jump to navigation

Ο αμέτοχος Πρόεδρος της Δημοκρατίας 25/06/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία, Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως από το 2009 και έπειτα, παρατηρείται η συστηματική προσφυγή της εκάστοτε κυβέρνησης στην έκδοση πράξεων νομοθετικών περιεχομένου (π.ν.π.), προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ποικίλα αναφυόμενα προβλήματα κατά την ενάσκηση της πολιτικής τους.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε η από 10.6.2013 π.ν.π., η οποία δίνει τη δυνατότητα σε υπουργούς να προχωρούν σε συγχωνεύσεις φορέων ή να αποφασίζουν το κλείσιμό τους. Με τον τρόπο αυτό μεθοδεύτηκε το «λουκέτο» στην ΕΡΤ, θέμα που έχει ήδη κορεστεί και εδώ μόνο ως αφετηρία διατύπωσης ορισμένων σκέψεων θα λειτουργήσει. Στην πραγματικότητα, η επαφή μας με το θεσμό των π.ν.π. είναι πλέον συχνότερη παρά ποτέ, ενώ πιθανότατα θα συνεχίσει να προτιμάται από την εκτελεστική εξουσία πρωτίστως λόγω της ταχύτερης σε σχέση με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία λήψης των αναγκαίων μέτρων και επίτευξης των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων.

Η δυνατότητα έκδοσης π.ν.π. προβλέπεται στο άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου(…)». Από μια απλή ανάγνωση της προκείμενης ρύθμισης προκύπτει ότι, πέραν της ουσιαστικής προϋπόθεσης -ήτοι της ύπαρξης έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης-, για την έκδοση π.ν.π. απαιτείται η σύμπραξη του Υπουργικού Συμβουλίου και του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ).

Υποστηρίζεται στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου ότι η εν λόγω συμμετοχή του ΠτΔ είναι καθαρά τυπική και συνεπώς αυτός υποχρεούται, εφόσον η κυβέρνηση του προτείνει την έκδοση π.ν.π., να την υπογράψει. Ωστόσο, η αντίληψη αυτή δεν στηρίζεται ευθέως στο γράμμα του Συντάγματος: αντιθέτως, η δυνητική διατύπωση («μπορεί…να εκδίδει») οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ΠτΔ διαθέτει διακριτική ευχέρεια στην έκδοση π.ν.π. και σε καμία περίπτωση δεν έχει δέσμια αρμοδιότητα.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει κανείς αν προσεκτικά διαβάσει τι προβλέπεται και ως προς τις άλλες αρμοδιότητες του ΠτΔ, οι οποίες εξάλλου είναι «μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ’ αυτό» (άρθρο 50) και όσες του έχουν απομείνει μετά την αναθεώρηση του 1986. Ενδεικτικά, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ΠτΔ δεν έχει δυνατότητα να ενεργήσει ή ακόμη και να απέχει από μία ενέργεια, ο συνταγματικός νομοθέτης είναι σαφής: έτσι, ο ΠτΔ «διορίζει τον Πρωθυπουργό» (άρθρο 37 παρ. 1), «συγκαλεί τη Βουλή» (άρθρο 40 παρ. 1), «εκδίδει τα διατάγματα» (άρθρο 43 παρ. 1). Όμως, όταν ο ΠτΔ έχει ένα -έστω περιορισμένο- περιθώριο κινήσεων, το Σύνταγμα είναι και πάλι ξεκάθαρο: πράγματι, ο ΠτΔ «μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου» (άρθρο 40 παρ. 2), «μπορεί να διαλύσει τη Βουλή» (άρθρο 41 παρ. 1), «μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο» (άρθρο 42 παρ. 1).

Δυστυχώς, η πολιτική πρακτική τόσο από την πλευρά των κυβερνήσεων όσο και εκ μέρους των προσώπων που διετέλεσαν ΠτΔ, από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, έχουν καταστήσει τον τελευταίο αδρανή και αμέτοχο παρατηρητή της δημόσιας ζωής της χώρας. Δύο πιθανές εξελίξεις διαφαίνονται στον ορίζοντα: είτε ο ΠτΔ θα ασκήσει πραγματικά εκείνες τις συνταγματικές αρμοδιότητες στις οποίες έχει ακόμα ορισμένη διακριτική ευχέρεια, είτε θα πρέπει να του αφαιρεθούν και αυτές στην επόμενη αναθεώρηση. Το έσχατο, τουλάχιστον, θα ήταν ένα δείγμα ειλικρίνειας.

Ένας χρόνος μετά τις εκλογές: οι τρεις πυλώνες 17/06/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Στις 17 Ιουνίου 2012, μετά από ένα διάστημα ουσιαστικής ακυβερνησίας εξαιτίας των αναπάντεχων(;) αποτελεσμάτων των εκλογών της 6ης Μαΐου, οι Έλληνες ψηφοφόροι κλήθηκαν να προσέλθουν εκ νέου στις κάλπες. Με την ψήφο τους έδωσαν την πρωτοκαθεδρία στη Νέα Δημοκρατία αναγκάζοντάς την όμως να συνεταιριστεί με το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά, προκειμένου να κυβερνηθεί η χώρα. Εξύψωσαν δε τον ΣΥΡΙΖΑ ως κύριο αντιπολιτευτικό πυρήνα και καθιέρωσαν τη Χρυσή Αυγή στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Σήμερα, δράττοντας την ευκαιρία από τη συμπλήρωση ενός έτους από τις κρισιμότερες εκλογές της Μεταπολίτευσης (μέχρι τις επόμενες), παρίσταται η ανάγκη επαναπροσέγγισης της κομματικής γεωγραφίας, βάσει και των πιο πρόσφατων δημοσκοπικών δεδομένων.

Καταρχάς, η κυβέρνηση των τριών εταίρων απολαμβάνει ακόμα την ανοχή της πλειοψηφίας -έστω- των φοβισμένων πολιτών. Ο πρωθυπουργός αφενός καρπώνεται σε μεγάλο βαθμό την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και αφετέρου κερδίζει πόντους από το γεγονός ότι επιδεικνύει ένα στοιχειώδες σθένος, τόσο στις διεθνείς επαφές του όσο και στις εσωτερικές διαμάχες, που είχε εκλείψει τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο αυτό που επισημαίνει ο πρόεδρος της εταιρείας GPO Τάκης Θεοδωρικάκος (30.5.2013) στην aixmi.gr ότι ο Αντώνης Σαμαράς «πέτυχε κάτι που στις δημοσκοπήσεις τα τελευταία 13 χρόνια δεν είχε ξανασυμβεί. Το πρώτο κόμμα στις εκλογές, που βρέθηκε γρήγορα δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, να ξαναπεράσει μπροστά».

Σε αυτό το (οριακό) προβάδισμα της ΝΔ συμβάλλει και το ίδιο το κόμμα της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο αδυνατεί προσώρας να συνθέσει ένα αξιόπιστο, ρεαλιστικό πρόγραμμα που θα δώσει προοπτική και όραμα στην απελπισμένη κοινωνία. Ο Αλέξης Τσίπρας αρκείται σε μια στείρα και παλαιάς κοπής καταγγελτική πολιτική, με αποτέλεσμα να μην πείθει μέχρι τώρα τους πολλούς παρά τις διαφαινόμενες ελπίδες μελλοντικής διακυβέρνησης (αλήθεια, ακολουθώντας ποια κατεύθυνση και συνεργαζόμενος με ποιους;). Ενδεικτική της αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει ευρύτερη δυναμική είναι η αντίληψη των περισσότερων που, από τη μία, θεωρούν πως τα πράγματα θα ήταν χειρότερα με τον εν λόγω σχηματισμό στο «τιμόνι» και, από την άλλη, δεν πιστεύουν ούτε ότι θα καταργούσε το μνημόνιο.

Το μοναδικό κόμμα, όμως, που ανεβάζει τα ποσοστά του σε σχέση με τα αντίστοιχα των περσινών εκλογών -και μάλιστα, σημαντικά- είναι η Χρυσή Αυγή, πίσω από την οποία συμπαρατάσσονται σταθερά όσοι έχουν απογοητευτεί πλήρως από το πολιτικό σύστημα και την ολοφάνερη ανικανότητά του να αντιμετωπίσει καίρια κοινωνικά ζητήματα, όπως ασφάλεια, λαθρομετανάστευση, ανεργία.

Ασθμαίνοντας ακολουθούν το απαξιωμένο ΠΑΣΟΚ και η επαμφοτερίζουσα ΔΗΜΑΡ, που απειλούνται σοβαρά με καταβαράθρωση, οι «φυλλορροούντες» Ανεξάρτητοι Έλληνες και το αδιάφορα επαναλαμβανόμενο ΚΚΕ. Επίσης, λόγω της επικρατούσας ρευστότητας, ενδιαφέρον παρουσιάζει η ολοένα αυξανόμενη τάση δημιουργίας νέων σχηματισμών, πόλων και ομάδων σε κάθε πλευρά του ιδεολογικού φάσματος. Κανείς δεν μπορεί, βεβαίως, να μαντέψει ποιοι από αυτούς θα αντέξουν στο πέρασμα του χρόνου, αν θα συμμαχήσουν μεταξύ τους και πόσοι θα εξαϋλωθούν.

Εν κατακλείδι και υπό τις παρούσες συνθήκες, έχει δημιουργηθεί ένα τριπολικό σύστημα (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ), με αυτούς τους τρεις να αποτελούν -καλώς ή κακώς- τους βασικούς πυλώνες του κομματικού τοπίου και τους υπόλοιπους να έπονται αγκομαχώντας.

«Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ» 03/06/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , ,
3 Σχόλια

Το περιστατικό είναι λίγο-πολύ γνωστό και συνοπτικά έχει ως εξής: νεαρή δασκάλα αποφάσισε να διδάξει στα παιδιά της Ε’ Δημοτικού, στα πλαίσια του μαθήματος της μουσικής, τον «Κεμάλ» του Μάνου Χατζιδάκι. Μόλις το πληροφορήθηκε γονιός μαθητή επισκέφτηκε το σχολείο, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί στη διευθύντρια κατηγορώντας τη δασκάλα για ισλαμική προπαγάνδα! Αμέσως η διευθύντρια μπήκε στην τάξη και μάζεψε όλες τις φωτοτυπίες -που περιείχαν τους στίχους του Νίκου Γκάτσου-, ενώ στη συνέχεια επέπληξε σε έντονο ύφος τη δασκάλα λέγοντας πως «στο δημοτικό, μόνο μας μέλημα οφείλει να είναι να μαθαίνουμε στα παιδιά να αγαπούν την πατρίδα και να τονώνουμε το εθνικό τους φρόνημα».

Το να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με το παραπάνω συμβάν μάλλον παρίσταται άνευ ουσίας. Γι’ αυτό και δεν ωφελούν σε τίποτε βαρύγδουποι χαρακτηρισμοί όπως «Μαθήματα σκοταδισμού σε σχολείο» (Έθνος, 31.5.2013). Τα πράγματα είναι απλούστερα: αν όντως έγιναν αυτά που διηγείται η άτυχη δασκάλα, τότε η εν λόγω διευθύντρια είναι ανεπαρκής τουλάχιστον για τη συγκεκριμένη θέση ευθύνης, που της εμπιστεύτηκε το ελληνικό κράτος, και προφανώς ανίκανη να επιτελέσει το κρισιμότατο λειτούργημα της παιδαγωγού. Όσο για τον ανεγκέφαλο γονέα, ο οποίος άκουσε «Κεμάλ» και πιθανότατα ο νους του πήγε στον Ατατούρκ, ισχύει ότι η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας.

Προς αποκατάσταση λοιπόν της όποιας παρερμηνείας, καλό θα ήταν να μάθουμε ποια ήταν η ιστορία της δημιουργίας του τραγουδιού, με τις λέξεις του ίδιου του ανεπανάληπτου Μάνου: «Στη Νέα Υόρκη τον χειμώνα του ‘68 συνάντησα ένα νέο παιδί 20 χρόνων που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τι μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ’ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μες στην Αμερική. Του το είπα. Χαμογέλασε. Δέχεστε να σας ξεναγήσω; Αρνήθηκε ευγενικά. Σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική. Ο Γκάτσος, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε Άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδύνατους. Κάτι σαν μια ταινία του Έρολ Φλιν του ‘35. Η Πελοπόννησος (καταγωγή του Γκάτσου), από τη φύση της αδυνατεί να κατανοήσει την αμαρτωλή ιδιότητα των μουσουλμάνων Τούρκων, που μοιάζουν σαν ηλεκτρισμένα σύννεφα πάνω απ’ τον Έβρο ή σαν χαμένα και περήφανα σκυλιά. Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το “Καληνύχτα Κεμάλ”. Είτε πρίγκιπας Άραψ είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια “καληνύχτα” τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Κατά πως πρέπει σ’ Έλληνες, απέναντι σ’ ένα νεαρό μωαμεθανό – όπως θα έλεγεν και ο Καβάφης».

Όσο παράδοξο και αν ακουστεί, στους δύο αρνητικούς πρωταγωνιστές του τραγελαφικού συμβάντος -τη διευθύντρια και τον γονέα- οφείλουμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ», καθώς μέσα από την ασχετοσύνη τους υπενθύμισαν στους παλαιότερους και έκαναν γνωστή στους νεότερους την υπέροχη μελωδία και τους λυρικούς στίχους (αγγλικούς και ελληνικούς) του «Κεμάλ». Ας ελπίσουμε, παράλληλα, ότι τέτοιες συμπεριφορές σύντομα θα εκλείψουν και δεν θα επαληθεύσουν τα λόγια του Χατζιδάκι πως «αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ».

Αρέσει σε %d bloggers: