jump to navigation

Η πρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση 23/01/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
trackback

1. Εισαγωγή(*)

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα γίνεται δεκτό ότι τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να μην εφαρμόζουν την εκάστοτε κρινόμενη νομοθετική διάταξη, εφόσον διαπιστώνουν ότι δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πράγματι, το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων καθιερώθηκε νομολογιακά τόσο με τη γενέθλια υπ’ αριθμό 23/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσο και με την απόφαση-προπομπό αυτής την 18/1871, η οποία είχε δεχθεί -ειρήσθω εν παρόδω- ότι η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει αν ένας νόμος είναι ισχυρός, όταν φέρει όλους τους τύπους που απαιτεί το Σύνταγμα, εκτός αν ο νόμος είναι προφανώς αντίθετος προς αυτό. Αργότερα, ήρθε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση υπ’ αριθμό 1/1929 να κρατήσει ανάλογη στάση και έκτοτε όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας και βαθμού τήρησαν το εν λόγω σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.

Αυτή η πάγια τακτική των ελληνικών δικαστηρίων εδραζόταν όχι σε κάποια ρητή συνταγματική διάταξη, καθώς σε ορισμένα συνταγματικά κείμενα όπως του 1952 δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόβλεψη, αλλά στην πεποίθησή τους ότι ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και η απορρέουσα από αυτόν αρχή lex superior derogat legi inferiori επέβαλε τη μη εφαρμογή του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση που κρινόταν από αυτά αντισυνταγματικός.

1.1. Η «βαθειά τομή» της Ε.Ρ.Ε.
Μέχρι το 1975 σπάνια γινόταν λόγος για καθιέρωση ενός διαφορετικού συστήματος -κύριου και συγκεντρωτικού- ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων μέσω της ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου. Αν εξαιρέσει κανείς τα δικτατορικά ψευδοσυντάγματα του 1968 και του 1973, τα οποία, αν και προέβλεπαν τη δημιουργία ενός τέτοιου δικαστηρίου, ουδέποτε τέθηκαν σε ισχύ, μόνο μια αντίστοιχη πρόταση τουλάχιστον από κυβερνών κόμμα θα συναντήσει κάποιος στην ελληνική συνταγματική ιστορία: την υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή απόπειρα αναθεώρησης του Συντάγματος του 1952 μέσα από την επονομαζόμενη «βαθειά τομή». Το τότε κυβερνητικό σχέδιο αναθεώρησης, που είχε καταθέσει η Ε.Ρ.Ε. το 1963, προέβλεπε μεταξύ άλλων την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου, το οποίο θα επωμιζόταν ορισμένες από τις αρμοδιότητες που αποδόθηκαν έπειτα από το Σύνταγμα του 1975 στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ αυτών η κρίσιμη αρμοδιότητα της άρσης αμφισβήτησης για την έννοια ή τη συνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου μεταξύ των ανωτάτων δικαστηρίων. Το προτεινόμενο δικαστήριο θα απαρτιζόταν από μέλη του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας και θα επιφορτιζόταν με τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών. Επίσης, θα είχε την εξουσία να θέτει εκτός νόμου αλλά και να διαλύει πολιτικά κόμματα, τα οποία επιδίωκαν την ανατροπή του πολιτεύματος, ενώ θα διαπίστωνε τις περιπτώσεις κατάχρησης των ατομικών δικαιωμάτων, με συνέπεια την επαγόμενη αποστέρηση του καταχραστή από αυτά τα δικαιώματα. Τέλος, θα αποκτούσε την αρμοδιότητα που είχαν άλλα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα του 1952 ειδικά δικαστήρια ως προς την άρση των συγκρούσεων και την αποκατάσταση της ενότητας της νομολογίας των ανωτάτων δικαστηρίων.

Ουσιαστικά όμως δεν επρόκειτο περί αληθινού συνταγματικού δικαστηρίου, καθώς δεν προβλεπόταν -όπως προελέχθη- ο έλεγχος συνταγματικότητας και η εξουσία ακύρωσης των αντισυνταγματικών νόμων, ούτε η επίλυση των οργανωτικών διαφορών, όπως π.χ. σχετικά με τον σχηματισμό και τη διάλυση της κυβέρνησης ή τον διορισμό και την παύση υπουργών. Εξάλλου, η εν λόγω προσπάθεια αναθεώρησης του Συντάγματος του 1952 έπεσε στο κενό, εξαιτίας της σφοδρής σύγκρουσης του κυβερνώντος κόμματος με την αντιπολίτευση και τις παρεμβάσεις του στέμματος στη διαχείριση της εξουσίας, που οδήγησε στη φυγή του τότε πρωθυπουργού στο εξωτερικό. Επομένως, δεν είχε καταστεί δυνατή η διεξαγωγή σοβαρού διαλόγου για το συνταγματικό δικαστήριο, ούτε μπορεί να ασκηθεί κριτική στην πρόταση αυτή πλήρως αποστασιοποιημένη από τις τεταμένες πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής.

1.2. Το Σύνταγμα του 1975
Όπως είναι γνωστό, το τρόπον τινα παραδοσιακό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια θεμελιώθηκε ρητά στο Σύνταγμα του 1975 και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 4 και 87 παρ. 2. Εν ολίγοις, με την πρώτη διάταξη τυποποιήθηκε η πάγια πλην σπανίζουσα πρακτική μη εφαρμογής των αντισυνταγματικών νόμων από τα ελληνικά δικαστήρια, η οποία ερειδόταν στην υπεροχή του Συντάγματος και στην αρχή διάκρισης των εξουσιών. Εξάλλου, η δεύτερη διάταξη έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα και καταλαμβάνει εξαιρετικές καταστάσεις που πλήττουν το ίδιο το πολίτευμα.

Ωστόσο, ο συνταγματικός νομοθέτης του 1975 προέβη και στην καθιέρωση για πρώτη φορά ενός συστήματος συγκεντρωτικού και κυρίου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Προέβλεψε στο άρθρο 100 Συντ. τη δημιουργία Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο -εκτός από τις αρμοδιότητες του Εκλογοδικείου και του Δικαστηρίου Συγκρούσεως Καθηκόντων, που συγκεντρώθηκαν σε αυτό- θα αποκτούσε τη δυνατότητα να αίρει την αμφισβήτηση για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, όταν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ως προς αυτό τουλάχιστον δύο εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων. Με τον τρόπο αυτό και προκειμένου να επιτευχθεί η ενότητα της νομολογίας, πράγμα που δεν ήταν εφικτό με μόνο τον διάχυτο έλεγχο, καθιερώθηκε ένα κατά βάση μικτό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, στο οποίο συνεχίζει να υπερτερεί ο παραδοσιακός, διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος που ασκείται από όλα τα δικαστήρια σε σχέση με τον κύριο και συγκεντρωτικό έλεγχο που ασκείται από το Α.Ε.Δ.

1.3. Η πρόταση αναθεώρησης του 1997
Ο διττός αυτός ελεγκτικός χαρακτήρας επανήλθε στη σφαίρα των πολιτικών συζητήσεων από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, επ’ ευκαιρία της τότε επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Το 1995 το κόμμα της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης -η Ν.Δ.- κατέθεσε επίσημη πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, που μεταξύ άλλων προέβλεπε την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου. Η εν λόγω πρόταση, όμως, δεν πρόλαβε να συζητηθεί εξαιτίας της πρόωρης διάλυσης της Βουλής το 1996 και κατά συνέπεια, η όλη αναθεώρηση του Συντάγματος παραπέμφθηκε στην επόμενη Βουλή. Τον Ιούνιο του 1997 στη Βουλή που αναδείχθηκε από τις εκλογές του 1996 και σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 2 Συντ. κίνησε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, το ίδιο κόμμα επανέφερε το ζήτημα μετατροπής του Α.Ε.Δ. σε συνταγματικό δικαστήριο με την αναθεώρηση των άρθρων 93 παρ. 4 και 100, με τις εξής δύο αλλαγές: πρώτον, ως προς τη συγκρότηση του προταθέντος δικαστηρίου, αυτό θα απαρτιζόταν από τους προέδρους των τριών ανωτάτων δικαστηρίων, εκ των οποίων θα προήδρευε ο αρχαιότερος από τους προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, μαζί με τέσσερις αρεοπαγίτες και ισάριθμους συμβούλους επικρατείας, οι οποίοι θα κληρώνονταν με τριετή αποκλειστική απασχόληση, και τέσσερις καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών της χώρας. Δεύτερον, καθιέρωνε την υποχρεωτική παραπομπή από το δικαστήριο της κύριας υπόθεσης στο συνταγματικό δικαστήριο, όταν διαπίστωνε ότι η εφαρμοστέα νομοθετική διάταξη είναι αντισυνταγματική.

Στην εν λόγω πρόταση ασκήθηκε έντονη θεσμική κριτική, κυρίως διότι η Βουλή δεν αποκτούσε καμία αρμοδιότητα συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής των μελών του συνταγματικού δικαστηρίου, που -όπως ειπώθηκε- γινόταν με κλήρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο ως προς την πλειοψηφία της σύνθεσης. Επιπροσθέτως, τονίστηκε και η ταυτόχρονη υποβάθμιση των τριών ανώτατων δικαστηρίων στη διαδικασία ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, καθώς αυτά υπερκερνώνταν προς όφελος του συνταγματικού δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη πρόταση αναθεώρησης συζητήθηκε, αλλά δεν έλαβε την απαιτούμενη πλειοψηφία των 3/5 ή έστω την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών, που απαιτεί το άρθρο 110 παρ. 2-4 Συντ. κατά τις δύο ψηφοφορίες που έλαβαν χώρα στη Βουλή. Συνεπώς, δεν επαναλήφθηκε κατά τη διάρκεια της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, η οποία τελικώς προέβη στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001. Αντιθέτως, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για προσθήκη διάταξης στο άρθρο 100 Συντ., η οποία προέβλεπε ότι ζητήματα αντισυνταγματικότητας παραπέμπονται από τα τμήματα στις ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων υπερψηφίστηκε και στις δύο ψηφοφορίες, με αποτέλεσμα την εισαγωγή της στη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή και τη διαμόρφωση της ισχύουσας παρ. 5 του άρθρου 100.

2. Η τελευταία συνταγματική αναθεώρηση

Ας προχωρήσουμε τώρα στο κύριο θέμα της εισήγησης που αποτελεί η πρόταση για την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου στην τελευταία αναθεώρηση, η οποία έλαβε χώρα τελικώς το 2008. Το Μάιο του 2006 και μόλις παρήλθε το πενταετές κώλυμα του άρθρου 110 παρ. 6 Συντ., το τότε κυβερνών κόμμα -όπως και το κόμμα της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης- κατέθεσαν εκ νέου ολοκληρωμένες προτάσεις αναθεώρησης συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος. Μόνο στην πρόταση όμως της Ν.Δ. συμπεριλαμβάνεται η αναθεώρηση του άρθρου 100 Συντ. με τη μετατροπή του υπάρχοντος Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου σε συνταγματικό δικαστήριο. Στην πρόταση αυτή γίνεται εκτενής αναφορά στα μειονεκτήματα του ισχύοντος συστήματος διάχυτου ελέγχου, ενώ αναπτύσσεται και το πρόβλημα διαμόρφωσης πάγιας νομολογίας του Α.Ε.Δ. λόγω της συχνής μεταβολής της σύνθεσής του.

2.1. Η πρόταση της Ν.Δ.
Κεντρική ιδέα της πρότασης της Ν.Δ. αποτελεί, όπως συνέβη και με την προηγούμενη πρόταση του 1997, η δημιουργία συνταγματικού δικαστηρίου και η υποχρέωση παραπομπής σ’ αυτό των δικαστηρίων της κύριας υπόθεσης όταν διαπιστώνουν ότι η εφαρμοστέα διάταξη είναι αντισυνταγματική. Όμως, η νέα πρόταση εισάγει και την ακόλουθη σημαντική διαφορά: ενώ διατηρείται η αρμοδιότητα όλων των δικαστηρίων -κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας- να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης και κρίνει ότι καλείται να εφαρμόσει αντισυνταγματικό νόμο δεν απευθύνεται αμέσως στο συνταγματικό δικαστήριο, αλλά πρώτα παραπέμπει στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, αν και η ολομέλεια της αντίστοιχης δικαιοδοσίας του παραπέμποντος δικαστηρίου διαπιστώσει την αντισυνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης, τότε με τη σειρά της υποχρεούται να παραπέμψει στο συνταγματικό δικαστήριο, το οποίο θα έχει και τον τελικό έλεγχο. Προτείνεται δηλαδή ένα σύστημα διπλής παραπομπής, προκειμένου να καμφθούν κατά το δυνατόν οι προβαλλόμενες αντιρρήσεις περί υποβάθμισης της συμμετοχής των ανώτατων δικαστηρίων στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, που θα συνέβαινε με την απευθείας παραπομπή της υπόθεσης στο συνταγματικό δικαστήριο. Κατά τον ίδιο αναλογικά τρόπο θα λαμβάνει χώρα και ο έλεγχος συμβατότητας του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου προς το Διεθνές Δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ.

Όσον αφορά στη συγκρότηση του προτεινόμενου συνταγματικού δικαστηρίου, γίνεται λόγος για σταθερή και διαρκή σύνθεσή του χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου ανάδειξης των δικαστών, του χρόνου θητείας και του ακριβή αριθμού τους, όπως επίσης και για το αν θα απασχολούνται αποκλειστικά στο δικαστήριο, εν αντιθέσει με ό,τι ισχύει σήμερα στο Α.Ε.Δ.

2.2. Η διαδικασία αναθεώρησης
Η αναθεωρητική διαδικασία, η οποία τυπικά είχε αρχίσει με την κατάθεση των προτάσεων των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, συνεχίστηκε τον Δεκέμβριο του 2006 με την κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού της Βουλής συζήτηση στην επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι εργασίες της επιτροπής ολοκληρώθηκαν την 1η Φεβρουαρίου του 2007 με την εισήγηση κατά πλειοψηφία της αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων στην ολομέλεια, ανάμεσα στις οποίες και το άρθρο 100 Συντ. Στις 14 του ίδιου μήνα άρχισαν οι εργασίες στην ολομέλεια της Βουλής, που ολοκληρώθηκαν μια εβδομάδα αργότερα. Έτσι, στις 22 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη κατ’ άρθρο 110 παρ. 2 Συντ. ψηφοφορία, στην οποία αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η αναθεώρηση των ίδιων διατάξεων του Συντάγματος. Ως προς την πρόταση του τότε κυβερνώντος κόμματος αναθεώρησης του άρθρου 100, αυτή υπερψηφίστηκε από 159 βουλευτές, καταψηφίστηκε από 8, ενώ 4 βουλευτές δήλωσαν παρόντες. Μετά από το προβλεπόμενο από το Σύνταγμα διάστημα ενός μηνός, διεξήχθη η δεύτερη ψηφοφορία προκειμένου να διαπιστωθεί -ή όχι- η ανάγκη αναθεώρησης των συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων. Στις 29 Μαρτίου επαναλήφθηκε, λοιπόν, η εν λόγω διαδικασία και την πρόταση της Ν.Δ. υπερψήφισαν 160 βουλευτές, την καταψήφισαν 8 και 3 βουλευτές δήλωσαν παρόντες. Όπως είναι προφανές, δεν συγκεντρώθηκε η απαιτούμενη ευρεία πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 110, για να αποφασιστεί η αναθεώρηση της διάταξης στην επόμενη Βουλή.

Ωστόσο, βάσει της παρ. 4 του ίδιου άρθρου δίδεται η ευκαιρία αναθεώρησης και σ’ αυτή την περίπτωση -δηλαδή της απόλυτης πλειοψηφίας στην πρώτη Βουλή-, εφόσον η πρόταση υπερψηφιστεί από 180 βουλευτές στην Αναθεωρητική Βουλή έπειτα από τις επερχόμενες εκλογές. Ως εκ τούτου, η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007 λειτούργησε κατά την Α’ Σύνοδό της ως Η’ Αναθεωρητική Βουλή με τη συμμετοχή 197 βουλευτών μόνο μετά την αποχώρηση των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Η επιτροπή αναθεώρησης υπέβαλε την τελική έκθεσή της στην ολομέλεια, όπου η πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 100 Συντ. στις 27 Μαΐου 2008 υπερψηφίστηκε μόνο από τους βουλευτές της Ν.Δ. Συνεπώς, και στην Αναθεωρητική Βουλή κατέστη ατελέσφορη η αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου για την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου.

Ιδιαίτερη μνεία χρήζει η στάση της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης στην τελευταία αναθεωρητική διαδικασία. Στην ολοκληρωμένη πρόταση αναθεώρησης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων που κατέθεσε ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ από τον Ιούνιο του 2006, απουσιάζει η πρόβλεψη αναθεώρησης του άρθρου 100 Συντ. και καμία αναφορά δεν γίνεται στη δημιουργία συνταγματικού δικαστηρίου. Την ίδια ώρα, ο βουλευτής και συνταγματολόγος Ευάγγελος Βενιζέλος είχε καταθέσει εμπεριστατωμένη μελέτη για το θέμα, η οποία συνέτεινε προς την αντίθετη κατεύθυνση και ρύθμιζε λεπτομερώς τόσο τη συγκρότηση του δικαστηρίου, τον τρόπο ανάδειξης, το χρόνο θητείας και τα προσόντα των μελών του, όσο και τις αρμοδιότητές του. Σχετικά με την αναφερόμενη πρόταση, αξίζει να σημειωθεί ότι -εκτός του κύριου, συγκεντρωτικού και κατασταλτικού ελέγχου- πρότεινε την εισαγωγή για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία και ενός συστήματος αφηρημένου και προληπτικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, αντίστοιχο με τις αρμοδιότητες του γαλλικού συνταγματικού συμβουλίου. Ειδικότερα, το συνταγματικό δικαστήριο θα ήταν μεταξύ άλλων αρμόδιο να ελέγχει τη συνταγματικότητα νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου που εκκρεμούν προς ψήφιση στην ολομέλεια -αλλά και ψηφισμένων νόμων ενεργώντας τότε κατασταλτικά-, κατόπιν πρότασης του υπουργικού συμβουλίου ή των 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών. Ωστόσο, επίσημα το ΠΑΣΟΚ μέσω του αρχηγού του, αν και αντέδρασε μάλλον αρνητικά, απέφυγε να πάρει σαφή θέση στο ζήτημα του συνταγματικού δικαστηρίου: ούτε θεώρησε αναγκαία την αναθεώρηση του άρθρου 100 Συντ. ούτε όμως απέρριψε ρητά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Βέβαια, εξαιτίας της αποχώρησής του από τις διαδικασίες της αναθεώρησης ήδη από τον Ιανουάριο του 2007, δεν έγινε εφικτή η διευκρίνιση της τελικής στάσης του κόμματος απέναντι στο συνταγματικό δικαστήριο.

2.3. Κριτική στην πρόταση της Ν.Δ.
Ασκώντας μια σύντομη κριτική στην πρόταση της Ν.Δ. για αναθεώρηση του άρθρου 100 Συντ., νομίζω θα πρέπει να ειπωθούν οι εξής παρατηρήσεις:

Πρώτον, η εν λόγω πρόταση αποτελεί ενμέρει παλινδρόμηση σε σχέση με την αντίστοιχη πρόταση του ίδιου κόμματος ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001. Προβαίνει σε παραχωρήσεις προς τα ανώτατα δικαστήρια ξαναβάζοντάς τα στο κάδρο του ελέγχου της συνταγματικότητας, μέσω του συστήματος διπλής παραπομπής και όχι της απευθείας παραπομπής από το δικαστήριο της κύριας υπόθεσης στο συνταγματικό δικαστήριο, όπως είχε παλαιότερα προταθεί. Με τον τρόπο αυτό, επιθυμεί πρωτίστως να κατευνάσει τις αντιδράσεις εκ μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, που είχαν εκφραστεί αρνητικά στο ενδεχόμενο σύστασης συνταγματικού δικαστηρίου. Ωστόσο, δεν επιτυγχάνεται η ανέκαθεν επιζητούμενη οικονομία της δίκης αλλά και η ασφάλεια δικαίου, καθώς παρεμβάλλονται δύο ή και περισσότεροι βαθμοί δικαιοδοσίας προκειμένου να αποφανθούν για τη συνταγματικότητα ή μη του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται (δικονομική καθυστέρηση απόδοσης της δικαιοσύνης, πιθανές αντίθετες αποφάσεις, κ.ά.).

Δεύτερον, στην πρόταση της Ν.Δ. μένουν αναπάντητα πολλά ερωτήματα για τη συγκρότηση του συνταγματικού δικαστηρίου, τα οποία δεν διευκρινίστηκαν ούτε στις συζητήσεις στην επιτροπή αναθεώρησης ούτε στην ολομέλεια της Βουλής. Για παράδειγμα, δεν έγινε καμία αναφορά στον τρόπο ανάδειξης των δικαστών (αν θα γίνεται με κλήρωση ή με επιλογή από την ολομέλεια της Βουλής, έπειτα από ακρόασή τους), στο χρόνο της θητείας τους και στον αριθμό τους, όπως και στην αποκλειστικότητα της απασχόλησής τους. Το μόνο που αόριστα και γενικόλογα αναφέρεται είναι ότι το δικαστήριο θα έχει σταθερή σύνθεση.

Τρίτον, στις αρμοδιότητες του προτεινόμενου συνταγματικού δικαστηρίου δεν συμπεριλαμβάνεται η επίλυση των κυριότερων οργανωτικών συνταγματικών διαφορών. Έτσι, εκτός της δικαιοδοσίας του παραμένουν κρίσιμα ζητήματα, όπως ο έλεγχος του κύρους της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Προέδρου της Βουλής, καθώς και του κύρους των ρυθμιστικών διαταγμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας (για τη διάλυση της Βουλής, την προκήρυξη εκλογών, τον διορισμό πρωθυπουργού και υπουργών). Επίσης, λείπει επιμέρους πρόβλεψη για διεύρυνση της συνταγματικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας των κυβερνητικών πράξεων, όπως και των λεγόμενων «interna corporis» του κοινοβουλίου, προφανώς για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Τέλος, παρότι υπήρχαν φωνές προς αυτή την κατεύθυνση τόσο από το χώρο της ίδιας της συμπολίτευσης όσο και από την τότε αξιωματική αντιπολίτευση, απουσιάζει πρόταση για την καθιέρωση μιας μορφής αφηρημένου και προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Σε κάθε περίπτωση, με την παραπομπή τού υπό ψήφιση ή του ήδη ψηφισμένου νόμου για έλεγχο στο συνταγματικό δικαστήριο έπειτα από πρόταση ορισμένου αριθμού βουλευτών, αφενός θα ενισχυόταν η ασφάλεια δικαίου και αφετέρου θα δινόταν και σε βουλευτές της αντιπολίτευσης η δυνατότητα να αμφισβητήσουν ρυθμίσεις για τη συνταγματικότητα των οποίων αμφιβάλλουν. Εξάλλου, η τωρινή προβλεπόμενη από τον Κανονισμό της Βουλής ένσταση αντισυνταγματικότητας έχει ελάχιστες πιθανότητες ευόδωσης, καθώς εναπόκειται στην ψήφο των βουλευτών του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος που δύσκολα αποκλίνουν από την κομματική γραμμή.

3. Επίλογος

Συμπερασματικά, από το 1975 μέχρι σήμερα έχει διαμορφωθεί ένα μικτό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων: ο έλεγχος είναι καταρχήν διάχυτος σε όλα τα δικαστήρια, παρεμπίπτων και συγκεκριμένος, αλλά και συγκεντρωτικός στο Α.Ε.Δ., κύριος και αφηρημένος. Με την καθιέρωση, λοιπόν, του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, καθώς και τη θεσμοθέτηση ενός περιορισμένου προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, που ανατέθηκε στη Βουλή, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε δύο εκ των τριών ανώτατων δικαστηρίων (το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Συμβούλιο της Επικρατείας), έγινε ήδη ένα πρώτο βήμα-μια μερική ρήξη με το προϊσχύον σύστημα. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική με βάση τα έως τώρα πενιχρά αποτελέσματα που έχει αποφέρει.

Πράγματι, όσον αφορά στο αυτοπεριορισμένο Α.Ε.Δ., αυτό δεν έχει ακυρώσει παρά μόνο ελάχιστες νομοθετικές διατάξεις ως αντίθετες προς το Σύνταγμα, την ίδια ώρα που ο διάχυτος έλεγχος από τα δικαστήρια της ουσίας είναι μάλλον αποσπασματικός και ως τέτοιος κρίνεται ανεπαρκής να προστατεύσει τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών. Θα μπορούσε τεκμηριωμένα να υποστηρίξει κανείς ότι στα πολιτικά δικαστήρια σπανιότατα γίνεται αυτεπάγγελτος έλεγχος συνταγματικότητας του υπό κρίση νόμου και εξίσου σπάνια προτείνεται κατ’ ένσταση από τους αντιδίκους. Ελαφρώς βελτιώνονται τα πράγματα στις ποινικές αποφάσεις, όπου συχνά και ορθά ως επί το πλείστον γίνεται επίκληση της αρχής της αναλογικότητας. Πιο ενθαρρυντικά είναι τα μηνύματα από τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία βέβαια εντοπίζεται και μεγαλύτερη συνάφεια με το αντικείμενο του ελέγχου, αλλά εκεί υπάρχει τέτοια καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης που αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας.

Επομένως, νομίζω πως έχει καταστεί πλέον σαφές ότι πρέπει να υπάρξει μια πιο ριζοσπαστική λύση, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας. Οι προτάσεις ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου που έχουν διατυπωθεί θεσμικά μέχρι σήμερα αποφεύγουν να προβούν σε μια εκτεταμένη ρήξη με το υπάρχον «ερμαφρόδιτο» σύστημα. Στην ουσία πρόκειται για λύσεις που σκοπό έχουν να συγκεράσουν όσο το δυνατόν περισσότερες απόψεις, τόσο από τον δικαστικό και επιστημονικό κλάδο όσο και από την κομματική γεωγραφία. Εκείνο που προκαλεί εντύπωση στην ελληνική πολιτική ιστορία, όπως διαφάνηκε από τα προλεγόμενα, είναι το γεγονός ότι οι πλείονες προτάσεις για δημιουργία συνταγματικού δικαστηρίου προέρχονται από το χώρο της λεγόμενης συντηρητικής παράταξης. Αντιθέτως, τα κόμματα που αντιπροσωπεύουν τον θεωρητικά φιλελεύθερο χώρο διστάζουν να συγκλίνουν προς αυτή την πορεία και σποραδικά μόνο υποστηρίζουν τη συγκέντρωση του συνταγματικού ελέγχου.

Ευκταίο είναι οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, στις οποίες εξάλλου επαφίεται η απόφαση περί ίδρυσης ενός συνταγματικού δικαστηρίου, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και ενόψει των ολοένα αυξανόμενων διεθνών προκλήσεων να έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το ίδιο τους το παρελθόν. Ας δημιουργηθεί, λοιπόν, ένα τέτοιο ισχυρό θεσμικό αντίβαρο, το οποίο, αφού περιβληθεί με εμπιστοσύνη και διασφαλιστεί η ανεξαρτησία του, θα είναι ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικότερα τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών, που δέχονται στην εποχή μας συνεχή χτυπήματα τόσο από εγχώριους όσο και από εξωτερικούς παράγοντες. Αναμφίβολα, όμως, ένα συνταγματικό δικαστήριο δεν πρόκειται να βάλει από μόνο του ταφόπλακα στο επονομαζόμενο «ελληνικό έλλειμμα κράτους δικαίου», αλλά ίσως να είναι μια κάποια λύσις.


(*) Το ανωτέρω κείμενο αποτέλεσε περιεχόμενο της εισήγησής μου στα πλαίσια του μαθήματος Συνταγματικού Δικαίου του ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ. για το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012. Ανήκει στην ευρύτερη θεματική του α’ έτους με τίτλο: Δικαστικός έλεγχος της νομοθεσίας – Ο νόμος απέναντι στο Σύνταγμα, το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Παρουσιάστηκε ενώπιον των διδασκόντων, καθηγητή Κ. Χρυσόγονου, επίκουρου καθηγητή Π. Μαντζούφα και λέκτορα Α. Καϊδατζή, καθώς επίσης και της επίκουρης καθηγήτριας Ι. Καμτσίδου.

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: