jump to navigation

Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης (βάσει του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος) 13/01/2010

Posted by Dimitris Patsikas in Εργατικό Δίκαιο, Κοινωνική Ασφάλιση, Προπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , ,
trackback

1. Εισαγωγή(*)

Η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων στην Ελλάδα εκδηλώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (Συντ.), το οποίο προβλέπει σχετικά ότι «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Στη θεωρία γίνεται λόγος άλλοτε για θεσμική εγγύηση[1] ή συνταγματική εντολή[2] και άλλοτε για κοινωνικό δικαίωμα[3], ενώ κοινά αποδεκτή φαίνεται εξάλλου να είναι η θέση ότι η συνταγματική αυτή διάταξη δεν θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση του ατόμου κατά του κράτους για καθορισμένη κατά το είδος και τη διάρκειά της παροχή[4]. Η θέση αυτή συνδέεται κυρίως με την κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης ως θεσμικής εγγύησης.

Ωστόσο, η θεσμική προσέγγιση της κοινωνικής ασφάλισης δεν σημαίνει αποκλειστικά μια «αντικειμενικοποίηση» του εν λόγω άρθρου, από την οποία δεν δημιουργείται καμία αγώγιμη αξίωση για τους φορείς του δικαιώματος. Από το γεγονός ότι ο θεσμός αυτός απεικονίζεται στο Σύνταγμα, έστω και μια ιδιαίτερα ασθενική και αόριστη διατύπωση, προκύπτει η δυνατότητα θεμελίωσης ενός υποκειμενικού δικαιώματος κάθε φορά που προσβάλλεται ο πυρήνας του. Η αξίωση στην περίπτωση αυτή δεν είναι αξίωση λήψης θετικών μέτρων, αλλά αξίωση παραμερισμού της αντισυνταγματικής νομοθετικής διάταξης που θίγει τα θεμελιώδη μορφολογικά γνωρίσματα της κοινωνικής ασφάλισης[5].

Άλλωστε, αγώγιμη αξίωση για συγκεκριμένη ασφαλιστική παροχή μπορεί να προκύψει και όταν η μη χορήγηση -ή η χορήγηση με περιορισμούς- της παροχής αυτής σε κατηγορία ασφαλισμένων, προσκρούει σε άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, όπως η αρχή της ισότητας[6].

2. Φορείς και αποδέκτες του δικαιώματος

α. Φορείς

Όπως φαίνεται και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. φορείς των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό είναι όλοι οι εργαζόμενοι – τα φυσικά πρόσωπα. Δεν γίνεται καμία διάκριση, όπως συμβαίνει σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, ανάμεσα σε Έλληνες και αλλοδαπούς, ενήλικους ή ανήλικους, άνδρες ή γυναίκες.

Συνηθίζεται στην πράξη να αποκαλούνται «εργαζόμενοι» μόνο όσοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία και άρα θα έπρεπε ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης να κατοχυρώνει μόνο αυτούς. Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγούσε μέχρι πρότινος και η πρόδηλα εσφαλμένη απόφαση του ΑΕΔ[7], η οποία περιόριζε την εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. μόνο στους εργάτες και τους εργατοϋπαλλήλους.

Θεωρείται, ωστόσο, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δεν ήθελε να αποκλείσει από την προστασία και τις υπόλοιπες εξίσου σημαντικές επαγγελματικές κατηγορίες, λ.χ. τους αγρότες, βιοτέχνες, κ.ά.[8] Πλέον, το ΣτΕ ενστερνίζεται μια ορθή διασταλτική ερμηνεία του όρου «εργαζόμενοι», η οποία καλύπτει όλους εκείνους που ασκούν κάποια επαγγελματική δραστηριότητα είτε αυτοί είναι μισθωτοί είτε όχι. Επομένως, ως «εργαζόμενοι» κατά την έννοια της συνταγματικής ρύθμισης πρέπει να νοούνται και οι έμποροι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, κ.ο.κ., αφού και γι’ αυτά τα πρόσωπα υφίστανται οι ίδιοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, άρα και η ίδια ανάγκη προστασίας, όπως για όσους παρέχουν εξαρτημένη εργασία[9].

Για τους ίδιους λόγους στην έννοια των εργαζομένων του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. πρέπει να υπάγονται και οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπάλληλοι[10], άποψη με την οποία δεν συμφωνεί το ΣτΕ[11]. Υποστηρίζεται όμως ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν αποτελούν «ειδικούς πολίτες», αλλά είναι και αυτοί φορείς των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, όπως όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι[12].

Σύμφωνα με τις προηγούμενες παρατηρήσεις, ορθό είναι να γίνει δεκτό ότι η κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης στο Σύνταγμα διασφαλίζει την αρχή της καθολικότητας και της ασφαλιστικής πληρότητας, που συνεπάγεται την κοινωνική ασφάλιση ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας. Η συνταγματική ρύθμιση καλύπτει και τους έμμεσα ασφαλισμένους, δηλαδή τα πρόσωπα που συνδέονται με τον εργαζόμενο-ασφαλισμένο με συγγένεια ορισμένου βαθμού ή με γάμο, όπως προκύπτει από τη συστηματική ερμηνεία των άρθρων 22 παρ. 5 και 21 παρ. 1 Συντ.[13] Αλλά και οι ανήλικοι απολαμβάνουν το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση και συνεπώς, θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος όταν εξαιρείται από την ασφάλιση εργαζόμενος ηλικίας κάτω των 18 ετών[14].

Επίσης, από το συνδυασμό του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης με την αρνητική συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 παρ. 1 Συντ.) συνάγεται ότι ο νόμος δεν επιτρέπεται να εξαρτά την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του εργαζομένου από τη συμμετοχή του ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση[15].

Τέλος, ως εργαζόμενοι νοούνται καταρχήν όσοι παρέχουν πραγματική εργασία και άρα το στοιχείο αυτό θεμιτά λαμβάνεται υπόψη από το νομοθέτη για την αναγνώριση χρονικών περιόδων ως καλυπτόμενων ασφαλιστικά, αφού άλλωστε συνεπάγεται τη χρονικά επίκαιρη καταβολή εισφορών[16]. Όπως γίνεται νομολογιακά δεκτό, το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των πράγματι εργαζομένων και όχι εκείνων που δεν εργάζονται[17].

β. Αποδέκτες

Αποδέκτης των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο το κράτος. Στη θεωρία γίνεται λόγος και για τριτενέργεια (ή οριζόντιο αποτέλεσμα) της εν λόγω διάταξης: π.χ. νομοθετικές απαγορεύσεις συμβατικών ρητρών με τις οποίες ο εργοδότης θα απαλλάσσονταν από την υποχρέωσή του για καταβολή της εισφοράς του για την ασφάλιση του εργαζομένου αποτελούν θεμιτό περιορισμό της συμβατικής ελευθερίας[18]. Φαίνεται δηλαδή ότι το κοινωνικό δικαίωμα για ασφάλιση μπορεί να παράσχει έρεισμα για τον περιορισμό άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων.

3. Νομική φύση της κοινωνικής ασφάλισης

α. Συνταγματική εντολή

Από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. προκύπτει ότι η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί κρατικό σκοπό, για την επίτευξη του οποίου παρέχεται στον κοινό νομοθέτη συνταγματική εντολή προκειμένου να εξειδικεύσει το περιεχόμενο του δικαιώματος – χωρίς καμία διάκριση μεταξύ της προαιρετικής ασφάλισης που έχει ως βάση τη συμφωνία των ενδιαφερομένων και της υποχρεωτικής ασφάλισης που έχει ως έρεισμα το νόμο[19]. Θεσμοθετείται δηλαδή υποχρέωση του νομοθέτη να διαμορφώσει ένα πλαίσιο μηχανισμών, το οποίο να προάγει τη λειτουργία του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς ωστόσο να δημιουργείται ταυτόχρονα αγώγιμη αξίωση του πολίτη. Για την πραγμάτωση του συνταγματικού αυτού σκοπού, καθώς και για την εν γένει συγκρότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύτατα περιθώρια πρωτοβουλίας: του αναγνωρίζεται η ελευθερία επιλογών τόσο προς τη μορφή όσο και την έκταση της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας[20], ακριβώς επειδή καθίσταται αναγκαία η διασφάλιση της «ανοικτότητας» του θεσμού απέναντι στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες και κοινωνικές ανάγκες[21].

Επίσης, η εν λόγω συνταγματική ρύθμιση δεν επιβάλλει καταρχήν συγκεκριμένους περιορισμούς στο επίπεδο του τρόπου οργάνωσης και διοίκησης των νομικών προσώπων που θα καταστούν φορείς της κοινωνικής ασφάλισης, καθώς τέτοια δέσμευση του κοινού νομοθέτη δεν απορρέει ούτε από το πνεύμα του Συντάγματος ούτε από τις γενικές αρχές που πηγάζουν από τις συνταγματικές διατάξεις με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή του κοινωνικού κράτους[22].

Η μόνη δέσμευση που επέβαλε σχετικά με τη μορφή του ασφαλιστικού φορέα, εκεί όπου ο νόμος καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και θεσπίζει την υποχρεωτική καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς, είναι η παροχή της κοινωνικής ασφάλισης είτε μόνο από το κράτος είτε από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.)[23], πράγμα που ισχύει τόσο για την κύρια όσο και για την επικουρική κοινωνική ασφάλιση.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η προαιρετική ασφάλιση, είτε σε αλληλοβοηθητικά ταμεία και ειδικούς λογαριασμούς είτε σε ενώσεις προσώπων ακόμα και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.)[24]. Η ασφάλιση αυτή δεν βρίσκει συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., αλλά στο άρθρο 12 παρ. 1-3 Συντ. για τα ταμεία και στο άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. (οικονομική ελευθερία) σε συνδυασμό με το άρθρο 17 Συντ. και του άρθρου 1 του πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕυρΣΔΑ (προστασία περιουσίας) για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η νομολογία επιτρέπει στο νομοθέτη να επεμβαίνει, χωρίς καμία διάκριση μεταξύ προαιρετικής και υποχρεωτικής ασφάλισης, στις συμφωνίες των μερών που αποτελούν τη βάση της λειτουργίας της προαιρετικής ασφάλισης, τροποποιώντας ή παραμερίζοντας τους όρους αυτούς, ιδίως όταν πρόκειται για οργανισμούς που λειτουργούν μεν ως ν.π.ι.δ., αντλούν δε τα έσοδά τους από εργοδοτικές εισφορές και άλλους κοινωνικούς πόρους ή επιχορηγήσεις[25].

β. Θεσμική εγγύηση

Εξάλλου, με το άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. κατοχυρώνεται μια θεσμική εγγύηση, που οριοθετεί τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη. Η εγγύηση αυτή διασφαλίζει το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης παρεμποδίζοντας την αλλοίωση του οργανωτικού πυρήνα του, χωρίς όμως να αποκλείεται η αναδιάρθρωσή του, η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων απονομής ασφαλιστικών παροχών, το ύψος ή η έκτασή τους[26]. Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης οφείλει να παραμείνει σύμφωνος με τις βασικές αρχές, οι οποίες είναι σύμφυτες με την οργάνωση της κοινωνικής ασφάλισης και προσδίδουν τη διαχρονική ταυτότητα του θεσμού αυτού[27]. Όμως πρέπει να σταθμίζει τις ποικίλες και ρευστές οικονομικές συνθήκες της εποχής μας, αναπροσαρμόζοντας -όποτε κρίνει σκόπιμο- τους όρους λειτουργίας του θεσμού σύμφωνα με τις ολοένα μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες.

Νομολογιακά, η συνταγματική προστασία της κοινωνικής ασφάλισης ως θεσμικής εγγύησης αναγνωρίστηκε ήδη από το 1976: γίνεται παγίως δεκτό ότι με το άρθρο 22 παρ. 5 (τότε παρ. 4) Συντ. κατοχυρώνεται ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης, με την έννοια ότι θεσπίζεται μεν για το νομοθέτη υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας, αλλά ως προς τα υπόλοιπα ο νόμος μπορεί να διαμορφώσει ελεύθερα τη μορφή και την έκταση της παρεχόμενης προστασίας[28].

Επιπροσθέτως, η πολιτειακή εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης διασφαλίζεται με τη λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών, που στηρίζονται σε υγιείς οικονομικές βάσεις, και υποχρεώνει το νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικές ρυθμίσεις με γνώμονα την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου[29] και την προαγωγή της ίδιας της κοινωνικής ασφάλισης. Με βάση την υποχρέωση αυτή, ο κοινός νομοθέτης -όποτε κρίνει αναγκαία τη βελτίωση των όρων της ασφάλισης και το επιβάλλουν οι υφιστάμενες συνθήκες- μπορεί να θεσπίζει κανόνες, οι οποίοι να προβλέπουν συγκεκριμένη κατ’ έκταση ή βαθμό ασφαλιστική κάλυψη. Ταυτόχρονα δεν εμποδίζεται να αποφασίζει την υπαγωγή ορισμένης κατηγορίας προσώπων στην ασφάλιση ή με νεότερο νόμο τη μεταβολή των προϋποθέσεων υπαγωγής ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, καθώς και το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών, αρκεί η ρύθμιση αυτή να επιχειρείται με γενικούς κανόνες σύμφωνους με την αρχή της ισότητας και με τους οποίους να μην προσβάλλονται δικαιώματα προστατευόμενα από άλλες συνταγματικές διατάξεις[30].

γ. Κοινωνικό δικαίωμα

Από την πρόβλεψη του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων συνάγεται και ένα κοινωνικό δικαίωμα για ασφάλιση[31]. Όπως γίνεται δεκτό, η εν λόγω διάταξη δεν παράγει καταρχήν υποκειμενικά δικαιώματα και ειδικότερα αξίωση για βελτίωση ή για μη χειροτέρευση της θέσης του ασφαλισμένου: για παράδειγμα, ο εργαζόμενος που δούλεψε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να προβάλει αξίωση καταβολής σύνταξης από το κράτος, επειδή ο ίδιος κρίνει ότι εργάστηκε αρκετά, εφόσον δεν πληροί μια σειρά από προϋποθέσεις.

Γενικά, τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν κανονιστικό περιεχόμενο και δεσμευτική ισχύ, ενώ αποτελούν εξειδικεύσεις της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α’ Συντ. Το περιεχόμενό τους εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή του σχετικού κοινωνικού κεκτημένου[32]. Εφόσον ο νομοθέτης ανταποκρίθηκε στη συνταγματική εντολή που του δόθηκε και εξειδίκευσε -στον έναν ή τον άλλο βαθμό- ένα κοινωνικό δικαίωμα, έχει τη δυνατότητα στο μέλλον με κάποιο νεότερο νόμο να ρυθμίσει διαφορετικά περιορίζοντας επιμέρους στοιχεία της κοινωνικής παροχής, από τη στιγμή που διατηρείται το συνολικό προστατευτικό αποτέλεσμα. Υπό την έννοια αυτή, ο νεότερος νομοθέτης δεν έχει την ευχέρεια ούτε να καταργήσει πλήρως ούτε να περιορίσει αυθαίρετα την κοινωνική αυτή παροχή[33].

Ειδικότερα στην κοινωνική ασφάλιση, ο κοινός νομοθέτης μπορεί αφενός να αυξάνει τις προϋποθέσεις χορήγησης των ασφαλιστικών παροχών (π.χ. αύξηση ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση) ή να μειώνει τις παροχές αυτές (π.χ. μείωση ύψους των συντάξεων), αλλά αφετέρου δεν δύναται να το πράττει αυθαίρετα. Η οποιαδήποτε επιδείνωση του νομοθετικού καθεστώτος πρέπει να δικαιολογείται από σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων, και να μην οδηγεί στην κατάργηση ή την πλήρη αποδυνάμωση της ασφαλιστικής προστασίας (π.χ. αύξηση ορίου ηλικίας στα 80 έτη).

Η εθνική νομολογία, ωστόσο, δεν φαίνεται να αναγνωρίζει στην κοινωνική ασφάλιση ούτε την ύπαρξη του σχετικού αυτού κεκτημένου[34] – δεν γίνεται βέβαια λόγος για απόλυτο κοινωνικό κεκτημένο, το οποίο ισχύει μόνο στις πολεοδομικές ρυθμίσεις[35]. Έχει κριθεί ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να προβαίνει σε ρυθμίσεις του ύψους των συντάξεων, και προς τα κάτω, ύστερα από στάθμιση των υφιστάμενων συνθηκών (π.χ. δημοσιονομική κρίση) και ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα κρίνεται με βάση το ισχύον κατά το χρόνο επέλευσης των ασφαλιστικών περιπτώσεων νομοθετικό καθεστώς[36]. Επίσης, γίνεται παγίως νομολογιακά δεκτό ότι η μείωση των συντάξιμων αποδοχών δεν προσβάλλει κάποιο κεκτημένο δικαίωμα του συνταξιούχου, διότι τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου[37]. Θεωρείται πως το άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. καταλείπει στον κοινό νομοθέτη τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, άρα και τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή τους[38].

Εξάλλου, σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.) έχει δοθεί η δυνατότητα στο νομοθέτη να μεταβάλλει -ως προς συγκεκριμένη κατηγορία ασφαλισμένων- τις γενικά ισχύουσες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για τους ασφαλισμένους ορισμένου ταμείου[39]. Επιτρεπτώς καταρχήν θεσπίζονται για συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων ευνοϊκότερες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης -όπως η καθιέρωση μειωμένου ορίου ηλικίας εξόδου από την ενεργό ασφάλιση ή η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης χωρίς εξαγορά- σε σχέση με το γενικό καθεστώς, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και παράλληλα λαμβάνεται μέριμνα για τη διαφύλαξη του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Για παράδειγμα, συνιστούν λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την καθιέρωση ευνοϊκών ρυθμίσεων η προστασία προσώπων που ανήκουν σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και η ανάγκη εξυγίανσης δημόσιων επιχειρήσεων, μέσω της θέσπισης κινήτρων -ακόμη και κοινωνικοασφαλιστικής φύσης- με στόχο την πρόωρη έξοδο από την υπηρεσία του πλεονάζοντος προσωπικού[40].

Ενώ σε περίπτωση αυστηροποίησης -σε σχέση προς το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς- των όρων για την απονομή συντάξεων, έχει νομολογηθεί ότι δεν απαιτείται η θέσπιση μεταβατικών διατάξεων από τον κοινό νομοθέτη, οι οποίες θα καταλάμβαναν όσους ασφαλισμένους είχαν θεμελιώσει νωρίτερα δικαίωμα για ασφαλιστική παροχή, αλλά συνέχισαν να εργάζονται, ή θα θεμελίωναν το δικαίωμα αυτό στο άμεσο μέλλον[41].

4. Η υποκειμενική φύση του δικαιώματος

Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση δεν αποτελεί γνήσιο υποκειμενικό δικαίωμα. Ωστόσο, σε περιπτώσεις προσβολής του πυρήνα του θεσμού δεν αποκλείεται να συναχθούν και υποκειμενικά δικαιώματα αμυντικού χαρακτήρα[42].

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση συνταγματικά κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου που απορρέει άμεσα από τις συνταγματικές ρυθμίσεις και τις παράγωγες έννομες σχέσεις-αξιώσεις που γεννώνται από άλλους κανόνες εφαρμογής της κοινής νομοθεσίας. Η βασική έννομη σχέση που καθιερώνουν τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα είναι διπολική: συστήνει αξίωση υπέρ του φορέα τους για την επίτευξη του περιεχομένου τους και μια συμμετρική υποχρέωση του κράτους ή/και των δημόσιων νομικών προσώπων. Άρα, ναι μεν το κράτος δεν έχει δικαιώματα, αλλά μόνο αρμοδιότητες, σαφώς και έχει όμως υποχρεώσεις, όταν υφίσταται αρμοδιότητά του η οποία αντιστοιχεί σε υποκειμενικό δημόσιο δικαίωμα των πολιτών[43].

Υποστηρίζεται ότι μόνο μετά την επέμβαση του νομοθέτη θεμελιώνεται πλήρως το σχετικό δικαίωμα, το οποίο μέχρι τότε υφίσταται ως απλή προσδοκία. Όμως, η υποκείμενη έννομη σχέση δημοσίου δικαίου που προσδιορίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα συνιστάται απευθείας και αμέσως από το Σύνταγμα. Επομένως, υφίσταται πάντοτε κρατική υποχρέωση και αντίστοιχες υποκειμενικές αξιώσεις για την πλήρωση του περιεχομένου του δικαιώματος, όπως π.χ. αυτή για το ελάχιστο περιεχόμενο που πρέπει να έχουν οι σχετικές παροχές, ώστε να εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή διαβίωση των δικαιούχων τους.

Ειδικότερα ως προς τα ουσιώδη γνωρίσματα των ασφαλιστικών παροχών και της κοινωνικής ασφάλισης υποστηρίζεται ότι η συνταγματική κατοχύρωσή της στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. δίνει την άμεση αξίωση στους ασφαλισμένους να απαιτούν από το κράτος και τους οργανισμούς του πράξεις ή παραλείψεις για να αντιμετωπιστούν οι εκάστοτε ασφαλιστικοί κίνδυνοι (ανεργία, γηρατειά, θάνατος, εργατικό ατύχημα, μητρότητα). Αναγνωρίζεται έτσι ένα δημόσιο δικαίωμα από το ίδιο το Σύνταγμα, ενώ ο κοινός νομοθέτης σταθμίζει κάθε φορά με ποια μέσα μπορούν να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις που προβάλλουν οι δικαιούχοι. Σύμφωνη είναι και η ανάθεση σε δημόσιους φορείς, όπως είναι οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, να υλοποιήσουν τα κοινωνικοασφαλιστικά προγράμματα του κράτους. Αρκεί να δεχτεί κανείς ότι υπάρχει τριτενέργεια και στα κοινωνικά δικαιώματα, δηλαδή δυνατότητα των πολιτών να στρέφονται όχι μόνο κατά του κράτους, αλλά κατά των φορέων εξουσίας γενικότερα[44].

Αντίθετη είναι η κρατούσα γνώμη και η νομολογία που δεν αναγνωρίζουν άμεση αξίωση των ασφαλιστικών παροχών και ταυτόχρονα αποκρούουν την τριτενέργεια στα κοινωνικά δικαιώματα. Με τον τρόπο αυτό, μετατοπίζεται η νομική θεμελίωση των ασφαλιστικών παροχών από το Σύνταγμα στο νόμο. Ωστόσο, ακολουθώντας την άποψη αυτή οδηγείται κανείς στο ίδιο συμπέρασμα: ότι δεν είναι μόνο το Σύνταγμα που αναγνωρίζει εξουσία βούλησης των ιδιωτών απέναντι στο κράτος (δημόσια δικαιώματα). Αυτά δημιουργούνται και από νόμους που θεσπίζονται μέσω συνταγματικής εντολής και επιβάλλουν λ.χ. σε ασφαλιστικά όργανα να προβαίνουν υποχρεωτικά σε επωφελείς για τους ασφαλισμένους διοικητικές πράξεις, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις[45].

Εξάλλου, τα ν.π.δ.δ. που ασκούν διοίκηση δεν έχουν κατά κυριολεξία ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις, παρά μόνο αρμοδιότητα δέσμια ή στη διακριτική τους ευχέρεια. Οι ασφαλιστικές παροχές έχουν βασικά υποχρεωτικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι αποτελούν, αναφορικά με τη νομική τους φύση, αντικείμενα δεσμευμένης (ή δέσμιας) αρμοδιότητας ορισμένων δημόσιων οργανισμών που ασκούν εξουσία στο χώρο των κοινωνικών ασφαλίσεων[46].

5. Ο απρόσβλητος πυρήνας του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης

Ο απαραβίαστος πυρήνας του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης καλύπτει τα βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας ως προς την οργάνωση, τη διοίκηση και τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών οργανισμών, την έκταση των ασφαλιζόμενων κινδύνων και τις προϋποθέσεις των ασφαλιστικών παροχών. Η επιδίωξη του συνταγματικού σκοπού της κοινωνικής ασφάλισης νοείται στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης τεχνικής και υλοποιείται με κάποια ιδιαίτερα οργανωτικά μέσα, των οποίων η αλλοίωση αντίκειται στη συνταγματική προστασία του κοινωνικοασφαλιστικού θεσμού[47].

Ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης διέπεται από κάποιες θεμελιώδεις αρχές που αποτελούν τον πυρήνα του θεσμού: την αρχή της ανταποδοτικότητας (α), την αρχή της καθολικότητας[48], την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης (β), την αρχή της υποχρεωτικότητας και του δημόσιου χαρακτήρα της υποχρεωτικής ασφάλισης (γ), την αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου (δ). Γίνεται δεκτό πως η αλληλεπίδραση των αρχών αυτών και η συνεκτική αποτύπωσή τους στη θεσμική διάπλαση της κοινωνικής ασφάλισης συγκροτούν ένα πλαίσιο απρόσβλητο από τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κοινού νομοθέτη.

α. Η κατοχύρωση(;) της αρχής της ανταποδοτικότητας

Όπως γνωρίζουμε, η νομοθετική ευχέρεια του νομοθέτη ως προς τη ρύθμιση των ζητημάτων κοινωνικής ασφάλισης είναι ιδιαίτερα ευρεία, καθώς καταρχήν περιορίζεται μόνο με βάση τα κριτήρια της διαφύλαξης του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της προαγωγής των ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων. Μέχρι πρόσφατα η νομολογία του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου αναγνώριζε και την πλήρη αποδέσμευση του κοινού νομοθέτη από την αυστηρή εφαρμογή της αρχής της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών.

Σύμφωνα με την πάγια αυτή νομολογία η αρχή της ανταποδοτικότητας δεν κατοχυρώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. και δεν δεσμεύει το νομοθέτη κατά τη ρύθμιση του τρόπου υπολογισμού των παροχών, ιδίως των συντάξεων[49]. Ωστόσο, εσχάτως παρατηρήθηκε στο ζήτημα αυτό μια μεταστροφή, η οποία είχε ξεκινήσει ως μειοψηφική γνώμη[50], με γνώμονα τη συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης που συνεπάγεται την εγγύηση ενός πυρήνα απρόσβλητων -από τον κοινό νομοθέτη- βασικών αρχών, οι οποίες χαρακτηρίζουν την οργάνωση και λειτουργία του θεσμού υπηρετώντας την αποστολή του. Συνεπώς, η νομοθετική παρέμβαση μπορεί να κινηθεί εντός ευρέων ρυθμιστικών ορίων κατά την εξειδίκευση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ., όμως δεν μπορεί να αλλοιώσει το διαμορφωμένο θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης.

Όσον αφορά στην αρχή της ανταποδοτικότητας των συνταξιοδοτικών παροχών προς τις εισφορές, αυτή λειτουργεί προστατευτικά για τον ασφαλισμένο ως εξής: η προσδοκία του ασφαλισμένου ότι θα λάβει σύνταξη ή εφάπαξ παροχή ανάλογη των εισφορών που έχει καταβάλει, δεν μπορεί να θιγεί από το νομοθέτη κατά τρόπο δυσανάλογο. Η δυσανάλογη μείωση θα ήταν ανίσχυρη ως αντίθετη στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας[51].

Εξάλλου, ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με την  αρχή της ισότητας, συνεπάγονται ότι ο κοινός νομοθέτης δεν δύναται να επιβάλει ανώτατα όρια στις ασφαλιστικές παροχές[52]. Αφετηρία αυτής της νέας νομολογιακής προσέγγισης υπήρξε η θέση ότι η θέσπιση ανώτατων ορίων στις εφάπαξ παροχές δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή, παρά μόνο στις περιπτώσεις που υποχωρεί ο ανταποδοτικός χαρακτήρας[53]. Αντίθετα, δεν αντίκειται προς τα άρθρα 22 παρ. 5 και 4 παρ. 1 Συντ. η επιβολή ανώτατων ορίων στις εφάπαξ παροχές σε περιπτώσεις που ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της παροχής υποχωρεί, επειδή το κεφάλαιο του οργανισμού που χορηγεί την παροχή δεν σχηματίζεται αποκλειστικά από τις εισφορές των ασφαλισμένων, αλλά και από κοινωνικούς πόρους, μείζονες εργοδοτικές εισφορές ή άλλες πηγές[54].

Συμπερασματικά, η συνταγματική δέσμευση του κοινού νομοθέτη από την αρχή της ανταποδοτικότητας, εφόσον διαπιστωθεί ο ανταποδοτικός χαρακτήρας μιας παροχής, αποτελεί ασφαλώς ένα σημαντικό φραγμό ενόψει των μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης[55].

β. Η θεμελίωση της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης

Ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης δεν καλύπτει μόνο την αναπλήρωση του επαγγελματικού εισοδήματος σε περιπτώσεις επέλευσης συγκεκριμένων κινδύνων, αλλά εγγυάται ταυτόχρονα ένα ελάχιστο όριο διαβίωσης των συνταξιούχων. Πρόκειται για την ενσωμάτωση στον πυρήνα της κοινωνικής ασφάλισης -μέσω της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.)- της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης. Κατά συνέπεια, χαρακτηρίζονται ως αντισυνταγματικές εκείνες οι επιλογές του νομοθέτη που περιορίζουν υπέρμετρα το minimum όριο διαβίωσης, καθιστώντας ουσιαστικά αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερή τη δημιουργία αξιώσεων για παροχές από την πλευρά του ασφαλισμένου[56].

Απεναντίας, σε καμία απόφαση του ΣτΕ δεν γίνεται αναφορά στην κοινωνική αλληλεγγύη ως συστατικό του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης. Η αλληλεγγύη διαγράφεται κυρίως a contrario ως αποδοχή της μη ανταποδοτικότητας των παροχών. Πιο συγκεκριμένα, αλληλεγγύη σημαίνει άμβλυνση των ουσιαστικών ανισοτήτων στο εσωτερικό της ασφαλιστικής κοινότητας, εξασθένηση προς τα άνω και προς τα κάτω της αντιστοιχίας εισφορών-παροχών[57].

Περαιτέρω, κύρια έκφραση της εν λόγω αρχής αποτελεί η τεχνική των κατωτάτων ορίων συντάξεων καθώς και το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, που διασφαλίζουν επαρκείς παροχές προς τους ασφαλισμένους των οποίων οι εισφορές δεν δικαιολογούν την κάλυψη ενός ελάχιστου ορίου διαβίωσης. Πιο συγκεκριμένα, ως προς τα κατώτατα όρια συντάξεων, η αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης εφαρμόζεται αποκλειστικά στους ασφαλισμένους κάθε επιμέρους ασφαλιστικού φορέα, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν συμπληρώσει αξιόλογο χρόνο ασφάλισης και έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα[58].

Όσον αφορά στο επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (ΕΚΑΣ)[59], που αποτελεί σύνθετη παροχή κοινωνικής ασφάλειας δεδομένου ότι καλύπτει ένα γνήσιο ασφαλιστικό κίνδυνο κατόπιν ελέγχου των μέσων συντήρησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής μηχανισμός για τη διασφάλιση ελάχιστων ορίων διαβίωσης. Ωστόσο, η νομοθετική κατοχύρωσή του δεν θα ήταν συνταγματικώς επιτρεπτό να καταργηθεί χωρίς την πρόβλεψη εναλλακτικού μηχανισμού αναβάθμισης της κοινωνικής προστασίας των χαμηλοσυνταξιούχων, διότι μια τέτοια οπισθοδρόμηση θα προσέκρουε στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης που συμπεριλαμβάνεται στον πυρήνα του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διεύρυνση της κοινωνικής διάστασης του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης υπό το πρίσμα της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α’ Συντ.) μπορεί να αναδείξει τη θεμελίωση ενός δικαιώματος σε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για κάθε άτομο, καλύπτοντας τον πρωταρχικό στόχο της κοινωνικής ασφάλειας[60].

γ. Ο υποχρεωτικός και δημόσιος χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης

Ως βασική αρχή της κοινωνικής ασφάλισης μπορεί να θεωρηθεί ο δημόσιος και υποχρεωτικός χαρακτήρας της, ο οποίος διαγράφεται από τη νομοθεσία που διέπει τους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Κατά κανόνα, ανάμεσα στους ασφαλισμένους και τους ασφαλιστικούς φορείς δημιουργείται ex lege έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.

Όσον αφορά στην υποχρεωτικότητα, αυτή σημαίνει ότι ιδρύεται αναγκαστικά μια έννομη σχέση, χωρίς να ασκούν καμία επιρροή τυχόν αντίθετες βουλήσεις, ενέργειες ή παραλείψεις των ενδιαφερομένων[61]. Η έννομη σχέση της κοινωνικής ασφάλισης συνδέει εκ του νόμου τον εργαζόμενο με τον ασφαλιστικό φορέα και έχει μια νομοθετικά προσδιορισμένη προστασία[62].

Από τη νομολογία του ΣτΕ[63] προκύπτει ότι ο δημόσιος και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης είναι αλληλένδετοι: εκεί όπου ο νόμος καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια ή επικουρική) οφείλει να καθιστά φορέα της μόνο το κράτος ή ν.π.δ.δ. Άρα η ασφάλιση αυτή ανήκει στην αποκλειστική ευθύνη του κράτους.

Η αναγνώριση του δημόσιου χαρακτήρα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης ως απαραβίαστου στοιχείου του πυρήνα του θεσμού που κατοχυρώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. θεμελιώνεται κατ’ ουσία στο αίτημα για προστασία των ασφαλισμένων από τους επιχειρηματικούς κινδύνους. Υπό το πρίσμα αυτό, ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης χαρακτηρίζεται ως συμπληρωματικός προς τη δημόσια. Μπορεί όμως βάσιμα να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. εγγυάται μεν την κοινωνική ασφάλιση ως δημόσια υπηρεσία, χωρίς δε να παγιώνεται η μορφή της ρυθμιστικής παρέμβασης του κράτους μέσω ν.π.δ.δ. Προκειμένου να ικανοποιηθεί πληρέστερα το δημόσιο συμφέρον και εφόσον διασφαλίζεται η αρχή της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας, μπορεί να επιτραπεί η εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση και μέσω ν.π.ι.δ.[64] Με άλλα λόγια, φορείς κοινωνικής ασφάλισης είναι και τα ιδιωτικά νομικά πρόσωπα, εφόσον έχουν μια κοινωνική αποστολή. Υποστηρίζεται ότι μόνο με τους καθαρά κερδοσκοπικούς φορείς δεν ταιριάζει η εξυπηρέτηση στόχων κοινωνικής ασφάλισης[65].

Καταληκτικά, η ρητή βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να υπαγάγει την κοινωνική ασφάλιση υπό την αποκλειστική φροντίδα του κράτους δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά αποκλείεται η ιδιωτική πρωτοβουλία από το χώρο της κοινωνικής ασφάλισης. Η συμπληρωματική ασφάλιση -είτε με τη μορφή αλληλοβοηθητικών ταμείων είτε με τη μορφή ειδικών λογαριασμών- κρίνεται θεμιτό να ανατίθεται και σε ν.π.ι.δ.[66]

δ. Η αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου

Στο πλαίσιο της ευρείας ρυθμιστικής δυνατότητάς του ο νομοθέτης μπορεί να επιλέξει την εξειδίκευση της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας δεσμευόμενος από δύο νομολογιακές παραμέτρους: την προαγωγή της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Η προστασία αυτή παρουσιάζεται συχνά ως δικαιολογία προκειμένου να περιορίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές ή να αυστηροποιούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης ασφαλιστικών δικαιωμάτων, υπό το φόβο της οικονομικής κατάρρευσης του εκάστοτε ασφαλιστικού οργανισμού[67].

Επομένως, η υπέρμετρη ευαισθησία των δικαστηρίων για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου εγκυμονεί τον κίνδυνο να οδηγήσει σε μια κοινωνική ασφάλιση χωρίς εγγυήσεις, με καθαρά λογιστική αντίληψη, και συνάμα χωρίς να διερευνάται αν ο νομοθέτης αναζητά τους αναγκαίους πόρους μέσα από τους μηχανισμούς αναδιανομής και σε ποιο βαθμό εξαντλεί τα όρια της επινεμητικής του δυνατότητας. Η προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου, ως στοιχείο της θεσμικής εγγύησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., δεν πρέπει να συρρικνώσει ασφυκτικά την υποκειμενική διάσταση του δικαιώματος, δηλαδή να υποβαθμίσει την προστασία των ασφαλισμένων[68].

(*) Η ανωτέρω εργασία παραδόθηκε γραπτώς στον καθηγητή Άγγελο Στεργίου στα πλαίσια του μαθήματος Δικαίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ. για το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2009-2010.

[1] Βλ. κατωτέρω, υπό 3β.

[2] Βλ. κατωτέρω, υπό 3α.

[3] Βλ. κατωτέρω, υπό 3γ.

[4] Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 560.

[5] Στεργίου, Κοινωνικά Δικαιώματα και Κρίση του Κράτους Πρόνοιας, 2007, σελ. 63.

[6] Βλ. ΑΠ 1277/1977 ΤοΣ 1978, σελ. 196. ΑΠ 567/1986 ΤοΣ 1987, σελ. 512.

[7] Βλ. ΑΕΔ 16/1983 ΕΔΚΑ ΚΣΤ/1984, σελ. 320: Εκτός του ουσιαστικού «λάθους» που συνίσταται στην υπερβολικά συσταλτική ερμηνεία, το δικαστήριο υπερέβη την αρμοδιότητά του, καθώς επιχείρησε να άρει την αμφισβήτηση ως προς την έννοια διάταξης του τυπικού Συντάγματος. Όμως, το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε’ Συντ. επιφορτίζει το ΑΕΔ μόνο με την άρση της αμφισβήτησης για την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου.

[8] Κρεμαλής, Δίκαιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, 1985, σελ. 39.

[9] Στεργίου, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, 1994, σελ. 66. Βλ. ΣτΕ 2793/1991 ΕΔΚΑ ΛΔ/1992, σελ. 186 (δικηγόρος).

[10] Χρυσανθάκης/Γαλάνη/Πανταζόπουλος, Εισηγήσεις Συνταγματικού Δικαίου, 2007, σελ. 276.

[11] Βλ. ΣτΕ 1750/1993 ΕλλΔνη 1994, σελ. 800.

[12] Κατρούγκαλος, Η (πολιτική) σύνταξη ως κοινωνικό δικαίωμα, ΕΔΚΑ ΜΘ/2007, σελ. 426.

[13] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 539.

[14] Βλ. ΣτΕ 867/1975 ΕΔΚΑ ΙΖ/1975, σελ. 648.

[15] Βλ. ΑΠ 65/2003 ΕΔΚΑ ΜΕ/2003, σελ. 616 (κοινωνική ασφάλιση δημοσιογράφου στον Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π. εξαρτάται από τη συμμετοχή του στην Ένωση Συντακτών).

[16] Βλ. ΣτΕ 5020/1997 ΕλλΔνη 1999, σελ. 903.

[17] Βλ. ΔιοικΕφΠειρ 1112/2000 ΕΔΚΑ ΜΓ/2001, σελ. 49: Για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Τ.Α.Ν.Π.Υ. απαιτείται η πραγματική άσκηση του ασφαλιστέου επαγγέλματος (δηλαδή του ναυτικού πράκτορα) και όχι η απλή δυνατότητα λειτουργίας πρακτορείου ή ναυλομεσιτικού γραφείου βάσει σχετικής άδειας.

[18] Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 568. Βλ. κατωτέρω, υπό 4.

[19] Στεργίου, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, 1994, σελ. 209.

[20] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1574/1990 ΕΔΚΑ ΛΒ/1990, σελ. 666.

[21] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 531.

[22] Βλ. ΣτΕ 2690/1993 ΕΔΚΑ ΛΣΤ/1994, σελ. 84. ΣτΕ 3969/2003 ΕΔΚΑ ΜΣΤ/2004, σελ. 282: Ενεργώντας εντός της οργανωτικής εξουσίας του ο νομοθέτης καθιερώνει σύστημα διοικητικής εποπτείας και ελέγχου από το κράτος των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης που έχουν μορφή ν.π.δ.δ. μέσω της σύστασης ειδικής θέσης κυβερνητικού επιτρόπου στα δ.σ. των οργανισμών αυτών (εδώ, του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.). Οι αρμοδιότητες του επιτρόπου δεν καταλύουν την αυτοτέλεια των οργανισμών, ακόμα κι όταν οι πόροι τους προέρχονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από εισφορές των ασφαλισμένων.

[23] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3100/2001 ΝοΒ 2002, σελ. 235.

[24] Βλ. ΣτΕ 240/2006 ΕΔΚΑ ΜΗ/2006, σελ. 599: Ο νομοθέτης αντιμετωπίζει και τους φορείς επικουρικής ασφάλισης, που λειτουργούν ως ν.π.ι.δ. σωματειακής μορφής ή ειδικοί λογαριασμοί, ως ομόλογους φορείς προς εκείνους της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης (Ε.Τ.Α.Τ.). Βλ. κατωτέρω, υπό 5γ.

[25] Βλ. ΑΠ 1638/1991 ΕΔΚΑ ΛΕ/1993, σελ. 475.

[26] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 533.

[27] Οι αρχές αυτές συνθέτουν έναν απαραβίαστο πυρήνα του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης και αφορούν κυρίως τον τρόπο λειτουργίας και χρηματοδότησης των ασφαλιστικών οργανισμών, την έκταση των ασφαλιζόμενων κινδύνων και τις προϋποθέσεις των ασφαλιστικών παροχών.

[28] Βλ. ΣτΕ 2253/1976 ΝοΒ 1976, σελ. 605.

[29] Βλ. κατωτέρω, υπό 5δ.

[30] Βλ. ΔιοικΕφΘεσσ 432/2003 ΕΔΚΑ ΜΣΤ/2004, σελ. 303: Επεκτάθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση του Τ.Σ.Α. και σε πρόσωπα που είναι μέτοχοι του Ο.Α.Σ.Θ., ανεξάρτητα από το ποσοστό κυριότητάς τους, νομής, χρήσης και εκμετάλλευσης επί των αστικών λεωφορείων.

[31] Κοντιάδης, Κράτος Πρόνοιας και Κοινωνικά Δικαιώματα, 1997, σελ. 449.

[32] Κοντιάδης, Κράτος Πρόνοιας και Κοινωνικά Δικαιώματα, 1997, σελ. 198.

[33] Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 40.

[34] Μόνο σε μια περίπτωση το ΣτΕ (1479/1997 ΤοΣ 1998, σελ. 587) υπαινίχθηκε την ύπαρξη ενός σχετικού κοινωνικού κεκτημένου δικαιολογώντας την κρίση της περί μη αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου, με την έννοια ότι «εκ των ανωτέρω ρυθμίσεων δεν θίγεται πάντως ο όλος θεσμός της κοινωνικής ασφαλίσεως».

[35] Βλ. ΣτΕ 10/1988 ΤοΣ 1988, σελ. 117.

[36] Βλ. ΣτΕ 1166/1989 ΕλλΔνη 1991, σελ. 397.

[37] Βλ. ΕΣ 236/1991 ΔιΔικ 1991, σελ. 702.

[38] Βλ. ΣτΕ 1799/2001 ΔιΔικ 2003, σελ. 1292.

[39] Βλ. ΣτΕ 26/2000 ΔιΔικ 2002, σελ. 1027.

[40] Βλ. ΣτΕ 2180/2004 ΕΔΚΑ ΜΣΤ/2004, σελ. 678: Αναγνωρίστηκε πλασματικός χρόνος ασφάλισης σε ιπτάμενους φροντιστές και αεροσυνοδούς για να συνταξιοδοτηθούν πρόωρα, αφού λήφθηκε υπόψη και ειδική πρόνοια για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου.

[41] Βλ. ΣτΕ 1774/1993 ΔιΔικ 1994, σελ. 342. ΣτΕ 3487/2008 ΕΔΚΑ ΜΚ/2009, σελ. 41: Ο χρόνος αποχώρησης από την υπηρεσία αποτελεί παράγοντα αρκούντως αντικειμενικό που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση.

[42] Στεργίου, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, 1994, σελ. 176.

[43] Κατρούγκαλος, Η (πολιτική) σύνταξη ως κοινωνικό δικαίωμα, ΕΔΚΑ ΜΘ/2007, σελ. 423.

[44] Κρεμαλής, Δίκαιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, 1985, σελ. 293.

[45] Π.χ. Η νομοθετική επιταγή να εκδώσει ένας ασφαλιστικός οργανισμός διοικητική πράξη προς όφελος ασφαλισμένου του -όπως να του χορηγήσει μια προκαθορισμένη χρηματική παροχή- σημαίνει την αναγνώριση δικαιώματος του τελευταίου να την απαιτήσει.

[46] Κρεμαλής, Δίκαιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, 1985, σελ. 294.

[47] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 550.

[48] Βλ. ανωτέρω, υπό 2α.

[49] Βλ. ΣτΕ 1478/2008 ΕΔΚΑ ΜΙ/2008, σελ. 895. ΔιοικΕφΑθ 1974/2006 ΕΔΚΑ ΜΘ/2007, σελ. 727: Μεταβλήθηκε το σύστημα συνταξιοδότησης μέσω της συγχώνευσης του Τ.Ε.Α.Υ.Ρ.Τ. στο Τ.Ε.Α.Π.Π.Ε.Ρ.Τ. 2 χειροτερεύοντας τον τρόπο συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων στον αρχικά συγχωνευόμενο ασφαλιστικό οργανισμό. Ο κοινός νομοθέτης, με την αλλαγή του συστήματος, δεν παραβιάζει το άρθρο 22 παρ. 5 Συντ. και δεν δεσμεύεται από την αρχή της πλήρους ανταποδοτικότητας των ασφαλιστικών εισφορών και παροχών, καθώς αυτή δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση.

[50] Βλ. ΣτΕ 3744/1999 NoB 2001, σελ. 339: όπου σημειώνεται ότι «κατά την έννοια του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας, η κοινωνική ασφάλισις αποτελεί σύστημα παροχών προς εργαζομένους, στηρίζεται κατά βάσιν εις την καταβολήν υπ’ αυτών εισφορών, υπολογιζομένων βάσει του χρόνου ασφαλίσεως και των αποδοχών εκάστου τούτων, διέπεται δε υπό της αρχής της ανταποδοτικότητας καταβαλλομένων εκ μέρους του εργοδότου και του ησφαλισμένου εισφορών και χορηγούμενων παροχών ασφαλίσεως», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή η εκ των υστέρων επιβολή, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, επιβαρύνσεων, αι οποίαι οδηγούν εις την διαμόρφωσιν των ασφαλιστικών παροχών, ασυνδέτως προς τον υφ’ εκάστου των εργαζομένων διενυθέντα χρόνον ασφαλίσεως, τας αποδοχάς και τας καταβληθείσας υπ’ αυτού εισφοράς».

[51] Πετρόγλου, Σκέψεις με αφορμή τη ΣτΕ 3487/2008 ΕΔΚΑ ΜΚ/2009, σελ. 43.

[52] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 543.

[53] Βλ. ΑΕΔ 9/1980 ΕΔΚΑ ΚΒ/1980, σελ. 46: Καθορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία αίρεται ο ανταποδοτικός χαρακτήρας των ασφαλιστικών παροχών. Συγκεκριμένα, οι ασφαλιστικές παροχές στερούνται αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα όταν η χρηματοδότησή τους προέρχεται εκτός από εισφορές ασφαλισμένων και από διπλάσιες αυτών εργοδοτικές εισφορές ή υφίσταται κοινωνικός πόρος ή επιβαρύνονται τρίτοι ουσιωδώς σε σχέση προς τις ασφαλιστικές εισφορές.

[54] Βλ. ΣτΕ 163/2005 ΕΔΚΑ ΜΖ/2005, σελ. 190: «Ο ανταποδοτικός χαρακτήρας κλονίζεται και από το ότι το βοήθημα υπολογίζεται επί τη βάσει του χρόνου υπηρεσίας του ασφαλισμένου, αλλά όχι και επί των αποδοχών που έλαβε κατά τη διάρκεια του χρόνου αυτού, αφού για τον υπολογισμό του λαμβάνεται υπόψη ο μισθός μόνον του μήνα εξόδου από την υπηρεσία προσαυξημένος με ορισμένα επιδόματα, χωρίς να ασκεί επιρροή για πόσο χρόνο έχουν καταβληθεί τα επιδόματα αυτά και συνακόλουθα έχουν υποβληθεί σε κρατήσεις υπέρ του Ταμείου». Επίσης, ΔιοικΕφΑθ 3937/2003 ΕΔΚΑ ΜΕ/2003, σελ. 796: Το επίδικο χρηματικό βοήθημα καταβάλλεται από το εναγόμενο ταμείο (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.) από κεφάλαιο που σχηματίζεται τόσο από εισφορές των ασφαλισμένων όσο και από εισφορές που καταβάλλουν οι εργοδότριες τράπεζες, καθώς και από εισφορές τρίτων. Άρα επιτρεπτώς θεσπίζεται ανώτατο όριο στο εν λόγω βοήθημα, καθώς δεν είναι αμιγώς ανταποδοτικό.

[55] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 545.

[56] Στεργίου, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, 2004, σελ. 338.

[57] Στεργίου, Κοινωνικά Δικαιώματα και Κρίση του Κράτους Πρόνοιας, 2007, σελ. 79.

[58] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 576.

[59] Βλ. άρθρο 20 Ν. 2434/1996, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 Ν. 2556/1997 και διευρύνθηκε με το Ν. 2676/1999.

[60] Στεργίου, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, 1994, σελ. 53.

[61] Κρεμαλής, Δίκαιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, 1985, σελ. 198.

[62] Στεργίου, Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης, 1994, σελ. 347.

[63] Βλ. ΣτΕ 5024/1987 ΕΔΚΑ Λ/1988, σελ. 234.

[64] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 566.

[65] Στεργίου, Κοινωνικά Δικαιώματα και Κρίση του Κράτους Πρόνοιας, 2007, σελ. 73.

[66] Βλ. ανωτέρω, υπό 3α.

[67] Βλ. ΣτΕ 302/1995 ΕΔΚΑ ΛΘ/1997, σελ. 367: Το ασφαλιστικό ταμείο θα διέτρεχε τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης, αν υποχρεωνόταν να καταβάλει υπέρογκα -σε σχέση με τις οικονομικές του δυνατότητες- ποσά για την ικανοποίηση των επίμαχων απαιτήσεων.

[68] Κοντιάδης, Ο Νέος Συνταγματισμός και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα μετά την Αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 549.

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: