στις 29 Μαρτίου διεξήχθη η εν λόγω διαδικασία και την πρόταση της ΝΔ ψήφισαν αυτή τη φορά 160 βουλευτές, την καταψήφισαν 8 και δήλωσαν παρόντες 3 βουλευτές. Όπως είναι προφανές, διαπιστώθηκε αφενός η ανάγκη αναθεώρησης του άρ. 100 (σε συνδυασμό με το άρ. 93 παρ. 4) Συντ1975/1986/2001 με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, αλλά δεν συγκεντρώθηκε αφετέρου η απαιτούμενη πλειοψηφία των 3/5 που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 110 Συντ1975/1986/2001.

Επομένως, βάσει της παρ. 4 του τελευταίου άρθρου, η αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών για την αναθεώρηση της κρίσιμης διάταξης χρειαζόταν να επιτευχθεί στην επόμενη Βουλή, η οποία θα προέκυπτε από τις ενδιάμεσες εκλογές. Εν προκειμένω, η Βουλή που διαμορφώθηκε έπειτα από τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 λειτούργησε κατά την Α’ Σύνοδό της ως Η’ Αναθεωρητική Βουλή με τη συμμετοχή 197 βουλευτών, μετά την αποχώρηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ από τις αναθεωρητικές εργασίες[49]. Η επιτροπή αναθεώρησης υπέβαλε την τελική έκθεσή της στην ολομέλεια, όπου η πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου μέσω της αναθεώρησης του άρ. 100 Συντ1975/1986/2001 στις 27 Μαΐου 2008 κατέστη ατελέσφορη, καθώς ψηφίστηκε από τους βουλευτές της ΝΔ συγκεντρώνοντας και πάλι μόνο την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών.

3.3. Κριτική στην πρόταση αναθεώρησης
Προβαίνοντας στην αξιολόγηση της πρότασης της ΝΔ περί ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, αναγκαίο είναι να σημειωθούν ορισμένες παρατηρήσεις: πρώτον, η συγκεκριμένη πρόταση συνιστά ένα ενμέρει πισωγύρισμα σε σχέση με την αντίστοιχη πρόταση του ίδιου κόμματος, που είχε υποβληθεί ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001[50]. Με την εισαγωγή του συστήματος διπλής παραπομπής και όχι της απευθείας παραπομπής από το δικαστήριο της κύριας δίκης στο Συνταγματικό Δικαστήριο, προχωρεί σε μια ανεπαρκώς αιτιολογημένη παραχώρηση προς τα ανώτατα δικαστήρια αποδίδοντας καίριο ρόλο στο πλαίσιο ελέγχου της συνταγματικότητας στις ολομέλειες αυτών.

Με τον τρόπο αυτό, σαφώς επιδιώκεται ο κατευνασμός των αντιδράσεων εκ μέρους κυρίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έχει εκφραστεί επανειλημμένως αρνητικά στο ενδεχόμενο σύστασης Συνταγματικού Δικαστηρίου[51]. Ωστόσο, πικρό αντίτιμο αυτής της υποχρεωτικής συμμετοχής της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει η de facto δικονομική καθυστέρηση απόδοσης της δικαιοσύνης, μέσω της παρεμβολής δύο ή και περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η (αντι)συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου[52]. Επομένως, ενδέχεται να πληγεί περαιτέρω η ήδη πολύπαθη έννοια της οικονομίας της δίκης, καθώς είναι πιθανό να προκύψουν νέες υπερβάσεις του εύλογου χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων[53].

Δεύτερον, η υπό εξέταση πρόταση αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη συγκρότηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, τα οποία δεν διευκρινίστηκαν ούτε στις συζητήσεις στην επιτροπή αναθεώρησης ούτε κατόπιν στην ολομέλεια της Βουλής. Για παράδειγμα, δεν έγινε καμία αναφορά στον τρόπο ανάδειξης των δικαστών (αν θα γίνεται με κλήρωση ή με επιλογή από την ολομέλεια της Βουλής, έπειτα από ακρόασή τους και με ειδική πλειοψηφία), στο χρόνο της θητείας τους και στον αριθμό τους, όπως και στην αποκλειστικότητα της απασχόλησής τους. Το μόνο που ακροθιγώς σημειώνεται είναι ότι το δικαστήριο θα έχει «σταθερή σύνθεση»[54].

Τρίτον, στις αρμοδιότητες του προτεινόμενου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν συμπεριλαμβάνεται η επίλυση των λεγόμενων «οργανωτικών» συνταγματικών διαφορών[55]. Συνεπώς, εκτός της δικαιοδοσίας του παραμένουν κρίσιμα ζητήματα, όπως ο έλεγχος του κύρους της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Προέδρου της Βουλής, καθώς και του κύρους των «ρυθμιστικών» προεδρικών διαταγμάτων για τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη εκλογών, το διορισμό πρωθυπουργού και υπουργών. Επίσης, απουσιάζει επιμέρους πρόβλεψη για διεύρυνση της συνταγματικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προς την κατεύθυνση του δικαστικού ελέγχου της τυπικής συνταγματικότητας των νόμων, της συνταγματικότητας των κυβερνητικών πράξεων, όπως και των «interna corporis» του Κοινοβουλίου – προφανώς για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Τέταρτον, παρότι διατυπώθηκαν σκέψεις για την καθιέρωση μιας μορφής αφηρημένου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, προερχόμενες τόσο από τον ιδεολογικό χώρο της κυβέρνησης[56] όσο και από την αξιωματική αντιπολίτευση[57], τέτοιου είδους πρόταση ουδέποτε συζητήθηκε. Ωστόσο, πρέπει να ειπωθεί ότι με την παραπομπή τού υπό ψήφιση ή του ήδη ψηφισμένου νόμου για έλεγχο στο Συνταγματικό Δικαστήριο έπειτα από πρόταση ορισμένου αριθμού βουλευτών, αφενός θα ενισχυόταν η ασφάλεια δικαίου και αφετέρου θα δινόταν και σε βουλευτές της αντιπολίτευσης η δυνατότητα να αμφισβητήσουν ρυθμίσεις για τη συνταγματικότητα των οποίων αμφιβάλλουν[58]. Άλλωστε, η ισχύουσα και προβλεπόμενη από το άρ. 100 ΚτΒ ένσταση αντισυνταγματικότητας έχει ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, καθώς αυτή εναπόκειται στην ψήφο των βουλευτών τού εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, οι οποίοι σπανιότατα επιλέγουν να συγκρουστούν με την κυβερνητική γραμμή.

3.4. Η στάση της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης
Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η στάση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ κατά την τελευταία αναθεωρητική διαδικασία. Στην πρόταση αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος που κατέθεσαν ο πρόεδρος και οι βουλευτές της παράταξης από τον Ιούνιο του 2006, απουσιάζει η πρόβλεψη τροποποίησης του άρ. 100 Συντ1975/1986/2001 και δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα ως προς τη δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Επισήμως, το ΠΑΣΟΚ απέφυγε να τοποθετηθεί στην πρόταση της ΝΔ για εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη ενός ανώτατου ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου, αρμόδιου να συγκεντρώνει τον έλεγχο της συνταγματικής δικαιοσύνης: ούτε θεώρησε αναγκαία την προτεινόμενη αναθεώρηση ούτε όμως απέρριψε ρητά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο, η πρώτη αντίδραση του προέδρου του υπήρξε μάλλον αρνητική[59], παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις στο εσωτερικό του κόμματος[60].

Βέβαια, εξαιτίας της αποχώρησης των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ από τις διαδικασίες της αναθεώρησης ήδη από τις αρχές του 2007 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές μεθοδεύσεις στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές[61], δεν κατέστη εφικτή η αποσαφήνιση της τελικής στάσης του κόμματος απέναντι στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

4. Επίμετρο

4.1. Η συνταγματική δικαιοσύνη σήμερα
Όπως σημειώθηκε ανωτέρω[62], στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί -από το 1975 και έπειτα- ένα μικτό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων: ο έλεγχος είναι καταρχήν διάχυτος σε όλα τα δικαστήρια, παρεμπίπτων και συγκεκριμένος, αλλά και παράλληλα συγκεντρωτικός στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, κύριος και αφηρημένος. Ο συνδυασμός της ίδρυσης του ΑΕΔ και της θεσμοθέτησης ενός περιορισμένου προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος ανατέθηκε σε πολιτικά όργανα της νομοθετικής λειτουργίας, ήτοι στη Βουλή και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας[63], καθώς και σε δύο εκ των τριών ανώτατων δικαστηρίων, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχει ήδη επέλθει μια έστω μερική τομή στο εγχώριο ελεγκτικό σύστημα[64].

Ωστόσο, αυτές οι εξελίξεις δεν έχουν συνοδευτεί από ανάλογα αποτελέσματα κυρίως αναφορικά με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Πράγματι, το ιδιαίτερα αυτοπεριορισμένο ΑΕΔ, αν και εφόσον επιληφθεί μιας υπόθεσης λόγω αντίθετων αποφάσεων περί αντισυνταγματικότητας δύο ανώτατων δικαστηρίων, αποφεύγει τις περισσότερες φορές να ακυρώσει την εφαρμοστέα νομοθετική διάταξη ως αντισυνταγματική, πρωτίστως φοβούμενο την επαγόμενη ανατροπή πολλών διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν βάσει του συγκεκριμένου νόμου και για να μην επιφέρει δυσμενείς κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες[65].

Αντίστοιχα, ο διάχυτος έλεγχος από τα δικαστήρια της ουσίας κρίνεται μάλλον ως αποσπασματικός και συνεπώς ανεπαρκής ώστε να προστατεύσει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών[66]. Θα μπορούσε εύλογα να υποστηρίξει κανείς ότι στα πολιτικά δικαστήρια ως επί το πλείστον παραμελείται ο αυτεπάγγελτος έλεγχος συνταγματικότητας της κρίσιμης νομοθετικής διάταξης, ενώ εξίσου σπάνια προτείνεται κατ’ ένσταση από τους αντιδίκους[67]. Ελαφρώς βελτιωμένη εμφανίζεται η κατάσταση στις ποινικές αποφάσεις, όπου συχνά γίνεται επίκληση της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνει χώρα όμως επιδερμικός έλεγχος και πάντα υπό το αυστηρό πρίσμα του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Πιο ενθαρρυντικά παρουσιάζονται τα μηνύματα στις διοικητικές δίκες, στις οποίες αφενός εντοπίζεται μεγαλύτερη συνάφεια -σε σχέση με τις άλλες δικαιοδοσίες- ως προς το αντικείμενο του ελέγχου[68], αλλά αφετέρου συναντώνται τεράστιες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης που αγγίζουν τα όρια της αρνησιδικίας.

4.2. Ο διεθνής παράγοντας
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων τείνει να διεθνοποιηθεί τα τελευταία χρόνια: ολοένα και περισσότερο τίθενται ζητήματα ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με τους κανόνες του ευρωπαϊκού κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου. Δεδομένο είναι, άλλωστε, ότι στο πλέγμα των συνταγματικών διατάξεων που συνθέτουν τη βάση του δικαστικού ελέγχου περιλαμβάνεται και το άρ. 28 Συντ1975/1986/2001/2008[69].

Αυτή η συνεχώς πυκνότερη διαπλοκή της εσωτερικής συνταγματικής και της υπερεθνικής έννομης τάξης καθιστά απαραίτητη την παρουσία ενός ανώτατου δικαιοδοτικού οργάνου, το οποίο θα συνδιαλέγεται συγκροτημένα και στο όνομα της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών με τα ευρωπαϊκά δικαστήρια ή άλλα διεθνή όργανα. Με τον τρόπο αυτό, δεν θα επιλύονται οι σχετικές διαφορές οριοθέτησης των δύο εννόμων τάξεων μονομερώς από το ΔΕΕ ή το ΕΔΔΑ, τα οποία λειτουργούν κατ’ ανάγκη ως οιονεί «εθνική συνταγματική δικαιοδοσία»[70].

Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το έλλειμμα σταθερών ερμηνευτικών αρχών και θεωριών όσον αφορά στην προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, που οφείλεται στην απουσία σταθερής συνταγματικής νομολογίας, έχει οδηγήσει σε σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων εναντίον της Ελλάδας στο Στρασβούργο στιγματίζοντας τη διεθνή εικόνα της[71].

4.3. Μια φιλόδοξη πρόταση
Ενόψει των δυσλειτουργιών του υπάρχοντος συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων και της έλλειψης αποτελεσματικής συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας, καθίσταται σχεδόν προφανής η ανάγκη εξεύρεσης μιας ριζοσπαστικότερης μεταρρύθμισης. Ανάμεσα στις εδώ προτεινόμενες αρμοδιότητες ενός μελλοντικού Συνταγματικού Δικαστηρίου συμπεριλαμβάνονται: πρώτον, η επίλυση των «οργανωτικών» συνταγματικών διαφορών. Στη δικαιοδοσία του θα μπορούσε ενδεικτικά να υπαχθεί ο έλεγχος του κύρους της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής, καθώς και των «ρυθμιστικών» διαταγμάτων που εκδίδει ο πρώτος[72].

Δεύτερον, η οριστική κατασταλτική κρίση περί αντισυνταγματικότητας ή μη της νομοθετικής διάταξης κατόπιν υποχρεωτικής παραπομπής οποιουδήποτε δικαστηρίου, το οποίο θεωρεί ότι πρόκειται να εφαρμόσει στην επίδικη διαφορά αντισυνταγματικό κανόνα δικαίου[73].

Τρίτον, η διατήρηση από το Συνταγματικό Δικαστήριο όλων των ρητά προβλεπόμενων στο Σύνταγμα αρμοδιοτήτων του σημερινού Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου[74].

Τέταρτον, ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας ψηφισμένου από τη Βουλή νόμου, έπειτα από σχετική αίτηση ορισμένου αριθμού -άνω των 80- βουλευτών[75].

Πέμπτον, η αρμοδιότητα επί ατομικής συνταγματικής προσφυγής. Κάθε πρόσωπο, εφόσον έχει έννομο συμφέρον και ισχυρίζεται ότι προσβάλλεται ατομικό δικαίωμά του, το οποίο προστατεύεται από υπερνομοθετικούς κανόνες δικαίου, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο[76].

Ως προς τη συγκρότησή του, το Συνταγματικό Δικαστήριο θα πρέπει να αποτελείται από 11 ή 13 μέλη με μακρόχρονη, λ.χ. εννιαετή, και μη ανανεώσιμη θητεία. Προτιμητέο είναι η πλειονότητα των μελών να εκλέγεται από τη Βουλή -και όχι από την κυβέρνηση, προκειμένου να μη διαταράσσεται η εσωτερική ισορροπία του σχήματος- με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών και εκλόγιμοι να είναι εν ενεργεία ανώτατοι δικαστές, αλλά και καθηγητές πανεπιστημίου με ειδίκευση στο Δημόσιο Δίκαιο. Μικρότερο αριθμό μελών θα δύνανται να ορίσουν οι ολομέλειες του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου δέον είναι να επιλέγεται κατόπιν ψηφοφορίας ανάμεσα στα μέλη.

Επιπροσθέτως, ενδιαφέρουσα θα ήταν η πρόβλεψη του θεσμού του Επιστημονικού Συμβουλίου[77], το οποίο θα συγκροτείται από ισάριθμα με τους συνταγματικούς δικαστές μέλη και θα είναι αρμόδιο για την προετοιμασία και το φιλτράρισμα των υποθέσεων. Στην επιλογή των συγκεκριμένων μελών μπορεί να δοθεί προτεραιότητα στην κυβέρνηση.

4.4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Οι προτάσεις ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου που έχουν διατυπωθεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, στα πλαίσια της εκάστοτε αναθεώρησης, διστάζουν να προβούν σε μια εκτεταμένη ρήξη με το υφιστάμενο «ερμαφρόδιτο» σύστημα[78]. Στην ουσία πρόκειται για συμβιβαστικές λύσεις, οι οποίες στόχο έχουν να συγκεράσουν όσο το δυνατόν περισσότερες απόψεις τόσο από το δικαστικό και θεωρητικό κλάδο όσο και από την αντίστοιχη κομματική ανθρωπογεωγραφία.

Στις μέρες μας, που η δημοσιονομική κρίση προκαλεί την παρατεταμένη ενδοσκόπηση του εγχώριου πολιτικού συστήματος, παρουσιάζεται ως ευκαιρία η επανεκκίνηση του διαλόγου για μια ευρύτατη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία θα εμπεριέχει και την αλλαγή του συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Ήδη, θετικά διακείμενοι προς αυτή την κατεύθυνση εμφανίζονται οι τωρινοί πολιτικοί ηγέτες, οι οποίοι δείχνουν να αναγνωρίζουν την ανάγκη για νέες μακρόπνοες θεσμικές αλλαγές[79], ενώ η πενταετία από την προηγούμενη αναθεώρηση ολοκληρώνεται τον Μάιο του 2013. Ευκταίο είναι οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, στις οποίες εξάλλου επαφίεται η απόφαση περί ίδρυσης ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και ενόψει των ολοένα εντεινόμενων διεθνών προκλήσεων και των κοινωνικών απαιτήσεων να έρθουν σε ευθεία σύγκρουση ακόμη και με τις ίδιες τις πεποιθήσεις τους.

Σε κάθε περίπτωση, το Συνταγματικό Δικαστήριο ενδέχεται στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του να προβληματίσει, καθώς μπορεί να επηρεάζεται σε κάποιο βαθμό από την πολιτική εξουσία επιβεβαιώνοντας ακόμη και τους φόβους για μια «πολιτικοποιημένη συνταγματική δικαιοσύνη»[80]. Αλλά προϊόντος του χρόνου, βέβαιο είναι ότι οι δικαστές του θα εμπεδώσουν τον καίριο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν και θα αποκτήσουν τον καλώς εννοούμενο «συνταγματικό πατριωτισμό»[81]. Εφόσον αυτό το ειδικό δικαιοδοτικό όργανο περιβληθεί με εμπιστοσύνη και διασφαλιστεί -έστω σταδιακά- η ανεξαρτησία του, θα αποτελέσει ένα ισχυρό θεσμικό αντίβαρο ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικότερα τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών, τα οποία βάλλονται αλλεπάλληλα τόσο από γηγενείς όσο και από εξωτερικούς παράγοντες.

Αναμφισβήτητα, όμως, ένα Συνταγματικό Δικαστήριο δεν πρόκειται να βάλει από μόνο του ταφόπλακα στο επονομαζόμενο «ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου»[82], αλλά ίσως να αποτελέσει μια κάποια λύσις.


(*) Η ανωτέρω εργασία παραδόθηκε γραπτώς στους διδάσκοντες καθηγητή Κ. Χρυσόγονο, επίκουρους καθηγητές Ι. Καμτσίδου, Π. Μαντζούφα και λέκτορα Α. Καϊδατζή, στα πλαίσια του μαθήματος του Συνταγματικού Δικαίου του ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ. για το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Εντάσσεται στην ευρύτερη θεματική του α’ έτους με τίτλο: «Δικαστικός έλεγχος της νομοθεσίας – Ο νόμος απέναντι στο Σύνταγμα, το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο».

[1] ΑΠ 23/1897, Θέμις, Η’, σ. 329: «Όταν διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδη διάταξιν αυτού, (…) δικαιούται το δικαστήριον να μη εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει». Πρβλ. ΕφΑθ 1817/1893, Θέμις, Ε’, σ. 615 και ΕφΑθ 1710/1892, Θέμις, Ε’, σ. 5, όπου επίσης ασκήθηκε έλεγχος της συνταγματικότητας νομοθετικής διάταξης.

[2] Βλ. Σκουρή/Βενιζέλου, Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, Αθήνα-Κομοτηνή: 1985, σ. 25.

[3] Αντιθέτως, ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων ήδη (1907) προβλεπόταν ρητά στο άρ. 96 του Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας, που όριζε ότι: «Τα δικαστήρια οφείλουν να μη εφαρμόζουν νόμον αντισυνταγματικόν».

[4] Βλ. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: 2004, σ. 456 επ. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι πρόκειται για «συμπληρωματικό συνταγματικό έθιμο», που δημιουργήθηκε το πρώτον με την ΑΠ 23/1897. Συμφωνεί ο Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, ΙΙ, 12η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή: 2006, σ. 54.

[5] Έτσι ο Τσιλιώτης, «Η πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα: Τομή στο ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ή “ώδινεν όρος και έτεκε μυν”;», ΕφημΔΔ, 2/2007, σ. 242.

[6] ΣτΕ 1/1929, Θέμις, Μ’, σ. 361.

[7] Μανιτάκης, «Ιστορικά γνωρίσματα και λογικά προαπαιτούμενα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα», ΤοΣ, 1/2003, σ. 25.

[8] Άρ. 5 Συντ1927: «Η δικαστική εξουσία ασκείται υπό Δικαστηρίων ανεξαρτήτων, υποκειμένων μόνον εις τους νόμους. Αι δικαστικαί αποφάσεις εκδίδονται και εκτελούνται εν ονόματι της Ελληνικής Δημοκρατίας». Ερμηνευτική δήλωση: «Η αληθής έννοια της διατάξεως είναι ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόζουν νόμον, ούτινος το περιεχόμενον αντίκειται προς το Σύνταγμα». Αποτελεί τη μοναδική -έως το 1975- ρητή συνταγματική αναφορά στη συγκεκριμένη υποχρέωση των δικαστηρίων, ενώ το γεγονός πως μεθοδεύθηκε νομοτεχνικά με την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης υποδηλώνει ότι ο συντακτικός νομοθέτης θεωρούσε ήδη σχεδόν αυτονόητη την αρμοδιότητα των δικαστηρίων να ασκούν παρεμπίπτοντα έλεγχο συνταγματικότητας. Έτσι οι Σκουρής/Βενιζέλος, Ο δικαστικός έλεγχος…, ό.π., σ. 25.

[9] Συγκεκριμένα, το ΣτΕ ακύρωσε πράξη απόλυσης αρχιφύλακα της Αστυνομίας Πόλεων, διότι κρίθηκε παρεμπιπτόντως ότι η συγκρότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου που την αποφάσισε ήταν αντίθετη στο άρ. 114 Συντ1927.

[10] Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον της Συνταγματικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, σε: Βενιζέλου/Χρυσόγονου, Το πρόβλημα της Συνταγματικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ. 52-53, ο οποίος επικρίνει τη δικαστική ανοχή απέναντι στις συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα της μετεμφυλιακής περιόδου – το λεγόμενο «παρασύνταγμα».

[11] Αξιοσημείωτη είναι η ομοιότητα της διάταξης με την ερμηνευτική δήλωση του άρ. 5 Συντ1927, βλ. παραπάνω, υποσ. 8.

[12] Η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφορά άμεσα τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, αλλά θεωρείται συμπληρωματικού προς το άρ. 93 παρ. 4 Συντ1975 χαρακτήρα καταλαμβάνοντας εξαιρετικές και ανώμαλες για το πολίτευμα καταστάσεις, βλ. μεταξύ άλλων Σκουρή/Βενιζέλου, Ο δικαστικός έλεγχος…, ό.π., σ. 14 επ. και ιδίως 49.

[13] Άρ. 100 παρ. 1 στοιχ. α’-γ’ Συντ1975: «Συνιστάται Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται: α) Η εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58. β) Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. γ) Η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγραφος 2 και 57».

[14] Άρ. 100 παρ. 1 στοιχ. δ’ Συντ1975: «Η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων».

[15] Άρ. 100 παρ. 1 στοιχ. ε’ Συντ1975: «Η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι’ αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

[16] Βλ. Τσιλιώτη, «Απολογισμός της υπερεκατονταετούς εφαρμογής του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ενόψει της συζήτησης για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα – Quo vadis?», ΤοΣ, 4/2006, σ. 1127.

[17] Έτσι ο Κασιμάτης, Συνταγματική Δικαιοσύνη, Αθήνα-Κομοτηνή: 1999, σ. 32 επ. και 39, ο οποίος χαρακτηρίζει τη συνταγματική δικαιοδοσία του ΑΕΔ ως «υβριδική μορφή συγκεντρωτικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας». Αντίστοιχα, ο Βενιζέλος, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σε: Βενιζέλου/Χρυσόγονου, Το πρόβλημα της Συνταγματικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ. 11 επ. (= ΤοΣ, 1/2006, σ. 35 επ.), θεωρεί «διφυές» το ελληνικό σύστημα.

[18] Βλ. Χρυσόγονου, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 49 και ιδίως 69 επ., ο οποίος κάνοντας μια συγκριτική επισκόπηση στα 23 κράτη μέλη της Ε.Ε. -αφαιρουμένης της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο στερείται τυπικού Συντάγματος- παρατηρεί ότι 19(!) διαθέτουν συνταγματικό δικαιοδοτικό όργανο, οι τρεις χώρες της Σκανδιναβίας εμμένουν στο διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο, ενώ στην Ολλανδία απαγορεύεται ρητά ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων.

[19] Η πρόταση παρατίθεται αυτούσια σε: Παντελή/Κουτσουμπίνα/Γεροζήση (επιμ.), Κείμενα Συνταγματικής Ιστορίας (δεύτερος τόμος, 1924-1974), Αθήνα-Κομοτηνή: 1993, σ. 803 επ., Σβολόπουλου (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, Γεγονότα & Κείμενα, τόμ. 5, Αθήνα: 1995, σ. 556 επ. και σε ηλεκτρονική μορφή στην επίσημη ιστοσελίδα του «Ιδρύματος Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» σε: www.ikk.gr.

[20] Η διάλυση ανατρεπτικών πολιτικών κομμάτων λάμβανε χώρα με απόφαση του εκάστοτε Υπουργικού Συμβουλίου, βάσει του τότε ισχύοντος α.ν. 509/1947 που είχε κυρωθεί με το ΜΗ’ Συντακτικό Ψήφισμα της 19ης Απριλίου 1948.

[21] Βλ. Παπαχρήστου, Τα «συνταγματικά» εγχειρήματα της δικτατορίας και το συντακτικό έργο της Μεταπολίτευσης, Αθήνα-Κομοτηνή: 2001, σ. 280.

[22] Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 103, ο οποίος κάνει λόγο για «απόπειρα εισαγωγής ακόμη περισσότερων αυταρχικών στοιχείων, περιβεβλημένων με δικαστικοφανή μανδύα, σε ένα πολίτευμα βεβαρημένο με τις υποθήκες των βασιλικών υπερεξουσιών και του παρασυντάγματος».

[23] Έτσι ο Αναστασιάδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία (1940-1986), β’ έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη: 1998, σ. 99.

[24] Τα «ψευδοσυντάγματα» του 1968 και του 1973 παρατίθενται σε: Μαυριά/Παντελή, Συνταγματικά Κείμενα (τόμος πρώτος), 4η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή: 2007, σ. 215 επ. και 252 επ., αντίστοιχα.

[25] Βλ. άρ. 106 παρ. 1 Συντ1968 και Συντ1973.

[26] Το νομοθετικό διάταγμα παρατίθεται σε: Παντελή/Κουτσουμπίνα/Γεροζήση (επιμ.), Κείμενα Συνταγματικής Ιστορίας, ό.π., σ. 1023 επ.

[27] Βλ. άρ. 65, 106 παρ. 2, 58 παρ. 2, 4 και 5 Συντ1968 και Συντ1973 σε συνδυασμό με άρ. 21 παρ. 1 ν.δ. 803/1971.

[28] Βλ. άρ. 24 παρ. 2 Συντ1968 και Συντ1973.

[29] Βλ. άρ. 97 παρ. 1-2 και 98 Συντ1968 και Συντ1973.

[30] Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 104.

[31] Στην πράξη το Συνταγματικό Δικαστήριο της χούντας δεν λειτούργησε ποτέ, ενώ καταργήθηκε με τη Β’ Συντακτική Πράξη της 31ης Δεκεμβρίου 1973 που εξέδωσε η δικτατορία Ιωαννίδη.

[32] Σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1975, βλ. παραπάνω υπό 1.2. Εξάλλου, ούτε στην αναθεώρηση του 1986 δεν έγινε κάποια νύξη στο ζήτημα ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.

[33] Παπαχρήστος, Τα «συνταγματικά» εγχειρήματα της δικτατορίας…, ό.π., σ. 273 επ. και ιδίως 280 επ.

[34] Σχετικά με την προτεινόμενη αναδιαμόρφωση των διατάξεων, καθώς και την ανάλυση και αιτιολόγησή τους, βλ. Βαρβιτσιώτη, Η Ελλάδα μπροστά στο 2000, Αθήνα-Κομοτηνή: 1998, σ. 227 επ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ομοίου περιεχομένου ήταν η πρόταση αναθεώρησης του ίδιου κόμματος, η οποία είχε κατατεθεί στις 20 Μαρτίου 1995, αλλά δεν συζητήθηκε εξαιτίας της πρόωρης διάλυσης της Βουλής τον Αύγουστο του 1996.

[35] Πρβλ. Βενιζέλου, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 23 επ. και Πικραμένου, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων υπό το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος και το πρόβλημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε: Κοντιάδη (επιμ.), Πέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, Αθήνα-Κομοτηνή: 2006, σ. 776 επ., με περαιτέρω ενδείξεις.

[36] Στη σχετική ψηφοφορία της 20ής Μαΐου 1998, η πρόταση της ΝΔ για αναθεώρηση του άρ. 93 παρ. 4 Συντ1975/1986 συγκέντρωσε 100 ψήφους. Αντίστοιχα, η πρόταση για αναθεώρηση της παρ. 1 του άρ. 100 Συντ1975/1986 έλαβε 102 ψήφους, ενώ η πρόταση για αναθεώρηση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου και τη μετατροπή του ΑΕΔ σε Συνταγματικό Δικαστήριο έλαβε 103 ψήφους. Άρα η διαδικασία δεν συνεχίστηκε ούτε σε εκείνη ούτε στην επόμενη Βουλή.

[37] Στις σχετικές ψηφοφορίες της 20ής Μαΐου και 24ης Ιουνίου 1998, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για προσθήκη νέας παραγράφου στο άρ. 100 Συντ1975/1986 συγκέντρωσε 174 ψήφους. Στη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή που προέκυψε μετά τις εκλογές του Απριλίου του 2000, η συγκεκριμένη πρόταση έγινε δεκτή στην τελική ψηφοφορία της 6ης Απριλίου 2001 στην ολομέλεια της Βουλής λαμβάνοντας 267 ψήφους.

[38] Πρβλ. Πικραμένου, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων…, ό.π., σ. 787, ο οποίος τονίζει ότι «στην πραγματικότητα η επίμαχη ρύθμιση υποδηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης στους ανώτατους δικαστές που στελεχώνουν τα τμήματα των Ανωτάτων Δικαστηρίων». Συμφωνεί η Σακελλαροπούλου, «Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων υπό το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος: δικονομική οργάνωση του ελέγχου ή περιορισμός του διάχυτου ελέγχου;», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: 2008, σ. 34-35.

[39] Βλ. Βενιζέλου, Το Αναθεωρητικό Κεκτημένο, Αθήνα-Κομοτηνή: 2002, σ. 363 επ.

[40] Έτσι ο Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 107-108.

[41] Η αιτιολογική έκθεση στην πρόταση της ΝΔ για την αναθεώρηση του άρ. 100 Συντ1975/1986/2001, σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής, έχει ως ακολούθως:

Το άρθρο 100 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε κατά την Αναθεώρηση του έτους 2001, ρυθμίζει τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (εφεξής Α.Ε.Δ.). Στις αρμοδιότητες του Α.Ε.Δ. ανήκει και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις που τάσσει η περίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 100, σύμφωνα με την οποία το Α.Ε.Δ. είναι αρμόδιο για την «άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι’ αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου» καθώς και η νέα παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι «Όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική, παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού. Η ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματισμό και αποφαίνεται οριστικά, όπως νόμος ορίζει. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας».
Εξάλλου, το Σύνταγμα αναφέρεται σε δύο ακόμη περιπτώσεις στον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου από τα δικαστήρια. Πρόκειται, αφ’ ενός για την παράγραφο 2 του άρθρου 87, σύμφωνα με την οποία «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος», αφ’ ετέρου δε για την παράγραφο 4 του άρθρου 93, η οποία προβλέπει ότι «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι το Σύνταγμα υιοθετεί το σύστημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια, με την εξαίρεση ιδίως του άρθρου 100, το οποίο θεσπίζει μια ιδιότυπη μορφή συγκεντρωτικού ελέγχου από το Α.Ε.Δ. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, όλα τα δικαστήρια, όλων των βαθμών και δικαιοδοσιών, είναι αρμόδια να εξετάσουν τη συνταγματικότητα του νόμου, βάσει του οποίου θα εκδικάσουν μια υπόθεση. Εφόσον στο πλαίσιο του παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας κριθεί ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός, αυτό έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή του στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς να συνεπιφέρει και ακύρωσή του. Οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο μπορεί να τον κρίνει συνταγματικό και να τον εφαρμόσει σε άλλη υπόθεση.
Το γεγονός όμως ότι μπορεί να υπάρχουν αντίθετες κρίσεις των δικαστηρίων σχετικά με τη συνταγματικότητα ενός νόμου, κατάσταση που δημιουργεί εύλογη αβεβαιότητα και ανασφάλεια δικαίου, τόσο στους πολίτες όσο και στη Διοίκηση συνιστά, κατά γενική παραδοχή, μειονέκτημα του συστήματος του διάχυτου ελέγχου. Γι’ αυτό, άλλωστε, το άρθρο 100 του Συντάγματος προβλέπει την αρμοδιότητα του Α.Ε.Δ. για την άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι’ αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Περαιτέρω προβληματισμό δημιουργεί επίσης και το γεγονός ότι, σύμφωνα με το σύστημα του διάχυτου ελέγχου, ένας νόμος μπορεί να κριθεί αντισυνταγματικός πολλά χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του, με αναδρομική δύναμη, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται διαμορφωμένες καταστάσεις, να διαψεύδεται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών, αλλά και να δημιουργούνται διόλου ευκαταφρόνητα προβλήματα πρακτικής φύσεως, μεταξύ των οποίων και η υπέρμετρη επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού, που έχει ως περαιτέρω αποτέλεσμα την ανατροπή του οικονομικού προγραμματισμού της εκάστοτε Κυβέρνησης με επαχθείς συνέπειες για τους ίδιους τους πολίτες.
Εξάλλου, η προβλεπόμενη στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος διαδικασία για την αμετάκλητη κρίση της συνταγματικότητας ενός νόμου συνδέεται με τη διεξαγωγή μακρόχρονων δικαστικών αγώνων σε όλους σχεδόν τους βαθμούς της οικείας δικαιοδοσίας – και αρκετές φορές σε δικαστήρια διαφορετικών δικαιοδοσιών – έως ότου εκδοθεί η δικαστική απόφαση που αίρει τη σχετική αμφισβήτηση. Η παρατεταμένη αυτή ανασφάλεια δικαίου δεν μπορεί να συνδυασθεί αρμονικά με την ταυτόχρονη κατοχύρωση του ατομικού δικαιώματος της δικαστικής προστασίας.
Στο πλαίσιο του ανωτέρω προβληματισμού θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και η μεταβλητή σύνθεση των μελών του Α.Ε.Δ., αφού το ανώτατο αυτό δικαστήριο συγκροτείται, στην πλειοψηφία του, από δικαστές που καλούνται κατά περίπτωση και για περιορισμένο χρονικό διάστημα να ασκήσουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας νόμου. Η μεταβλητότητα αυτή δεν ευνοεί τη διαμόρφωση πάγιας νομολογίας από το Α.Ε.Δ.
Προκειμένου, λοιπόν, να αντιμετωπισθούν οι προεκτεθείσες δυσχέρειες εφαρμογής του συστήματος του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, να επιτευχθεί η ταχεία και οριστική κρίση επί των θεμάτων αντισυνταγματικότητας καθώς και η έγκαιρη διάλυση των σχετικών αμφισβητήσεων, προτείνεται η καθιέρωση και στη Χώρα μας ενός ενδιάμεσου συστήματος μεταξύ του διάχυτου ελέγχου και του συγκεντρωτικού ελέγχου, κατά το πρότυπο πολλών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πυρήνα αυτού του μεικτού συστήματος αποτελεί η μετατροπή του Α.Ε.Δ. σε Συνταγματικό Δικαστήριο, η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του σε θέματα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ύστερα από παραπομπή από τις οικείες Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, με ταυτόχρονη διατήρηση της αρμοδιότητας όλων των δικαστηρίων, όλων των βαθμών και δικαιοδοσιών, να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με την παράλληλη όμως υποχρέωσή τους να παραπέμπουν το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας που τυχόν ανακύπτει ενώπιόν τους στην Ολομέλεια του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου. Το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο προτείνεται στο πλαίσιο της αναθεώρησης του άρθρου 100 του Συντάγματος, θα έχει σταθερή σύνθεση και θα αποτελεί τον διάδοχο του Α.Ε.Δ. Διατηρεί δηλαδή όλες τις αρμοδιότητες του Α.Ε.Δ. και, επιπλέον, αποκτά νέες, ουσιαστικές αρμοδιότητες που αφορούν τον τελικό έλεγχο της συνταγματικότητας και της συμβατότητας του τυπικού νόμου προς το διεθνές δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Οι αρμοδιότητες αυτές εισάγουν στην ελληνική έννομη τάξη στοιχεία συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου, τα οποία προσιδιάζουν στην ιδιαιτερότητα της εθνικής μας συνταγματικής έννομης τάξης και παράδοσης.


[42] Πρβλ. Ράντου, «Η αναθεωρητική πρόταση δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 13 επ., ο οποίος ασκώντας κριτική στην πρόταση αυτή ισχυρίζεται ότι «οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν κυριολεκτικώς μια σταγόνα στον ωκεανό (…) του συνόλου των δικαστικών αποφάσεων» και εντοπίζει την πραγματική αιτία της προτεινόμενης αναθεώρησης στις μη αρεστές στην πολιτική εξουσία δικαστικές αποφάσεις, π.χ. σε ζητήματα χωροταξίας και περιβάλλοντος, κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, καθώς και αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων.

[43] Contra o Μανιτάκης, «Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στις συμπληγάδες της συνταγματικής και της κοινής δικαιοσύνης», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 87 επ., που υποστηρίζει ότι η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου θα έχει ως συνέπεια τη σύγχυση και τη δημιουργία προστριβών μεταξύ αυτού και των κοινών δικαστηρίων δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα δικαίου και συνάμα επιβράδυνση στην απονομή της δικαιοσύνης.

[44] Το πρόβλημα αυτό επισημαίνει και ο Γεραρής, «Αναβάθμιση ή μετεξέλιξη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 122-123.

[45] Τσιλιώτης, «Η πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…», ό.π., σ. 252.

[46] Contra ο Μενουδάκος, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 4-5, ο οποίος σημειώνει ότι «τα κοινά δικαστήρια εξακολουθούν να θεωρούνται αξιόπιστα όταν αποφασίζουν υπέρ της συνταγματικότητας» και αποκρούει αυτή την πρόταση «πρωτότυπης και ανορθόδοξης ετεροβαρούς ρύθμισης, με την οποία εισάγεται διαδικασία που εξ αντικειμένου έχει ως συνέπεια να καθίσταται η αρνητική κρίση για τη συνταγματικότητα δυσχερέστερη από τη θετική». Στο ίδιο πνεύμα και ο Ρόζος, «Σημείωμα παρέμβασης στη σχετική συζήτηση», Δ 37, 2006, σ. 816.

[47] Κατά τον ίδιο αναλογικά τρόπο, βάσει της πρότασης, θα πραγματοποιείται και ο έλεγχος συμβατότητας της εφαρμοστέας διάταξης τυπικού νόμου προς το διεθνές δίκαιο, σύμφωνα με το άρ. 28 παρ. 1 Συντ1975/1986/2001.

[48] Πρβλ. Βαρβιτσιώτη, Η αναγκαία αναθεώρηση, Αθήνα-Κομοτηνή: 2006, σ. 84 επ., ο οποίος προτείνει -μεταξύ άλλων- μη ανανεώσιμη εννιαετή θητεία για τα έντεκα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου (τέσσερα ορίζονται από την κυβέρνηση, τέσσερα από τη Βουλή με πλειοψηφία 3/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών και ένας από έκαστη την ολομέλεια του ΣτΕ, του ΑΠ και του ΕΣ), που θα έχουν αποκλειστική απασχόληση και θα συνεπικουρούνται από δέκα «πάρεδρα μέλη».

[49] Σχετικά με τη στάση του ΠΑΣΟΚ, βλ. παρακάτω υπό 3.4.

[50] Σχετικά με την πρόταση που κατατέθηκε τον Ιούνιο του 1997, βλ. παραπάνω υπό 2.3.

[51] Το ΣτΕ πιστεύει ότι η αφαίρεση από τα κοινά δικαστήρια της εξουσίας ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στοιχειοθετεί τη «ριζικότερη δυνατή ανατροπή στο ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα» και θα πλήξει αρχές που συνδέονται με το κράτος δικαίου και με την αποτελεσματικότερη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Βλ. ΟλομΣτΕ 4/2007, Αρμ, 2007, σ. 1395 και ΟλομΣτΕ 5/2006, Αρμ, 2006, σ. 620.

[52] Ο Τσιλιώτης, «Η πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…», ό.π., σ. 253-254, παραθέτει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: εάν η ολομέλεια του ΑΠ -σε αντίθεση προς την απόφαση του κατώτερου παραπέμποντος τακτικού δικαστηρίου- κρίνει τον εφαρμοστέο νόμο συνταγματικό, τότε δεν θα παραπέμψει στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Όμως, από την απόφαση αυτή δεν δεσμεύονται τα δικαστήρια των άλλων δικαιοδοσιών, π.χ. της τακτικής διοικητικής δικαιοσύνης, που μπορούν να κρίνουν τον ίδιο νόμο αντισυνταγματικό. Τότε θα αναγκαστούν να παραπέμψουν στην οικεία ολομέλεια, εν προκειμένω του ΣτΕ, η οποία αν κρίνει το νόμο αντισυνταγματικό, θα πρέπει με τη σειρά της να παραπέμψει στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Αυτό το ενδεχόμενο θα είχε αποφευχθεί αν το Συνταγματικό Δικαστήριο παρεμβαλλόταν απευθείας κατά παραπομπή του τακτικού δικαστηρίου και αποφαινόταν αμετάκλητα επί του ζητήματος αντισυνταγματικότητας.

[53] Πρβλ. Βενιζέλου, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 31, ο οποίος αντιπροτείνει ως μηχανισμό επιτάχυνσης «τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που παραπέμπονται στις Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων ή προκύπτουν σ’ αυτές (…) να εισάγονται και να εκδικάζονται κατά απόλυτη προτίμηση και προτεραιότητα».

[54] Πρβλ. Χρυσόγονου, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 110, ο οποίος αξιολογεί θετικά την πρόβλεψη για σταθερή σύνθεση, διαπιστώνοντας ότι «θα πρόκειται συνεπώς για αυθεντικό ειδικό συνταγματικό δικαιοδοτικό όργανο και όχι για απλή μετονομασία του ΑΕΔ».

[55] «Οργανικές» χαρακτηρίζει αυτές τις διαφορές ο Κασιμάτης, Συνταγματική Δικαιοσύνη, ό.π., σ. 78-79.

[56] Βλ. Βαρβιτσιώτη, Η αναγκαία αναθεώρηση, ό.π., σ. 88-89, που προτείνει επηρεασμένος από το γαλλικό ελεγκτικό σύστημα τον εξής μηχανισμό: εντός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης ενός νόμου στο ΦΕΚ, ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος της Βουλής και εξήντα βουλευτές, εφόσον έχουν αμφιβολίες, μπορούν να παραπέμψουν το νόμο στο Συνταγματικό Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί εντός διμήνου από την ημερομηνία παραπομπής για τη συνταγματικότητά του. «Με αυτόν τον τρόπο, επιλύεται οριστικά και εξαρχής το ζήτημα της συνταγματικότητας μιας αμφισβητούμενης νομοθετικής διάταξης, δεσμεύονται εφεξής όλα τα δικαστήρια, ως προς την ερμηνεία της, και ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου».

[57] Βλ. Βενιζέλου, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 33 επ., ο οποίος υποστηρίζει ότι «η Κυβέρνηση ή τα 2/5 του όλου αριθμού των μελών της Βουλής (120/300) πρέπει να μπορούν να ζητήσουν από το Συνταγματικό Δικαστήριο να επιληφθεί ζητήματος αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου ή ορισμένων διατάξεών του». Ο αφηρημένος αυτός έλεγχος θα κινείται τόσο κατασταλτικά επί ψηφισθέντων και ισχυόντων νόμων όσο και προληπτικά επί σχεδίων ή προτάσεων νόμων, ενώ για λόγους συστηματικότητας και για την ασφάλεια δικαίου, όσοι τυπικοί νόμοι ή διατάξεις τους έχουν καταστεί αντικείμενο αυτού του ελέγχου δεν θα μπορούν πλέον να ελεγχθούν παρεμπιπτόντως.

[58] Βλ. Ματθία, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 114-115, ο οποίος συντάσσεται με τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας ψηφισμένου αλλά όχι δημοσιευμένου στο ΦΕΚ νόμου, κατόπιν αίτησης του Προέδρου της Δημοκρατίας(!), του πρωθυπουργού και πενήντα βουλευτών στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο θα αποφαίνεται οριστικά εντός βραχείας αποκλειστικής προθεσμίας.

[59] Ο Γιώργος Παπανδρέου στη συζήτηση της 29ης Ιουνίου 2006 στην ολομέλεια της Βουλής αναφερόμενος στην πρόταση της ΝΔ για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου τόνισε ότι «είναι η αναθεώρηση ενός φοβικού κυβερνητισμού, ενός πελατειακού κρατισμού, ενός αυταρχικού συγκεντρωτισμού».

[60] Βλ. τη λεπτομερή πρόταση του καθ’ ύλη αρμόδιου σε συνταγματικά ζητήματα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου, σε: Βενιζέλου, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 29 επ. και ιδίως 45 επ., όπου ρητά επικαλείται την αναγκαιότητα μιας ριζοσπαστικής αναθεωρητικής παρέμβασης στο ελληνικό σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, μέσω της δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου.

[61] Πρβλ. Χρυσόγονου, Η Ιδιωτική Δημοκρατία, Θεσσαλονίκη: 2009, σ. 76, ο οποίος θεωρεί ότι η πραγματική αιτία της αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν η διαφωνία του προς τις προτάσεις της ΝΔ, αλλά η συμφωνία(!) κυρίως της ηγεσίας του σε σημαντικό μέρος αυτών, όπως, για παράδειγμα, «ως προς την αναθεώρηση του ιδεολογικά εμβληματικού άρθρου 16».

[62] Βλ. παραπάνω υπό 1.2.

[63] Σχετικά με το λεγόμενο «πολιτικό έλεγχο» της συνταγματικότητας των νόμων, βλ. Κασιμάτη, Συνταγματική Δικαιοσύνη, ό.π., σ. 14-15.

[64] Όσον αφορά γενικά στις μορφές του προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, βλ. Σκουρή/Βενιζέλου, Ο δικαστικός έλεγχος…, ό.π., σ. 11 επ. και Τσιλιώτη, «Απολογισμός της υπερεκατονταετούς εφαρμογής…», ό.π., σ. 1148 επ.

[65] Βλ. Χρυσόγονου, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 59 επ., ο οποίος -μεταξύ άλλων- παρατηρεί ότι «στην πράξη η εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 100 παρ. 1 περ. ε’ Συντ. είναι σπανιότατη και η σημασία της διάταξης έχει μείνει περισσότερο θεωρητική».

[66] Έτσι ο Κασιμάτης, «Σημειώσεις εισαγωγικής ομιλίας», Δ 37, 2006, σ. 814, που χαρακτηρίζει τη μέχρι τώρα συνταγματική νομολογία του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων «αραιή, ανεπαρκή και άναρχη».

[67] Για την ακρίβεια, ζητήματα αντισυνταγματικότητας νόμου συνήθως τίθενται μόνο σε επίπεδο Αρείου Πάγου. Για το συνταγματικό ακτιβισμό του ΑΠ κυρίως σε υποθέσεις που αφορούν δημοσιονομικές παροχές, βλ. Τσιλιώτη, «Η πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…», ό.π., σ. 248, με περαιτέρω ενδείξεις.

[68] Όσον αφορά στην ανώτατη διοικητική δικαιοσύνη, συστηματική παρουσίαση των παραπεμπτικών αποφάσεων των τμημάτων του ΣτΕ κατ’ εφαρμογή του άρ. 100 παρ. 5 Συντ1975/1986/2001, για το διάστημα 2001-2005, εκθέτει ο Πικραμένος, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων…, ό.π., σ. 795 επ. Αντίστοιχα, η Σακελλαροπούλου, «Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων…», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 39 επ. απαριθμεί και κατηγοριοποιεί τις αποφάσεις της ΟλομΣτΕ επί παραπομπής τμημάτων, στη χρονική περίοδο από τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 έως το Μάρτιο του 2007.

[69] Βλ. Βενιζέλου, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 16-17 και 29.

[70] Κασιμάτης, «Σημειώσεις εισαγωγικής ομιλίας», Δ 37, 2006, σ. 814.

[71] Βλ. Χρυσόγονου, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 54-55, με περαιτέρω ενδείξεις.

[72] Έτσι ο Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 120. Contra o Βενιζέλος, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 38-39. Συζητήσιμη, αν και μάλλον ανεδαφική, θα ήταν η πρόβλεψη για δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των κυβερνητικών πράξεων, πόσω μάλλον των «interna corporis» της Βουλής.

[73] Έτσι οι Βαρβιτσιώτης, Η αναγκαία αναθεώρηση, ό.π., σ. 86, Ματθίας, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 115-116 και Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 120-121.

[74] Έτσι οι Βαρβιτσιώτης, Η αναγκαία αναθεώρηση, ό.π., σ. 86, Βενιζέλος, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 30 και 44, Ματθίας, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 117 και Χρυσόγονος, Παρόν και μέλλον…, ό.π., σ. 121.

[75] Πρβλ. τις ανάλογες θέσεις των Βαρβιτσιώτη, Η αναγκαία αναθεώρηση, ό.π., σ. 88-89 (βλ. παραπάνω, υποσ. 56), Βενιζέλου, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 33 επ. (βλ. παραπάνω, υποσ. 57) και Ματθία, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 114-115 (βλ. παραπάνω, υποσ. 58). Ορθό κρίνεται να μην έχει το εν λόγω δικαίωμα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, για να διαφυλαχθεί ο συμβολικός ρόλος του.

[76] Έτσι ο Μπέης, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο ανάμεσα στο δέον, το φαίνεσθαι και το είναι», Δ 37, 2006, σ. 818. Θετικά βλέπει την ατομική προσφυγή, αν και δεν τη θεωρεί αναγκαία, ο Ματθίας, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο», σε: Μανιτάκη/Φωτιάδου (επιμ.), Το Συνταγματικό Δικαστήριο…, ό.π., σ. 117-118. Contra o Βενιζέλος, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου…, ό.π., σ. 32.

[77] Η πατρότητα αυτής της σκέψης ανήκει στον Μπέη, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο…», ό.π., σ. 818. Πρβλ. την παρεμφερή άποψη Βαρβιτσιώτη, Η αναγκαία αναθεώρηση, ό.π., σ. 84 επ. (βλ. παραπάνω, υποσ. 48).

[78] Άξιο σχολιασμού είναι το γεγονός ότι, σε όλη την πορεία της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, οι πλείονες προτάσεις για δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου προέρχονται από το χώρο της λεγόμενης «συντηρητικής παράταξης». Απεναντίας, τα κόμματα που αντιπροσωπεύουν το θεωρητικά «φιλελεύθερο χώρο» διστάζουν να συγκλίνουν προς αυτή την πορεία και σποραδικά μόνο υποστηρίζουν τη συγκέντρωση του συνταγματικού ελέγχου σε ένα ανώτατο όργανο.

[79] Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος στις 25 Απριλίου 2012 τόνισε ότι «χρειάζονται συντακτικού και όχι αναθεωρητικού τύπου πρωτοβουλίες», ενώ ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας σημείωσε ότι «πρέπει να συζητηθεί στη Βουλή και να διαμορφωθεί ευρεία συναίνεση σε σχέση με την τελική μορφή του». Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε ομιλία του στο Ζάππειο, μια ημέρα μετά, πρότεινε «μια μεγάλη συνταγματική αναθεώρηση» παραθέτοντας δέσμες αλλαγών, στις οποίες όμως -προς το παρόν- δεν περιλαμβάνεται η συνταγματική δικαιοσύνη.

[80] Μανιτάκης, «Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου: απόπειρα πολιτικοποίησης του Συντάγματος δια της συνταγματοποίησης της πολιτικής», ΤοΣ, 1/2008, σ. 23.

[81] Müller, Συνταγματικός Πατριωτισμός, Αθήνα: 2012, passim.

[82] Μπέης, Το ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου, Αθήνα: 1998, σ. 465.

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers