jump to navigation

Όταν η Εκκλησία «βάζει πλάτη» 26/03/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Εσχάτως, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας άνευ ετέρου(;) οικονομικής επίθεσης στην Κύπρο. Λίγοι είναι, βεβαίως, σε θέση να γνωρίζουν ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από αυτόν τον «πόλεμο», που κηρύχθηκε με κάθε επισημότητα από ευρωπαϊκά χείλη. Ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που ενδεχομένως μπορούν έστω να προβλέψουν τι μέλλει γενέσθαι, τόσο σε σχέση με το ίδιο το νησί της Αφροδίτης όσο και αναφορικά με την ευρύτερη πορεία του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα.

Η εν λόγω πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνει η Κύπρος αποτέλεσε αφορμή για να αναδειχθεί προς τα έξω μια ισχυρή προσωπικότητα: ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου αφουγκράστηκε την κοινωνία και βγήκε αμέσως μπροστά, προκειμένου να την εκφράσει και να την υπερασπιστεί. Από την αρχή δεν μάσησε τα λόγια του: όταν έγινε γνωστή η απόφαση του συμβουλίου των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης (ελληνιστί, Γιούρογκρουπ) για κούρεμα των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες, έκανε λόγο για «προστυχιά των Ευρωπαίων». Φαίνεται σε κανέναν άδικος αυτός ο χαρακτηρισμός;

Στη συνέχεια, κατόπιν της συνολικής άρνησης της Βουλής να ψηφίσει το παραπάνω ανεκδιήγητο μέτρο, συνευρέθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, με τον οποίο είχε διαφωνήσει σφοδρά στο παρελθόν όσον αφορά στο περιβόητο «σχέδιο Ανάν». Έπειτα από τη συνάντηση, ο Αρχιεπίσκοπος -χωρίς φόβο αλλά με πάθος- δήλωσε πως «μπορούμε να υποθηκεύσουμε όλη την περιουσία της Εκκλησίας…για να στηρίξουμε αυτήν τη στιγμή το κράτος». Αν δεν είναι αυτή η κίνηση, πατριωτισμός στην πράξη, τότε τι ακριβώς είναι;

Ανεξάρτητα από τις ενστάσεις που εύλογα διατηρεί ο καθένας μας για τις λεγόμενες «ιερές μπίζνες», ήτοι τη διαχείριση και κατά το δυνατόν επαύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (ο Χρυσόστομος τη χαρακτήρισε «τεραστίων διαστάσεων»!), δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί στον συγκεκριμένο ιεράρχη ότι, στις δύσκολες ώρες που περνά η μαρτυρική μεγαλόνησος, έθεσε την Εκκλησία και εαυτόν στο πλευρό του κυπριακού κράτους και συνεπώς των πολιτών αυτού – ακόμα και αν πρόκειται για ορισμένους που κατέχουν τραπεζικούς λογαριασμούς με πολλά μηδενικά.

Η Κύπρος, άλλωστε, έχει μακρά παράδοση στην «εμπλοκή» ρασοφόρων με τα δημόσια πράγματα: ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, ο οποίος διετέλεσε πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπήρξε η πιο ενδεικτική περίπτωση θρησκευτικού και συνάμα πολιτικού ηγέτη. [Και η ελλαδική ιστορία διαθέτει κάποια αντίστοιχα παραδείγματα, τα οποία όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν εν προκειμένω].

Επανέρχεται, λοιπόν, στο προσκήνιο η συζήτηση για τον επιτελικό -ή όχι- ρόλο που διαδραματίζει η Εκκλησία, και δη η ορθόδοξη που μας αφορά άμεσα. Ποιες είναι οι δυνατότητες παρέμβασης που διαθέτει και μέχρι πού πρέπει/μπορεί να φτάνει αυτή η παρεμβατικότητα; Οι απαντήσεις εναπόκεινται στην κρίση του καθενός.

Ωστόσο, ξέχωρα από τις προσωπικές αντιλήψεις, μπορεί να ειπωθεί με αρκετή βεβαιότητα ότι η εκάστοτε Εκκλησία δεν πρέπει να αρκείται στο καθαρά ποιμαντορικό της έργο. Ιδίως τώρα, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης και υφέρπουσας εξαθλίωσης, οι εκκλησιαστικοί ηγήτορες οφείλουν να συμπαρασταθούν στο χειμαζόμενο λαό, να «βάλουν πλάτη»: όχι με (ευχο)λόγια, αλλά με θαρραλέες πράξεις, όπως αυτή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου.

Το αναγκαίο συμμάζεμα των πανεπιστημίων 19/03/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

Από τη στιγμή της εξαγγελίας του, το σχέδιο «Αθηνά» έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις και αλλεπάλληλες συζητήσεις – όπου είναι εφικτό ακόμη να πραγματοποιηθεί δημοκρατικός διάλογος. Καταλήψεις τμημάτων, απεργίες καθηγητών, πορείες φοιτητών είναι στην ημερήσια διάταξη του ακαδημαϊκού χώρου. «Δικαιότατα», θα φωνάξουν ορισμένοι. «Αντίδραση για την αντίδραση», θα αντιλέξουν άλλοι.

Ανέκαθεν, άλλωστε, η εκπαίδευση, και δη η τριτοβάθμια, υπήρξε προνομιούχο πεδίο αντιπαραθέσεων. Έχει λησμονηθεί από όλους πότε πραγματοποιήθηκε η τελευταία σημαντική μεταρρύθμιση στα πανεπιστήμια (το 1983;), η οποία να μη δέχτηκε σφοδρότατη «πολεμική» από φοιτητές, καθηγητές και εργαζομένους. Αντιθέτως, πάντα επικροτούνταν από την πλειονότητα -τόσο των τοπικών κοινωνιών όσο και των μετεχόντων στην πανεπιστημιακή ζωή- η ίδρυση τμημάτων ΑΕΙ και ΤΕΙ σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Δεν είναι σκοπός του παρόντος άρθρου να αναμασήσει αριθμούς: πόσα τμήματα, ποιες σχολές και ανώτατα ιδρύματα «φυτεύτηκαν» κατά την περίοδο της ανέφελης ευμάρειας, και κυρίως από το 1993 και εντεύθεν. Ούτε να αναφέρει ποια πρόκειται να συγχωνευτούν ή να κλείσουν και πόσοι φοιτητές θα αναγκαστούν να αλλάξουν σύντομα πόλη, βάσει του νέου σχεδίου. [Εξάλλου, το να μιλά κανείς με νούμερα είναι ο ευκολότερος τρόπος για να πει ψέματα και να παραπλανήσει, επισημαίνοντας μόνο εκείνα που τον συμφέρουν. Αξίζει να παρατηρηθεί πόσους αριθμούς χρησιμοποιούν οι πολιτικοί και οι διάφοροι δημοσιολόγοι στις ομιλίες τους!].

Γεγονός είναι, πάντως, πως στη χώρα μας ουδέποτε υπήρξε κεντρική στρατηγική στην ανώτατη παιδεία. Το σλόγκαν της χούντας «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο» ωχριά μπροστά στον ακαδημαϊκό σχεδιασμό της Μεταπολίτευσης. «Κάθε πόλη και ΑΕΙ, κάθε χωριό και ΤΕΙ» θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το μοτίβο των τελευταίων (είκοσι) ετών.

Το σύστημα υπήρξε βολικό για όλους, πολύ περισσότερο στην ταλαίπωρη επαρχία: ο εκάστοτε υπουργός προωθούσε την ίδρυση μιας πανεπιστημιακής σχολής ή έστω ενός τμήματος συνήθως στον τόπο καταγωγής του, οι βουλευτές της περιοχής καμώνονταν για τη δύναμη που τους έδιδε η λαϊκή εντολή και την επιρροή που ασκούσαν στα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης, οι δημοτικές αρχές υπερηφανευόταν για το «έργο πνοής» που θα αναζωογονήσει την πόλη, οι καθηγητές βολεύονταν αγνοώντας τι θα πει «ερευνητικό έργο» (συνήθως δε, διέμεναν στην πιο κοντινή μεγαλούπολη κάνοντας καλή ζωή και πηγαινοέρχονταν μόνο για κάποια δίωρα μαθήματα, μια ημέρα της εβδομάδας), το λοιπό προσωπικό ήταν ως επί το πλείστον οι «δικοί μας άνθρωποι», οι φοιτητές νοιάζονταν κυρίως για τις εξεταστικές τους, οι τοπικές κοινωνίες αναθαρρούσαν πρόσκαιρα μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι η δημιουργία ενός ΑΕΙ ή ΤΕΙ δεν θα αποτελούσε πανάκεια για όλα τα προβλήματά τους.

Σήμερα, λόγω της προφανέστατης έλλειψης οικονομικών πόρων, καθίσταται αναγκαίο το συμμάζεμα στην ανώτατη παιδεία. Την ίδια στιγμή που, αφενός το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, το Αριστοτέλειο, αντιμετωπίζει μείζονα προβλήματα φύλαξης και καθαριότητας, αφετέρου άλλα τριτοβάθμια ιδρύματα στενάζουν από την απουσία υλικοτεχνικών μέσων και διδακτικού προσωπικού, πώς είναι δυνατό να υποστηρίζεται σοβαρά η συντήρηση των απειράριθμων υπαρχόντων τμημάτων και σχολών ανά την επικράτεια;

Δυστυχώς, η κρίση μάς υποχρέωσε να «κοιταχτούμε στον καθρέφτη». Και η αλήθεια είναι πως δεν μας άρεσε καθόλου η όψη μας. Το ίδιο συνέβη και με τα πανεπιστήμια: κατέστη αναγκαστική η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, προκειμένου να επιβιώσει ό,τι μπορεί πια να αποκληθεί ως «δημόσια δωρεάν παιδεία».

Τα ψέματα πράγματι τελείωσαν 11/03/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , ,
add a comment

Η 27η Φεβρουαρίου 2013 είναι μια ημέρα που αναμφισβήτητα θα περάσει στην ιστορία. Θα μνημονεύεται στα απανταχού «σαν σήμερα» του μέλλοντος ως η ημέρα εκείνη, κατά την οποία ο πρώτος Έλληνας πολιτικός άκουσε από το στόμα του δικαστή τη φράση «ισόβια κάθειρξη».

Ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος υπήρξε ο επί πολλά έτη εκλεκτός δήμαρχος των Θεσσαλονικέων. Με αγέρωχο στυλ, φορώντας χρυσό περιδέραιο στις επίσημες εκδηλώσεις και πανάκριβα κοστούμια, ανάγκασε τους κακεντρεχείς να του προσδώσουν το προσωνύμιο «ατσαλάκωτος». Την ίδια ώρα, πίσω από τις κουρτίνες, τις λαμπρές τελετές και τις κορδέλες, είχε στήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό υπεξαίρεσης των ασφαλιστικών εισφορών των υπαλλήλων του δήμου. Καταλήστευσε το δημόσιο χρήμα: τουλάχιστον -όπως κρίθηκε από το δικαστήριο- 17,9 εκατομμύρια ευρώ.

Την προηγούμενη Δευτέρα, ήταν η σειρά ενός άλλου λαοπρόβλητου πολιτικού να δεχτεί το (πρώτο) ράπισμα της δικαιοσύνης. Ο ήδη προφυλακισμένος Άκης Τσοχατζόπουλος καταδικάστηκε σε πρόσκαιρη κάθειρξη 8 ετών και πρόστιμο 520.000 ευρώ για ανακριβή δήλωση «πόθεν έσχες» του έτους 2010, στην οποία δεν είχε συμπεριλάβει το περίφημο νεοκλασικό της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, που δημεύτηκε. Και έπεται συνέχεια.

Οι δύο ανωτέρω αποτελούν κλασικά παραδείγματα των δύο αντιθετικών, μα εξίσου επικίνδυνων, τάξεων που πρωταγωνίστησαν στη χώρα μας από τη Μεταπολίτευση και έπειτα. Ο πρώτος, επιτυχημένος αθλητής, σημαιοφόρος της Ελλάδας σε Ολυμπιακούς Αγώνες, εξαίρετος επιστήμονας, το καλό παιδί. Ο δεύτερος, ιδεολόγος, αγωνιστής κατά της χούντας, φτωχαδάκι, απλός λαϊκός άνθρωπος. Αμφότεροι ανέλαβαν δημόσια αξιώματα, πάντα με τη δύναμη που τους έδιδε η ψήφος του λαού. Παρά τις διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές αφετηρίες τους κατέληξαν να έχουν παρόμοια αλαζονική συμπεριφορά («το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην») και το ίδιο τέλος: τη φυλακή.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι άδικες -ή έστω πολύ αυστηρές- οι πρόσφατες (κατα)δικαστικές αποφάσεις. Επισημαίνουν, ταυτόχρονα, πως δεν είναι δυνατόν να κυκλοφορούν ελεύθεροι όσοι κάλυπταν με οποιονδήποτε τρόπο τον Βασίλη και τον Άκη επί δεκαετίες. Το τελευταίο είναι αληθές, αλλά δεν αναιρεί τον δίκαιο και παραδειγματικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης τιμωρίας. Η δικαστική εξουσία δείχνει να λαμβάνει τα μηνύματα από την κοινωνία, που δεν αποζητά μόνο «άρτον και θεάματα». Η ελληνική κοινωνία επιθυμεί την εμπέδωση της δικαιοσύνης, η οποία περνά μέσα από την ανεύρεση και την καταδίκη -εφόσον αποδειχτεί η ενοχή τους- εκείνων που «μας έφτασαν ως εδώ». Γι’ αυτό βασίζεται και επαφίεται στους δικαστές.

Η δίκαιη τιμωρία των ενόχων, βεβαίως, δεν αρκεί. Είναι αναγκαία όμως παράμετρος για την έξοδο από την κρίση. Συνεπώς, η αμφίδρομη αυτή σχέση μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Αφενός, οι απλοί πολίτες, έχοντας απολέσει κάθε είδους πίστης στην πολιτική και στα κόμματα, αναζητούν στη δικαιοσύνη το αποκούμπι εκείνο που θα τους αναζωογονήσει πρωτίστως ηθικά. Αφετέρου, οι υπερασπιστές της νομιμότητας και του κράτους δικαίου, αφουγκραζόμενοι την ανάγκη του λαού να βρει στήριγμα για να ορθοποδήσει, φωνάζουν «είμαστε εδώ».

Οι πρόσφατες εξελίξεις αποδεικνύουν του παραπάνω λόγου το αληθές: εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί ανά την επικράτεια ερευνούν και παραπέμπουν σε δίκες επιφανείς -και όχι μόνο- επίορκους νομείς των δημοσίων υποθέσεων. Σιγά-σιγά θα περάσουν το κατώφλι των δικαστηρίων και θα καθίσουν στο σκαμνί. Τα ψέματα πράγματι τελείωσαν.

Αρέσει σε %d bloggers: