jump to navigation

Η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση βάσει του ν. 4009/2011 17/07/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Διοικητική Επιστήμη, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
trackback

Πρόλογος(*)

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές του νέου νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση, όπως διαμορφώθηκε κυρίως με το ν. 4009/2011, αλλά και τις μετέπειτα τροποποιήσεις του. Η προσέγγιση που επιχειρείται παρακάτω γίνεται πρωτίστως από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, δηλαδή με γνώμονα την αποτελεσματικότητα -ή όχι- των καινούριων ρυθμίσεων, οι οποίες επέφεραν σημαντικές αλλαγές στην οργανωτική δομή και φυσιογνωμία των πανεπιστημίων. Ωστόσο, είναι αναπόφευκτο, λόγω της επιστημονικής συνάφειας του αντικειμένου, να μην (επανα)διατυπωθούν κάποιες παράπλευρες επισημάνσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων.

Άλλωστε, γύρω από αυτούς τους άξονες, ήτοι αφενός τα λειτουργικά-πρακτικά προβλήματα και αφετέρου τα συνταγματικά-νομικά ζητήματα, κινήθηκε εν πολλοίς η ζωηρή συζήτηση που προηγήθηκε και επακολούθησε της ψήφισης του ν. 4009/2011. Πάντως, τις συγκεκριμένες δυσχέρειες ήδη επιδίωξε να άρει ο νομοθέτης με τις επακολουθήσασες διορθωτικές παρεμβάσεις του, που έλαβαν χώρα ιδίως με το ν. 4076/2012.

Βεβαίως, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι στόχευση της προκείμενης εργασίας δεν είναι η ανάλυση όλης της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει πλέον την ανώτατη εκπαίδευση: κάτι τέτοιο, εκτός από μια υπερφιλόδοξη σκέψη, θα αποτελούσε μάλλον και ένα απονενοημένο διάβημα, ενόψει της έκτασης και της περιπλοκότητας του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Όμως, θα γίνει μια προσπάθεια νηφάλιας αντιμετώπισης των κατ’ εκτίμηση κρισιμότερων διατάξεων, καθώς και των βασικότερων αλλαγών που επήλθαν με την πρόσφατη μεταρρύθμιση στο πανεπιστημιακό πεδίο.

Ειδικότερα, διερευνάται η οργανωτική αναδιάρθρωση των ΑΕΙ και ο εσωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τμήματα και σχολές. Στη συνέχεια, γίνεται λόγος για τη σύνθεση, τον τρόπο ανάδειξης και τις αρμοδιότητες του νέου συλλογικού πανεπιστημιακού οργάνου, του Συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργανωτική ιεραρχία. Ακολουθεί ξεχωριστή αναφορά για τα εξωτερικά μέλη, όπου αποπειράται να δοθεί μια απάντηση στο κατά πόσο είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή τους στη διοίκηση του πανεπιστημίου.

Δεν θα μπορούσε να λείψει σχετικό κεφάλαιο για τη θέση του Πρύτανη και του Κοσμήτορα στην ανανεωμένη δομή των ανώτατων ιδρυμάτων, στην εκλογή και συνεπώς στη νομιμοποίηση των οργάνων αυτών, όπως και στις σημαντικότερες αρμοδιότητές τους. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι σε διάφορα σημεία της μελέτης θίγεται το φλέγον ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ.

Αλλά πριν την εξέταση των παραπάνω θεματικών, προηγείται η διατύπωση κάποιων εισαγωγικών σκέψεων για το προϋφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που εκκινούν από και καταλήγουν στην ευρέως διαδεδομένη διαπίστωση της ανάγκης μεταρρύθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου. Επιπροσθέτως, κρίνεται σκόπιμη -υπό το πρίσμα της διοικητικής επιστήμης- η τοποθέτηση επί δύο ερωτημάτων: πρώτον, αν εξυπηρετήθηκε με την προπαρασκευαστική του ν. 4009/2011 διαδικασία η «καλή νομοθέτηση», και δεύτερον, ποιο είναι το «όραμα» του νέου νόμου για την ανώτατη παιδεία.

Στο επίμετρο, τέλος, επισημαίνεται η μάλλον παγιωμένη προχειρότητα στον τρόπο νομοθέτησης επί των ακαδημαϊκών θεμάτων, που ενδέχεται μάλιστα να οδηγήσει εκ νέου σε ορισμένες δυσλειτουργίες. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται η πρωταρχική σημασία των προσώπων ως προς την καλύτερη λειτουργία των θεσμών, ενώ αφήνονται κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, τα οποία απορρέουν από τη μέχρι τώρα πορεία και εφαρμογή της νέας νομοθεσίας στα ΑΕΙ. 

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.1. Η αναγκαία μεταρρύθμιση
Σχεδόν τριάντα έτη από την υιοθέτηση του ν. 1268/1982 «Για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»[1], ο νομοθέτης έκρινε ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για ένα από τα πράγματι ρηξικέλευθα και ριζοσπαστικά νομοθετήματα της Μεταπολίτευσης. Ο εν λόγω νόμος-πλαίσιο[2] για τα πανεπιστήμια παρέμεινε ενεργός για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, χάρη στη διαμόρφωση μιας σημαντικής διοικητικής και νομολογιακής πρακτικής: το υπουργείο Παιδείας με τις εγκυκλίους και τις άλλες εποπτικές πράξεις του, αλλά κυρίως το Συμβούλιο της Επικρατείας με τις γόνιμες αποφάσεις του στα εκάστοτε αναφυόμενα ζητήματα, διευκρίνισαν τις οικείες νομοθετικές ρυθμίσεις καθιστώντας τες προσιτές στα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας που, με τη σειρά τους, τις εφάρμοσαν απρόσκοπτα σε γενικές γραμμές[3].

Ωστόσο, η χρόνια εφαρμογή του ανωτέρω νόμου ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό και τις αδυναμίες του, οι οποίες μόνο πρόσκαιρα αντιμετωπίστηκαν με τις μεταγενέστερες νομοθετικές πρωτοβουλίες[4], που επέφεραν άλλοτε επιμέρους και άλλοτε ουσιώδεις τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης. Το πρότυπο που θεσμοθετήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ανταποκρινόταν επαρκέστατα στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου, αλλά δεν ήταν δυνατό να συνεχίσει να εξυπηρετεί τις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις της σημερινής εποχής.

Το 2011, συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης θεώρησε ότι η κατάσταση στα πανεπιστήμια είχε τελματώσει και το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο ήταν πια παρωχημένο. Αποφάσισε ότι δεν χωρεί άλλη δυνατότητα βελτιωτικής παρέμβασης στο ν. 1268/1982, ο οποίος είχε προφανώς «εξαντλήσει τη δυναμική του»[5], και αναγνώρισε την ανάγκη εκσυγχρονισμού των ΑΕΙ προκρίνοντας τη ριζική αναδιαμόρφωσή τους.

1.2. Η περιορισμένη διαβούλευση
Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης του νομικού καθεστώτος που διέπει τα πανεπιστήμια επισημάνθηκε στις 26.9.2010 από τον ίδιο τον τότε πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου, με αφορμή τη συνάντηση διαλόγου και εργασίας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία πραγματοποιήθηκε στους Δελφούς[6].

Στον επόμενο μήνα και συγκεκριμένα στις 23.10.2010, κατά την 65η Σύνοδο των Πρυτάνεων των ελληνικών ΑΕΙ που έγινε στο Ρέθυμνο, η καθ’ ύλη αρμόδια υπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Άννα Διαμαντοπούλου, έδωσε στη δημοσιότητα μια δέσμη ιδεών προς διαβούλευση, όπου περιγραφόταν το οργανωτικό πανεπιστημιακό πρότυπο που οραματιζόταν η κυβέρνηση. Κάποιες από αυτές τις ιδέες, οι οποίες εμπεριέχονταν στο κείμενο διαβούλευσης με τίτλο «Αυτοδιοίκηση, λογοδοσία, ποιότητα, εξωστρέφεια»[7], συμπεριλήφθηκαν και στο τελικό κείμενο του νόμου, όπως για παράδειγμα η εισαγωγή των Συμβουλίων ως ύπατων πανεπιστημιακών οργάνων, καθώς και η χρηματοδότηση των ΑΕΙ μόνο υπό όρους και προϋποθέσεις.

Πάντως, η Σύνοδος των Πρυτάνεων διατύπωσε σειρά σκέψεων και σχολίων επί του συγκεκριμένου κειμένου, χωρίς να υπάρξει ειδικότερη απόκριση από την πλευρά της Πολιτείας. Μάλιστα, καμία περαιτέρω αντίδραση δεν μεσολάβησε μέχρι τις 4.7.2011, όταν και δόθηκε στη δημοσιότητα το σχετικό προσχέδιο νόμου με ρητές πλέον διατάξεις. Η δημοσιοποίηση και η μετέπειτα κατάθεσή του στο κοινοβούλιο στις 21.7.2011 συνοδεύτηκαν από την αρνητική υποδοχή της πλειοψηφίας της πανεπιστημιακής κοινότητας[8]. Η έκτακτη Σύνοδος των Πρυτάνεων της 24.7.2011 στην Αθήνα, λαμβάνοντας υπόψη πληθώρα τεκμηριωμένων γνωμοδοτήσεων από διαπρεπείς συνταγματολόγους της χώρας[9], ζήτησε από τη Βουλή να μην ψηφίσει το κατατεθέν νομοσχέδιο. Ωστόσο, η βούληση των πανεπιστημιακών ουδέποτε μετουσιώθηκε σε πράξη: με ελάχιστες μεταβολές και συμπληρώσεις, το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε από ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις 30.8.2011.

Σε κάθε περίπτωση, κατέστη σαφές ότι δεν υπήρξε επαρκής χρόνος ανάλυσης και σχολιασμού της προτεινόμενης εκ βάθρων μεταρρύθμισης από τους πλέον ενδιαφερόμενους φορείς, δηλαδή τα οικεία πανεπιστημιακά τμήματα και τις σχολές. Το χρονικό διάστημα των (περίπου) δύο μηνών -από τη δημοσιοποίηση του προσχεδίου έως την τελική ψήφιση του νόμου- κρίνεται εξαιρετικά περιορισμένο, αν συνυπολογίσει κανείς την τεράστια σημασία αυτής της νομοθετικής μεταβολής του status quo. Κατακριτέα είναι, άλλωστε, και η επιλογή της κυβέρνησης να φέρει προς διαβούλευση το υπό διερεύνηση ζήτημα μεσούντος του καλοκαιριού, περίοδο κατά την οποία η ακαδημαϊκή κοινότητα και η διοικητική λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων βρίσκονται εν υπνώσει[10].

Επομένως, είναι αναμφισβήτητο πως δεν εξυπηρετήθηκαν κατά κανέναν τρόπο οι κανόνες που θέτει η «καλή νομοθέτηση», όπως αυτοί υποδεικνύονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ (ήδη δε και από την ελληνική νομοθεσία[11]. Και τούτο διότι μια τέτοιου βεληνεκούς μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που χαρακτηρίζεται «εθνικό διακύβευμα»[12], θα απαιτούσε άκρως μεγαλύτερη, τόσο ποιοτικά όσο και χρονικά, διαβούλευση. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να προηγηθεί η ενδελεχής εξέταση των κυβερνητικών σχεδίων εκ μέρους των κυρίων αποδεκτών του νόμου, ήτοι των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία θα όφειλαν να διατυπώσουν λεπτομερείς παρατηρήσεις επί των ειδικότερων θεμάτων. Την επεξεργασία αυτή θα έπρεπε να αναλάβουν τα τμήματα νομικής και διοικητικής επιστήμης, που διαθέτουν την αντίστοιχη τεχνογνωσία. Από την πλευρά του, το έχον τη νομοθετική πρωτοβουλία υπουργείο, αφού συγκέντρωνε τις κυριότερες συμβολές από την ακαδημαϊκή κοινότητα, θα προέβαινε στην εκ νέου διαμόρφωση των διατάξεων, δυνητικά ακόμα και στην επανατοποθέτηση του σχεδίου προς οριστική διαβούλευση, πριν το υποβάλει στη Βουλή προς ψήφιση[13].

Με τη διαδικασία αυτή, που ενδεχομένως φαντάζει πολυτελής για τα τρέχοντα ελληνικά δεδομένα αλλά είναι σύμφωνη με τα πρότυπα της «καλής νομοθέτησης», θα επιτυγχάνονταν διττή ωφέλεια: πρώτον, θα ανευρισκόταν πιθανότατα μια ευρεία κοινωνική, ακαδημαϊκή -και όχι μόνο διακομματική- συναίνεση απαραίτητη για την ευδοκίμηση κάθε αντίστοιχης μεταρρύθμισης, και δεύτερον, θα υιοθετούνταν μια αρτιότερη ρύθμιση, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει άμεσα[14] χωρίς να εμφανιστούν πολλά διοικητικά και οργανωτικά προβλήματα, όπως συνέβη εν προκειμένω από τις πρώτες κιόλας ημέρες εφαρμογής του νόμου[15].

1.3. Η στροφή προς την αγορά
Ο ν. 4009/2011 με τίτλο «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων»[16] επανακαθορίζει ενμέρει την αποστολή των πανεπιστημίων[17] εμπλουτίζοντάς την με μια νέα στόχευση: το άνοιγμα στην αγορά. Πράγματι, διακηρύσσεται μεταξύ άλλων ως αποστολή των ΑΕΙ η ανταπόκριση «στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και των επαγγελματικών πεδίων, καθώς και στις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας»[18]. Τα πανεπιστήμια πρέπει περαιτέρω να δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στην παροχή υψηλής και ολοκληρωμένης εκπαίδευσης «σύμφωνα με τις απαιτήσεις της επιστήμης, της τεχνολογίας και των τεχνών, καθώς και της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα επαγγελματικά πεδία»[19].

Προς αυτή την κατεύθυνση, τα ΑΕΙ μπορούν εφεξής να οργανώνουν προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών, τα οποία ολοκληρώνονται με τη λήψη πιστοποιητικού κατάρτισης[20]. Ταυτόχρονα, προβλέπεται και η δυνατότητα παροχής προγραμμάτων σπουδών δια βίου μάθησης, που αποσκοπούν στην απονομή στους συμμετέχοντες φοιτητές πιστοποιητικών επαγγελματικής κατάρτισης[21]. Εν πολλοίς, οι προκείμενες καινοφανείς ρυθμίσεις οδηγούν στη λήψη πιστοποιητικών ουσιαστικά όμοιων με εκείνα που απονέμονται από τα Ινστιτούτα και τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, τα οποία πάντως αποτελούν αδιαβάθμητους φορείς μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου[22].

Γεγονός είναι ότι με τη θεσμοθέτηση των παραπάνω δραστηριοτήτων, ο νομοθέτης προσπαθεί να δώσει το στίγμα των προθέσεών του, αλλά και να καταστήσει σαφές το νέο «όραμά» του για τα πανεπιστήμια. Ωστόσο, γεννώνται εύλογες αντιρρήσεις ως προς το αν αυτός ο εντατικότερος προσανατολισμός των ΑΕΙ προς την αγορά εργασίας συνάδει με την καθιερωμένη ακαδημαϊκή αποστολή και τη φυσιογνωμία του έργου τους, όπως υπαγορεύονται και οριοθετούνται από το άρ. 16 Συντ.[23] Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν επιτρέπεται να ασκούν καθήκοντα μη συναφή με τη διδασκαλία και την έρευνα, ενώ τονίζεται πως η κατάρτιση δεν συνιστά ακαδημαϊκό έργο υπό τη στενή του όρου έννοια[24].

Βεβαίως, δεν μπορεί με ευκολία να παραβλέψει κανείς ότι, σε διεθνή κλίμακα, η οικονομική ανάπτυξη και ο επαγόμενος επαγγελματικός ανταγωνισμός τείνουν να γίνουν προτεραιότητες[25]. Υπό την έννοια αυτή, δεν φαίνεται καταρχήν αθέμιτη η ανάδειξη μιας πολύπλευρης ανταγωνιστικότητας των ελληνικών πανεπιστημίων, τα οποία οφείλουν να είναι εξωστρεφή και να μην ερυθριούν ενώπιον των πολλαπλών προκλήσεων παγκόσμιας εμβέλειας∙ πάντα με την προϋπόθεση ότι τα ΑΕΙ δεν παύουν να εκπληρώνουν τον πρωταρχικό τους στόχο, ήτοι την προαγωγή και μετάδοση της επιστήμης και της έρευνας[26].

Πέραν τούτου, τα δημόσια πανεπιστήμια πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία που τους δίνουν οι νεωτερικές διατάξεις και να δημιουργήσουν τέτοια εναλλακτικά προγράμματα σπουδών, τα οποία θα οδηγούν στη λήψη διαφόρων τύπων πιστοποιητικών επαγγελματικής κατάρτισης. Με τον τρόπο αυτό, αφενός θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη πολυάριθμων νέων ανθρώπων, κυρίως εκείνων που δεν κατάφεραν να εισέλθουν στη σχολή προτίμησής τους[27], και αφετέρου θα μπορέσουν να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα στην περίπτωση που, σε μια ενδεχόμενη αναθεώρηση του άρ. 16 Συντ., ιδρυθούν στο εγγύς μέλλον μη κρατικά πανεπιστήμια, τα οποία από τη φύση τους θα είναι στραμμένα προς τον ανταγωνισμό και την επαγγελματική κατοχύρωση. Κατά συνέπεια, το «όραμα» του νέου νόμου για άνοιγμα στην αγορά, παρά τις όποιες ενστάσεις σε συνταγματικό επίπεδο, ευκταίο είναι να ιδωθεί θετικά από την πανεπιστημιακή κοινότητα, προκειμένου να καταστούν τα ΑΕΙ πυλώνες ανταγωνιστικότητας έτοιμοι να αντεπεξέλθουν σε κάθε πρόκληση της εποχής.

2. Η οργανωτική αναδιάρθρωση των ΑΕΙ

2.1. Τα τμήματα και οι σχολές
Το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, ήτοι ο ν. 1268/1982, προέβλεπε ότι βασικές ακαδημαϊκές και διοικητικές μονάδες των ΑΕΙ ήταν τα τμήματα, τα οποία είχαν αποφασιστικές και αποκλειστικές αρμοδιότητες τόσο στα εκπαιδευτικά όσο και στα ερευνητικά θέματα, συγκροτώντας την οργανωμένη άσκηση ορισμένης αυτοτελούς επιστήμης[28]. Εξάλλου, οι τομείς των τμημάτων συντόνιζαν τη διδασκαλία του εκάστοτε γνωστικού αντικειμένου[29]. Απεναντίας, οι σχολές είχαν ελάχιστες αρμοδιότητες διατηρώντας προπαντός συντονιστικό ρόλο σε επιμέρους διατμηματικά ζητήματα[30].

Δυνάμει του ν. 4009/2011, οι εσωτερικές οργανωτικές δομές των πανεπιστημίων μεταβλήθηκαν ουσιωδώς: η σχολή κατέστη βασική ακαδημαϊκή και διοικητική μονάδα[31], στην οποία θα συγκεντρώνονταν όλες οι κρίσιμες αρμοδιότητες στο πεδίο της έρευνας και της διοίκησης, ενώ το τμήμα υποβαθμιζόταν σε αμιγώς εκπαιδευτική-διδακτική μονάδα[32] και οι τομείς καταργήθηκαν. Προκειμένου να αντιληφθεί κανείς τη συγκεκριμένη αλλαγή πλεύσης, αρκεί να λάβει υπόψη του δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: πρώτον, ότι ο επιτυχών υποψήφιος υποχρεώνεται πλέον να εγγράφεται ως φοιτητής στη σχολή και όχι στο τμήμα[33], και δεύτερον, ότι περνούσε στην αρμοδιότητα των σχολών η συγκρότηση των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ του τμήματος[34].

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εν λόγω δραστική μεταβολή του οργανωτικού σχήματος των ιδρυμάτων προκάλεσε μείζονες αντιδράσεις στην ακαδημαϊκή κοινότητα[35], αλλά και ιδιαίτερες δυσχέρειες στην (άμεση) εφαρμογή του νέου συστήματος, οι οποίες αναγνωρίστηκαν από το νομοθέτη[36]. Η παρέμβαση του τελευταίου ήταν επιβεβλημένη, αν όχι αναπόφευκτη, ώστε να καταπολεμηθούν ορισμένες από τις ανακύψασες δυσλειτουργίες.

Έτσι, με το ν. 4076/2012 διατηρείται μεν η ενισχυμένη -σε σχέση με το προϊσχύσαν θεσμικό πλαίσιο- θέση της σχολής[37], επανακάμπτει δε το τμήμα ως βασική εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή μονάδα[38], ανακτώντας ένα μέρος των ερευνητικών και διοικητικών αρμοδιοτήτων του[39]. Επίσης, επανιδρύονται οι τομείς[40]. Ειδικότερα, ως προς το καίριας σημασίας ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ του εκάστοτε τμήματος, η αρμοδιότητα αυτή ανήκει εφεξής στη Γενική Συνέλευση του τμήματος, αλλά κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Κοσμητείας που αποτελεί όργανο της σχολής[41].

Επομένως, δεν παύουν να υπάρχουν τα συνταγματικής φύσης ερωτήματα για τη συμμετοχή των σχολών και των οργάνων τους, όπως ο Κοσμήτορας ή η Κοσμητεία, στα αμιγώς ακαδημαϊκά και ερευνητικά ζητήματα που (θα έπρεπε να) αφορούν μόνο τα τμήματα, καθώς προϋποθέτουν ουσιαστική επιστημονική κρίση, η οποία πρέπει να εκφέρεται αποκλειστικά από επιστήμονες του οικείου κλάδου[42].

Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί η προσπάθεια του νομοθέτη να κρατήσει τις αναγκαίες ισορροπίες ανάμεσα στη σχολή, την οποία επιθυμεί να αναδείξει ως πρωταρχική δομή του νέου πανεπιστημίου, και στο τμήμα, το οποίο παραδοσιακά έχει ισχυρή παρουσία στα ακαδημαϊκά τεκταινόμενα λόγω της διοικητικής και επιστημονικής εγγύτητας προς αυτά. Τελικώς, με την επαναθεσμοθέτηση του τμήματος και το μερικό παραμερισμό της σχολής δημιουργείται ένα ενδιαφέρον δίπολο, το οποίο στην πράξη θα αποδειχθεί κατά πόσο θα είναι λειτουργικό ή όχι[43].

2.2. Το Συμβούλιο του ιδρύματος

2.2.1. Η σύνθεση και ο τρόπος ανάδειξης
Ο ν. 4009/2011 θέσπισε ένα νέο συλλογικό πανεπιστημιακό όργανο, το Συμβούλιο του ιδρύματος[44], το οποίο βρίσκεται στην κορυφή της αναδιαμορφωμένης οργανωτικής ιεραρχίας των πανεπιστημίων[45]. Το Συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε (15) ή έντεκα (11) μέλη, ανάλογα με το αν οι καθηγητές πρώτης βαθμίδας του οικείου ΑΕΙ είναι άνω ή κάτω των πενήντα (50): συγκεκριμένα, οκτώ (8) ή έξι (6) μέλη είναι καθηγητές πρώτης βαθμίδας ή αναπληρωτές καθηγητές, οι οποίοι εκλέγονται από το σύνολο των μελών ΔΕΠ, συμπεριλαμβανομένων και των λεκτόρων, ένα (1) μέλος είναι εκπρόσωπος των φοιτητών που εκλέγεται από τους προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς φοιτητές και τους υποψήφιους διδάκτορες, ενώ τα υπόλοιπα έξι (6) ή τέσσερα (4) μέλη, αντίστοιχα, είναι εξωτερικά μέλη εκλεγόμενα από τα εσωτερικά μέλη[46].

Η ανάδειξη των εσωτερικών μελών, ήτοι των καθηγητών πρώτης βαθμίδας πλήρους απασχόλησης, πραγματοποιείται με ενιαίο ψηφοδέλτιο και βάσει ενός ιδιόρρυθμου εκλογικού συστήματος ταξινομικής ψήφου[47]. Αναλυτικά οι όροι διεξαγωγής της εκλογικής διαδικασίας ρυθμίζονται με υπουργική απόφαση[48]. Επίσης, εξαιτίας της πρακτικής αδυναμίας διεξαγωγής εκλογών σε διάφορα πανεπιστήμια της χώρας προβλέφθηκε πλέον και η δυνατότητα εξ αποστάσεως παροχής ψήφου, είτε επιστολικής είτε ηλεκτρονικής[49]. Αξίζει να τονιστεί ότι αυτοί οι εναλλακτικοί τρόποι διενέργειας εκλογών λαμβάνουν χώρα μόνο κατόπιν δύο διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών με την παραδοσιακή κάλπη, αν και θα έπρεπε μάλλον να προτιμηθούν -ιδίως η ηλεκτρονική διαδικασία- για λόγους ταχύτητας και διαφάνειας των αποτελεσμάτων.

Εξάλλου, τα εξωτερικά μέλη και ο πρόεδρος του Συμβουλίου εκλέγονται (ή κατ’ ακριβολογία επιλέγονται) από τα εσωτερικά μέλη, κατόπιν φανερής ψηφοφορίας, στην οποία απαιτείται να επιτευχθεί καταρχήν αυξημένη πλειοψηφία[50]. Απαραίτητα προσόντα για την εκλογή εξωτερικού μέλους είναι πρώτον, η ευρεία αναγνώρισή του στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες, και δεύτερον, η κατοχή αυξημένων τυπικών προσόντων. Παράλληλα, θα πρέπει να συντρέχουν και ορισμένες αρνητικές προϋποθέσεις στο πρόσωπό του: το μέλος δεν θα πρέπει να έχει οικονομικά επικερδείς συναλλαγές με το ΑΕΙ την τελευταία πενταετία, να μην είναι εν ενεργεία καθηγητής σε άλλο ελληνικό πανεπιστήμιο, ούτε να είναι συνταξιούχος καθηγητής του ίδιου ιδρύματος[51].

2.2.2. Οι αρμοδιότητες
Στα πλαίσια της νέας εσωτερικής διάρθρωσης των ΑΕΙ, αναμφίβολη πρόθεση του νομοθέτη ήταν να καταστεί το Συμβούλιο «αληθινός dominus»[52] του εκάστοτε ιδρύματος. Όντως, ο ν. 4009/2011 εξόπλισε το Συμβούλιο με πλειάδα αρμοδιοτήτων και εξουσιών τόσο σε διοικητικό-οικονομικό όσο και σε ακαδημαϊκό-ερευνητικό επίπεδο, όπως με τον καθορισμό της γενικής εκπαιδευτικής και ερευνητικής πολιτικής, την έγκριση του τακτικού προϋπολογισμού, τη διοίκηση και διαχείριση της πανεπιστημιακής περιουσίας, αλλά και την κατάρτιση του τετραετούς ακαδημαϊκού και αναπτυξιακού προγράμματος του ΑΕΙ.

Παρά το γεγονός πως με το ν. 4076/2012 ορισμένες αρμοδιότητες, κυρίως επί των ακαδημαϊκών θεμάτων, μεταφέρθηκαν στη Σύγκλητο ή ασκούνται πλέον έπειτα από εισήγησή της[53], το Συμβούλιο εξακολουθεί να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο παύει τους Κοσμήτορες των σχολών[54], εγκρίνει δε την πρόταση του Πρύτανη για τον οργανισμό και τον εσωτερικό κανονισμό του ιδρύματος[55]. Σημειωτέον ότι στον οργανισμό περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η πρόβλεψη των ειδικών προσόντων και των προϋποθέσεων της εκλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ[56].

Με τον τρόπο αυτό, παραχωρείται στο κάθε ΑΕΙ -και ιδίως στο Συμβούλιό του- η εξουσία να καθορίζει μόνο του τα πρόσθετα τυπικά επιστημονικά προσόντα για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ του οικείου ιδρύματος κατά το δοκούν, πέρα από τη γενική και ενιαία προϋπόθεση της κατοχής διδακτορικού διπλώματος, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να έχει συναφές αντικείμενο με την αντίστοιχη θέση[57]. Επιπλέον, καταργούνται τα αυξημένα κλιμακούμενα ανά βαθμίδα προσόντα που καθορίζονταν στο προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο[58]. Οι σχετικές ρυθμίσεις, πέρα από τη συζητήσιμη (αντι)συνταγματικότητά τους[59], ενδέχεται να οδηγήσουν κατά την εφαρμογή τους και σε παράλογες καταστάσεις: για παράδειγμα, καθηγητής με μειωμένα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά τυπικά ανώτερης βαθμίδας, να καλείται να κρίνει -ως εξωτερικό μέλος επιτροπής- ομοιόβαθμο ή χαμηλότερης βαθμίδας μέλος ΔΕΠ, για τη θέση του οποίου απαιτούνται, σύμφωνα με τον οικείο οργανισμό του ιδρύματος, προσόντα που ο ίδιος ο κρίνων δεν διαθέτει[60].

2.2.3. Τα εξωτερικά μέλη per se
Όσον αφορά στο κρίσιμο ζήτημα της συμμετοχής στο Συμβούλιο τρίτων προσώπων ξένων προς το επιτελούμενο επιστημονικό και εκπαιδευτικό έργο του ΑΕΙ και αν υφίσταται συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις του άρ. 16 Συντ. που κατοχυρώνουν την πλήρη αυτοδιοίκηση -ή άλλως την αυτοκυβέρνηση[61]– των πανεπιστημίων στους φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας, έχουν υποστηριχθεί εκ διαμέτρου αντικρουόμενες θέσεις.

Καταρχάς, επισημαίνεται πως από την αρχή της πλήρους πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης, όπως αντιστοιχίζεται κατά περιεχόμενο με την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας[62], απορρέει ο απολύτως δεσμευτικός για το νομοθέτη κανόνας ότι τα όργανα των ΑΕΙ οφείλουν να συγκροτούνται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που μετέχουν στο διδακτικό ή ερευνητικό έργο, το οποίο επιτελείται σε αυτά[63]. Ως εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα μπορούν να συνυπολογιστούν η συνταγματική πρόβλεψη για τη συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου των καθηγητών[64], αλλά και η συμμετοχή εξωτερικών μελών, πάντως ακαδημαϊκών, στα εκλεκτορικά σώματα για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ[65]. Βάσει αυτών των αντιλήψεων θεωρείται ανεπίτρεπτη η συμμετοχή εξωτερικών μελών στο Συμβούλιο, διότι μεταθέτει ποσοστό της αποφασιστικής εξουσίας για τις πανεπιστημιακές υποθέσεις σε πρόσωπα που δεν ανήκουν στην οικεία ακαδημαϊκή κοινότητα∙ πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για εξω-ακαδημαϊκούς, δηλαδή για άτομα που δεν έχουν ούτε την ιδιότητα, ούτε τις εγγυήσεις του ακαδημαϊκού δημόσιου λειτουργού[66].

Αντιθέτως, παρατηρείται ότι η οργάνωση των πανεπιστημίων δεν είναι θέμα συνταγματικού αλλά κοινού νομοθέτη[67]: ο τελευταίος έχει την ευχέρεια να επιλέγει εκείνη την οργανωτική μορφή και δομή, που να εξυπηρετεί καλύτερα την ελευθερία της επιστήμης, την έρευνα και τη διδασκαλία. Επίσης, ως πλήρης αυτοδιοίκηση νοείται η εξουσία των ΑΕΙ να διοικούνται από δικά τους όργανα, ο τρόπος ανάδειξης των οποίων δεν προβλέπεται, ούτε επιβάλλεται από το Σύνταγμα[68]. Σχετικά με τη μικτή σύνθεση του Συμβουλίου, τονίζεται ότι, εφόσον τα εκλεγόμενα εξωτερικά μέλη χαίρουν της εμπιστοσύνης των πανεπιστημιακών εκλογέων τους, δεν υψώνεται κανένας συνταγματικός φραγμός και συνεπώς «δεν είναι απαραίτητο να είναι και οι ίδιοι πανεπιστημιακοί»[69].

Μια ενδιάμεση άποψη υποστηρίζει ότι η συμμετοχή εξωτερικών μελών στα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ, και δη στο Συμβούλιο, θα μπορούσε να θεωρηθεί συνταγματικώς ανεκτή, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω όργανα δεν έχουν αρμοδιότητες στο ακαδημαϊκό πεδίο, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία[70]. Για παράδειγμα, θα μπορούσε το Συμβούλιο να έχει καθαρά συμβουλευτικό ρόλο ή οι αρμοδιότητές του να περιορίζονται στην οικονομική και περιουσιακή διαχείριση των ΑΕΙ, όπως και σε άλλα αμιγούς διοικητικής φύσης θέματα, τα οποία ουδεμία συνάφεια έχουν με τον προστατευόμενο χώρο της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Όμως, το Συμβούλιο ασκεί σαφώς και ακαδημαϊκές λειτουργίες[71] και επομένως, σύμφωνα με αυτή τη μετριοπαθέστερη προσέγγιση, καθίσταται τουλάχιστον αμφισβητήσιμη η δυνατότητα σύμπραξης των τρίτων -σε σχέση με την πανεπιστημιακή κοινότητα- προσώπων στη λήψη αποφάσεων σε σημαντικές ακαδημαϊκού χαρακτήρα υποθέσεις.

Συμπερασματικά, κρίνεται ορθό να αναγνωριστεί στο νομοθέτη ευρεία ελευθερία ως προς την οργάνωση των πανεπιστημίων. Άλλωστε, για την εκπλήρωση των ακαδημαϊκών, ερευνητικών, διοικητικών και οικονομικών στόχων των ΑΕΙ προϋποτίθεται απαραίτητα η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των οργάνων του, η οποία θα κριθεί επί του πρακτέου στη νέα της μορφή. Πάντως, η πλήρης αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως αυτοσκοπός που τείνει να γίνει τροχοπέδη στην εξυπηρέτηση της συνταγματικής αποστολής τους.

Εν προκειμένω, πλήγμα στη θεσμοθετημένη αυτοκυβέρνηση των ΑΕΙ θα συνιστούσε λ.χ. ο διορισμός των εξωτερικών μελών του Συμβουλίου με απόφαση του υπουργού Παιδείας. Από τη στιγμή, μάλιστα, που προβλέπεται ότι πρόκειται για αναγνωρισμένες προσωπικότητες της πνευματικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής, η συμμετοχή των εξωτερικών μελών στη διοίκηση των πανεπιστημίων δεν μπορεί παρά να αποτελεί δικαιολογημένη επιλογή του νόμου, με γνώμονα την επιθυμητή τάση εξωστρέφειας της ανώτατης εκπαίδευσης[72]. Σε κάθε περίπτωση, η συνδρομή έμπειρων και τεχνοκρατών εξω-ακαδημαϊκών, ειδικά εφόσον αυτοί επιλέγονται από πανεπιστημιακούς, αναμένεται να ενισχύσει και να διευκολύνει (τουλάχιστον) το πολύπλοκο διοικητικό έργο[73].

2.3. Τα μονοπρόσωπα όργανα

2.3.1. Ο Πρύτανης
Η θέση του Πρύτανη στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπως διαμορφώθηκε μέσα από την παράδοση, την πρακτική, αλλά και τον τρόπο ανάδειξής του, έχει αποκτήσει ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία. Ως το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο του ΑΕΙ επιτελεί σημαντικές λειτουργίες συμβολικής και ουσιαστικής εκπροσώπησης του πανεπιστημίου προς τα έξω[74]. Η εν λόγω αποστολή του συνδέεται άμεσα και με την αυξημένη ευθύνη του για την υπεράσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε όλες τις περιπτώσεις που αυτή δέχεται πιέσεις ή παρεμβάσεις από την κρατική εξουσία, όπως και από άλλους παράγοντες της πανεπιστημιακής και της ευρύτερης κοινωνικής ζωής[75].

Με το ν. 4009/2011 επήλθαν ορισμένες αλλοιώσεις τόσο στις εξουσίες όσο και στη γενική φυσιογνωμία του Πρύτανη σε σύγκριση με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς. Πάντως, η απόκτηση της ιδιότητας του Πρύτανη εξακολουθεί να συναρτάται με πληθώρα αρμοδιοτήτων διοικητικού και ακαδημαϊκού χαρακτήρα[76]: ειδικότερα, είναι επιφορτισμένος με εκτενείς οικονομικές (π.χ. κατανομή πιστώσεων, κατάρτιση προϋπολογισμού και απολογισμού), διοικητικές (π.χ. κατάρτιση οργανισμού και εσωτερικού κανονισμού, ορισμός αναπληρωτών Πρυτάνεων) και ακαδημαϊκές (π.χ. προκήρυξη των θέσεων των καθηγητών) αρμοδιότητες[77]. Διέθετε μάλιστα και το τεκμήριο της αρμοδιότητας, το οποίο μεταβιβάστηκε με το ν. 4076/2012 στη Σύγκλητο[78].

Όσον αφορά στην εκλογή του Πρύτανη, αυτή λαμβάνει χώρα έπειτα από άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία των καθηγητών και των υπηρετούντων λεκτόρων του οικείου ιδρύματος[79]. Προφανές είναι ότι αποκλείεται πλέον από την εκλογική διαδικασία ένα μεγάλο τμήμα της ακαδημαϊκής κοινότητας: πρωτίστως οι φοιτητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί, και δευτερευόντως τα μέλη του ειδικού εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού. Με τον τρόπο αυτό, αναμφίβολα καθίσταται το νέο εκλεκτορικό σώμα μειωμένης αντιπροσωπευτικότητας[80]. Όμως, ο λόγος για τον οποίο προέβη ο νομοθέτης στην παραπάνω ρύθμιση και ιδίως στον εκμηδενισμό της φοιτητικής συμμετοχής δεν μπορεί να είναι άλλος πέρα από τον ακόλουθο: το δικαίωμα της ψήφου χρησιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα από τις φοιτητικές παρατάξεις -με άλλα λόγια από τις κομματικές νεολαίες- ως δίαυλος εισόδου αμιγώς κομματικών, και όχι ακαδημαϊκών, κριτηρίων στη διαδικασία ανάδειξης των πανεπιστημιακών αρχών[81]. Με τον αποκλεισμό τους γίνεται προσπάθεια να κοπεί αυτός ο ομφάλιος λώρος της συναλλαγής, που υπήρξε αναντίρρητα υπαίτιος αρκετών δεινών στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Εξάλλου, για το αξίωμα του Πρύτανη μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα καθηγητές πρώτης βαθμίδας της ημεδαπής ή της αλλοδαπής με ελληνική ιθαγένεια που θα γνωρίζουν άριστα την ελληνική γλώσσα, ενώ πλην του αναγνωρισμένου κύρους αναγκαίο είναι να διαθέτουν και σημαντική διοικητική εμπειρία[82]. Κατά συνέπεια, επιτρέπεται η εκλογή εξωπανεπιστημιακού προσώπου, το οποίο δεν έχει κανέναν οργανικό σύνδεσμο με την ακαδημαϊκή κοινότητα του συγκεκριμένου ΑΕΙ, ούτε γνωρίζει καταρχήν τις υποθέσεις που καλείται να διαχειριστεί. Επομένως, εύλογα γεννώνται συνταγματικής φύσης ελαττώματα αναφορικά με τη στελέχωση ενός μονοπρόσωπου οργάνου από εξωτερικό μέλος[83], τα οποία θα μπορούσαν να παρακαμφθούν με την ex lege μετάκληση ή μετακίνηση του εκλεγέντος Πρύτανη σε θέση καθηγητή πρώτης βαθμίδας στο γνωστικό αντικείμενό του στο ΑΕΙ όπου εξελέγη[84]. Ταυτόχρονα, για να αντιμετωπιστεί η πιθανή εκ μέρους του Πρύτανη έλλειψη γνώσεων ως προς τη φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το ίδρυμα, εφόσον πρόκειται για ξένο σε σχέση με το οικείο πανεπιστήμιο πρόσωπο, ο νομοθέτης απαιτεί τη διοικητική εμπειρία ως sine qua non προϋπόθεση για την απόκτηση της θέσης.

Επιπροσθέτως, ζητήματα συνταγματικότητας δημιουργεί και η προεπιλογή των υποψηφίων Πρυτάνεων από το Συμβούλιο του ιδρύματος, κατόπιν εκτίμησης των ουσιαστικών τους προσόντων, ακαδημαϊκών και διοικητικών. Πράγματι, έπειτα από την εισήγηση τριμελούς επιτροπής που διορίζεται από το Συμβούλιο για να αξιολογήσει τους υποψηφίους, το τελευταίο -ανάλογα με το αν πρόκειται για 15μελές ή 11μελές- επιλέγει τους τρεις (3) ή δύο (2) επικρατέστερους Πρυτάνεις, οι οποίοι τίθενται αντιμέτωποι στην εκλογική διαδικασία[85]. Με τις προκείμενες διατάξεις θίγονται από τη μία, το δικαίωμα εκλέγειν των μελών ΔΕΠ που αναγκάζονται να επιλέξουν μεταξύ προεπιλεγέντων από τρίτα πρόσωπα υποψηφίων, και από την άλλη, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι όσων έθεσαν υποψηφιότητα που απορρίφθηκε για μη τυπικούς λόγους από το Συμβούλιο[86]. Βεβαίως, είναι μάλλον αυτονόητο ότι ο νομοθέτης επέλεξε το «φιλτράρισμα» των υποψηφίων Πρυτάνεων από το Συμβούλιο, προκειμένου να αποφευχθούν αφενός η οποιαδήποτε υπόνοια κομματικοποίησης της εκλογικής διαδικασίας (συχνότατο φαινόμενο στο παρελθόν) και αφετέρου η ενδεχόμενη θέση υποψηφιότητας από κάποιους καθαρά για λόγους αυτοπροβολής.

2.3.2. Ο Κοσμήτορας
Εξίσου σημαντικός με το ρόλο του Πρύτανη στο ίδρυμα είναι και ο αντίστοιχος ρόλος του Κοσμήτορα στη σχολή. Ενόψει δε της επιδιωκόμενης -και ενμέρει επιτευχθείσας- αναβάθμισης των σχολών ως βασικής μονάδας στα ΑΕΙ[87], καταλαβαίνει κανείς ότι αποκτά μεγαλύτερη σημασία με ποιο τρόπο θα επιλέγονται αυτοί που θα στελεχώνουν την εν λόγω μονοπρόσωπη οργανική θέση.

Αρχικά, στο ν. 4009/2011, προβλέφθηκε ότι το Συμβούλιο θα εξέλεγε (ή μάλλον θα όριζε) ως Κοσμήτορα έναν καθηγητή αναγνωρισμένου κύρους πρώτης βαθμίδας της οικείας σχολής με διοικητική εμπειρία, κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος[88]. Η συγκεκριμένη ρύθμιση έγειρε πρόδηλα θέματα αντισυνταγματικότητας, καθώς ο Κοσμήτορας έπαυε να αποτελεί δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό όργανο αυτοδιοίκησης, διότι δεν θα εκλεγόταν από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας την οποία επρόκειτο να διοικήσει, ήτοι της σχολής, αλλά θα επιλεγόταν από το ύπατο πανεπιστημιακό όργανο, το Συμβούλιο[89]. Άλλωστε, η αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τις επιμέρους ακαδημαϊκές μονάδες που σχηματίζουν την εσωτερική διάρθρωσή τους (σχολή, τμήμα, τομέας), και συνεπώς είναι αναγκαίο τα μονοπρόσωπα όργανα των μονάδων αυτών να εκλέγονται τουλάχιστον από τα εντασσόμενα σε αυτά μέλη ΔΕΠ, αν όχι και από τους λοιπούς φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας (π.χ. τους φοιτητές)[90].

Προκειμένου να κατευνάσει τις αντιδράσεις ως προς αυτή τη μορφή εσωτερικής ιεραρχικής ετεροδιοίκησης που εισήγαγε, ο νομοθέτης με το ν. 4076/2012 τροποποίησε ουσιωδώς τον τρόπο ανάδειξης του Κοσμήτορα. Από εδώ και στο εξής, ο Κοσμήτορας θα εκλέγεται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τα μέλη ΔΕΠ της αντίστοιχης σχολής, συμπεριλαμβανομένων και των λεκτόρων, έπειτα από προεπιλογή των τριών (3) ή δύο (2) επικρατέστερων υποψηφίων από το Συμβούλιο, το οποίο υποβοηθείται στο έργο του από τριμελή επιτροπή απαρτιζόμενη από δύο καθηγητές πρώτης βαθμίδας της οικείας σχολής και έναν καθηγητή προερχόμενο από άλλη σχολή του ιδρύματος[91]. Βεβαίως, υποψηφιότητα εξακολουθούν να μπορούν να δηλώνουν μόνο καθηγητές πρώτης βαθμίδας της σχολής, οι οποίοι διαθέτουν αναγνωρισμένο κύρος και διοικητική εμπειρία[92].

Παραδόξως, το Συμβούλιο διατήρησε -και κατόπιν των νομοθετικών βελτιώσεων που επήλθαν με το ν. 4076/2012- την αρμοδιότητα να παύει τον Κοσμήτορα, με αιτιολογημένη απόφασή του που λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία, για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του[93]. Όμως, μια τέτοια κίνηση θα συνιστά παραβίαση της αρχής της πλήρους αυτοδιοίκησης στο επίπεδο της σχολής, καθότι ο Κοσμήτορας είναι αιρετό όργανο που στηρίζεται στην εκλογική και αντιπροσωπευτική νομιμοποίησή του και επομένως, η παύση του αποτελεί πειθαρχική ποινή, η οποία μπορεί να επιβληθεί μόνο από το πειθαρχικό συμβούλιο του άρ. 16 παρ. 6 εδ. δ’ Συντ.[94]

Επιπλέον, ο Κοσμήτορας, σύμφωνα με το ν. 4009/2011, διέθετε αποφασιστική αρμοδιότητα όσον αφορά στο ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ[95]. Εν ολίγοις, είχε προτιμηθεί αρχικά να αποδοθεί σε ένα μονομελές όργανο η προκείμενη κρίσιμη εξουσία αντί ενός συλλογικού οργάνου, όπως ήταν η Γενική Συνέλευση του τμήματος με ειδική σύνθεση (δηλαδή με τη συμμετοχή μελών ΔΕΠ και δύο εκπροσώπων των μεταπτυχιακών φοιτητών), η οποία ήταν αρμόδια υπό το προγενέστερο καθεστώς[96]. Η εναπόθεση της σχετικής αρμοδιότητας και ευθύνης σε ένα πρόσωπο, τον Κοσμήτορα, θεωρήθηκε εξ υπαρχής προβληματική και επικρίθηκε σφοδρά[97], δεδομένου ότι καταργούνταν η στελέχωση του εκλεκτορικού σώματος από τα ειδικότερα και πλησιέστερα στο αντικείμενο του κρινόμενου μέλη ΔΕΠ. Με τον τρόπο αυτό, ο νομοθέτης απομακρυνόταν από το σύστημα της επιστημονικής εγγύτητας που χαρακτηρίζει το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων υπέρ ενός μονομελούς οργάνου, το οποίο αντικειμενικά δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει όλες τις περιπτώσεις, καθώς και να γνωρίζει τις συναφείς επιστημονικές ειδικότητες[98].

Για τους προαναφερθέντες λόγους, ο ν. 4076/2012 επανέφερε ρητά την αρμοδιότητα συγκρότησης των επιτροπών εκλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ στη Γενική Συνέλευση του τμήματος, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Κοσμητείας[99]. Επιτυγχάνεται δηλαδή η αρχή της επιστημονικής εγγύτητας, καθώς εκ των πραγμάτων η Γενική Συνέλευση διαθέτει κατά τεκμήριο τις ειδικές γνώσεις που απαιτούνται για την καλύτερη συγκρότηση των αντίστοιχων εκλεκτορικών σωμάτων. Ωστόσο, δεν προέβη στην εξάλειψη του κινδύνου που απορρέει από τη μείωση του αριθμού των εκλεκτόρων, ο οποίος περιορίστηκε από δεκαπέντε (15) σε επτά (7)[100], και έγκειται στο ενδεχόμενο αυθαίρετων κρίσεων και σφαλμάτων. Προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης των όποιων κινδύνων, όμως, αναμένεται να συμβάλλει η ρύθμιση υποχρεωτικής λήψης έγγραφης γνωμοδότησης-αξιολόγησης εκ μέρους δύο (2) καθηγητών ή ερευνητών της αλλοδαπής ή, αν κάτι τέτοιο δεν καθίσταται εφικτό, της ημεδαπής[101].

3. Επίμετρο

3.1. Η προχειρότητα στη νομοθέτηση
Διαχρονικά, το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα ΑΕΙ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα επιπόλαιας και αποσπασματικής προσέγγισης, από την πλευρά της εκάστοτε κυβέρνησης, των εξαιρετικά ευαίσθητων ζητημάτων, τα οποία αφορούν την ανώτατη εκπαίδευση. Σχεδόν όλοι οι υπουργοί Παιδείας, από την εκ βάθρων μεταρρύθμιση του 1982 και έπειτα, θεώρησαν σκόπιμο να πραγματοποιήσουν διορθωτικές παρεμβάσεις  -άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε με αμφίβολα αποτελέσματα- στο χώρο των πανεπιστημίων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εν λόγω νομοθετικής ασυνέχειας και ασυνέπειας συνιστά η συνεχής μετατόπιση του τεκμηρίου της αρμοδιότητας: με άλλα λόγια, πρόκειται για την πρόβλεψη του οργάνου εκείνου, το οποίο ασκεί όσες αρμοδιότητες δεν ανατίθενται από το νόμο ειδικώς σε κάποιο άλλο όργανο του ιδρύματος. Συγκεκριμένα, το τεκμήριο αρμοδιότητας, σύμφωνα με το ν. 1268/1982[102], ανήκε στη Σύγκλητο∙ με το ν. 2083/1992[103] μεταφέρθηκε στο Πρυτανικό Συμβούλιο∙ ο ν. 2188/1994[104] το επανέφερε στη Σύγκλητο∙ κατά το ν. 4009/2011[105] υπαγόταν στον Πρύτανη∙ τελικά, με το ν. 4076/2012[106], το τεκμήριο αρμοδιότητας επέστρεψε στη Σύγκλητο.

Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι τα διαρκή πειράματα του νομοθέτη είχαν ως απόρροια τη δημιουργία κάθε φορά εύλογων αντιρρήσεων αφενός για τη σκοπιμότητα και αφετέρου για την πρακτική αποτελεσματικότητά τους. Από αυτό το αρνητικό υπόβαθρο, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και η συνολική μεταρρύθμιση που επέφερε ο ν. 4009/2011. Πράγματι, το υπό εξέταση νομοθέτημα, έστω και αν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση της εκ των πραγμάτων αναγκαίας εξωστρέφειας των πανεπιστημίων, «είναι σχολαστικά λεπτομερές και έχει αφόρητα πολυτελείς και περίπλοκες ρυθμίσεις, σε βάρος της σαφήνειας και της λιτότητας»[107].

Σε συνδυασμό με την -ούτως ή άλλως- περιορισμένη διαβούλευση που προηγήθηκε της ψήφισής του[108], οι συντάκτες του συγκεκριμένου νόμου μάλλον παραγνώρισαν πως μια θεμελιώδης ανατροπή του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου δεν μπορεί παρά να απαιτεί μακρό χρόνο προσαρμογής, προκειμένου να εξοικειωθούν τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθώς και να ενημερωθούν οι κατά κανόνα βραδυκίνητες οργανωτικές βάσεις των πανεπιστημίων, σχετικά με αυτή τη «νέα τάξη πραγμάτων». Σε κάθε περίπτωση, την ενμέρει αποτυχία του ν. 4009/2011 να εφαρμοστεί αμελλητί στα ΑΕΙ συνομολόγησε και ο ίδιος ο νομοθέτης, ο οποίος με τις μετέπειτα τροποποιήσεις του (δηλαδή τους ν. 4076/2012 και 4115/2013) προσπάθησε και κατόρθωσε να βελτιώσει ορισμένες δυσχέρειες, που επήλθαν συνεπεία της προφανούς προχειρότητας ειδικότερων ρυθμίσεων και ιδίως των άδικων μεταβατικών διατάξεων.

3.2. Οι ενδεχόμενες δυσλειτουργίες
Γεγονός είναι πως το νέο νομοθετικό καθεστώς δεν προβαίνει στην απολύτως απαραίτητη για την ορθή λειτουργία των πανεπιστημίων απλούστευση των διαδικασιών. Αν και με το ν. 4009/2011 αποπειράθηκε η μείωση των δομών στα ΑΕΙ, με την κατάργηση των τομέων και την υποβάθμιση των τμημάτων[109], που ενδεχομένως να οδηγούσε σε επιτάχυνση των ακαδημαϊκών και διοικητικών διεργασιών, εντούτοις κάτι τέτοιο στην πράξη αποδείχθηκε δύσκολα εφαρμόσιμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι, υπό το ισχύον πλαίσιο, προβλέπονται σε επίπεδο ιδρύματος τρία όργανα (το Συμβούλιο, ο Πρύτανης και η Σύγκλητος)[110], σε επίπεδο σχολής επίσης τρία όργανα (ο Κοσμήτορας, η Κοσμητεία και η Γενική Συνέλευση)[111] και σε επίπεδο τμήματος τουλάχιστον δύο όργανα (ο Πρόεδρος και η Συνέλευση του τμήματος), στην περίπτωση δε που έχουν συσταθεί τομείς άλλα δύο όργανα (ο διευθυντής και η Γενική Συνέλευση του τομέα)[112].

Αναπόφευκτο είναι και μόνο η συνύπαρξη τόσων οργάνων να προκαλεί σύγχυση ως προς τις αρμοδιότητες του καθενός, αλληλεπικάλυψη ή διασταύρωση των λειτουργιών, καθυστέρηση στη διευθέτηση των ομολογουμένως περίπλοκων υποθέσεων, αλλά και στη λήψη των οποιασδήποτε φύσης αποφάσεων. Ενδεικτικά παρατηρεί κανείς πως, όσον αφορά στο ακανθώδες θέμα της ρύθμισης του οργανισμού του πανεπιστημίου, εμπλέκονται όλα τα όργανα του ιδρύματος: ο Πρύτανης, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη της Συγκλήτου, καταρτίζει το σχέδιο οργανισμού, το οποίο εισηγείται προς έγκριση στο Συμβούλιο∙ με τη σειρά του, το Συμβούλιο εγκρίνει την παραπάνω πρόταση για έκδοση και αναθεώρηση του οργανισμού[113].

Καθίσταται προφανές ότι, καθαρά από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, η ριζική αναδιάταξη του τοπίου της ανώτατης εκπαίδευσης που επιχείρησε ο νομοθέτης θα έπρεπε να τον οδηγήσει -σε αρκετά σημεία- σε περαιτέρω αποσαφήνιση και διάκριση των αρμοδιοτήτων των πανεπιστημιακών οργάνων. Παράλληλα, όμως, την εμφάνιση προβληματικών καταστάσεων και κωλυσιεργιών στη διοίκηση των ΑΕΙ «συνεπικουρούν» η έλλειψη επαρκούς οικονομικής χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκ μέρους της Πολιτείας και η ανισοκατανομή (ή η κακοδιαχείριση) των πενιχρών πόρων από τα ίδια τα πανεπιστήμια[114]. Βέβαιο είναι ότι η πραγμάτωση μιας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας με τόσο ευρύτατους στόχους είναι καταδικασμένη να αποτύχει αν δεν συνοδεύεται από την εξασφάλιση ενός minimum ανθρώπινου διοικητικού δυναμικού που, με τη βοήθεια των απαραίτητων υλικοτεχνικών ενισχύσεων, θα συμβάλλει ουσιαστικά στην επίτευξη των οραματιζόμενων σχεδίων και στην εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής των ΑΕΙ.

3.3. Τα περιθώρια αισιοδοξίας
Η εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου στα πανεπιστήμια δυστυχώς έχει συμπέσει με τη δυσμενέστερη οικονομική δυσπραγία για τη χώρα μας, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και ύστερα, με αποτέλεσμα να τεθεί καταρχήν σε δεύτερη μοίρα τόσο από την κεντρική εξουσία όσο και από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Προέχει η δημοσιονομική επιβίωση του κράτους και η ταυτόχρονη διάσωση των στοιχειωδών λειτουργιών των ΑΕΙ εωσότου επιστρέψουν οι ομαλές συνθήκες. Πάντως, δεν παύει να αποτελεί μια αισιόδοξη νότα το γεγονός ότι ο ν. 4009/2011 -με όλα τα σφάλματα, τις κακοτεχνίες και τα συνταγματικά ελαττώματα- εφαρμόζεται κανονικά, με ορισμένες επιμέρους καθυστερήσεις, ειδικά κατόπιν των μεταγενέστερων παρεμβάσεων του νομοθέτη.

Πάντως, κοινό τόπο συνιστά η διαπίστωση ότι οι νόμοι δεν λύνουν τα προβλήματα. Όπως επί αρκετές δεκαετίες, το προϋφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν απέτρεψε τα φαινόμενα εκτεταμένης ανομίας στα πανεπιστήμια, έτσι και η οποιαδήποτε νομοθετική μεταρρύθμιση -όπως η υπό διερεύνηση- δεν αρκεί από μόνη της, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι χρόνιες παθογένειες στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Το καθετί καινούριο, άλλωστε, «που δεν είναι αναγκαστικά και αντισυνταγματικό»[115], λογικό είναι να δημιουργεί έριδες και αντιπαλότητες στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής κοινότητας, αφού πρόκειται για κατεξοχήν πεδίο όπου επιτρέπεται (ή μάλλον επιβάλλεται) η υγιής αντιπαράθεση ιδεών.

Συμπερασματικά, η επιτυχία του νόμου εναπόκειται κυρίως, αν μη αποκλειστικά, στα πρόσωπα που θα κληθούν να τον εφαρμόσουν και όχι στην αποτελεσματικότητα της κάθε ξεχωριστής ρύθμισης[116]. Εν προκειμένω, όσον αφορά στο κυρίαρχο ζήτημα της διοίκησης των ΑΕΙ, τελική πηγή εξουσίας παραμένουν οι καθηγητές, οι οποίοι απαρτίζουν κατά πλειοψηφία το Συμβούλιο, επιλέγουν τα εξωτερικά μέλη αυτού, ενώ διαδραματίζουν μείζονα ρόλο στην ανάδειξη των Πρυτάνεων και των Κοσμητόρων. Επομένως, η ευθύνη επωμίζεται στους ανθρώπους που θα στελεχώσουν, από εδώ και στο εξής, τα μονοπρόσωπα και τα συλλογικά όργανα των ΑΕΙ, ώστε αυτοί να επιτελέσουν στον υψηλότερο βαθμό και με αίσθημα ευθύνης το έργο -ακαδημαϊκό, ερευνητικό, διοικητικό, οικονομικό- που τους ανατίθεται, προκειμένου τα ελληνικά πανεπιστήμια να επανακτήσουν σύντομα την προσωρινά απολεσθείσα αίγλη και υπόληψή τους. Τα μηνύματα από τη συγκρότηση των νέων Συμβουλίων αφήνουν πάντως αρκετά περιθώρια αισιοδοξίας[117].

(*) Η ανωτέρω εργασία παραδόθηκε γραπτώς στη διδάσκουσα αναπληρώτρια καθηγήτρια Ευ. Πρεβεδούρου, στα πλαίσια του μαθήματος της Διοικητικής Επιστήμης του ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ. για το ακαδημαϊκό έτος 2012-2013.

[1] ΦΕΚ Α’ 87/16.7.1982.

[2] Ο όρος δεν είναι νομικά ακριβής, καθώς στην πραγματικότητα δεν παρείχε εξουσιοδοτήσεις σε γενικό πλαίσιο προς την κανονιστική διοίκηση, βλ. Βενιζέλου, «Ο “νόμος-πλαίσιο” για τα ΑΕΙ», Δίκαιο και Πολιτική, 2/1982, σ. 154.

[3] Έτσι ο Χρυσανθάκης, «Η πρόσφατη μεταρρύθμιση στην ανώτατη εκπαίδευση (Ν 4009/2011): Σε αναζήτηση μίας νέας ισορροπίας (;)», ΘΠΔΔ, 2/2012, σ. 102.

[4] Όλως ενδεικτικώς αναφέρονται οι ν. 2083/1992 (ΦΕΚ Α’ 159/21.9.1992), 2517 και 2530/1997 (ΦΕΚ Α’ 160/11.8.1997 και 218/23.10.1997) και 3549/2007 (ΦΕΚ Α’ 69/20.3.2007).

[5] Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων», σ. 1.

[6] Για το ιστορικό θέσπισης του ν. 4009/2011, βλ. Παπαθεοδώρου (επιμ.), Ο Νόμος 4009/2011 για τα ΑΕΙ, Αθήνα: 2011, σ. 1 επ.

[7] Σχετικά με το κείμενο διαβούλευσης, βλ. Ανθόπουλου, «Πανεπιστημιακή διακυβέρνηση και Σύνταγμα», ΕφημΔΔ, 5/2010, σ. 589 επ.

[8] Βλ. Χρυσόγονου, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011 για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: 2012, σ. 2.

[9] Βλ. Χρυσόγονου, «Γνωμοδότηση προς τη Σύνοδο των Πρυτάνεων: το προσχέδιο νόμου για τα ΑΕΙ και η συνταγματική νομιμότητα», ΕφημΔΔ, 3/2011, 322 επ., Ανθόπουλου, «Γνωμοδότηση προς τη Σύνοδο των Πρυτάνεων σχετικά με τη συνταγματικότητα ορισμένων ρυθμίσεων του προσχεδίου νόμου», ΕφημΔΔ, 3/2011, σ. 330 επ., Γεραπετρίτη/Βλαχόπουλου, «Γνωμοδότηση προς τη Σύνοδο των Πρυτάνεων: τα προβλήματα συνταγματικότητας του προσχεδίου νόμου για τα ΑΕΙ», ΕφημΔΔ, 3/2011, σ. 333 επ. και Γιαννακόπουλου, «Η αποδόμηση των πανεπιστημίων και η επιλεκτική χρεοκοπία του Συντάγματος», ΕφημΔΔ, 3/2011, σ. 336 επ.

[10] Το άρ. 50 παρ. 5 ν. 1268/1982 όριζε ότι: «Οι προβλεπόμενες από το νόμο αυτό προθεσμίες αναστέλλονται μόνο από 1η Ιουλίου μέχρι 31η Αυγούστου, εφ’ όσον στο διάστημα αυτό υπάρχουν θερινές διακοπές».

[11] Βλ. ν. 4048/2012 (ΦΕΚ Α’ 34/23.2.2012), που τιτλοφορείται: «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης».

[12] Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Δομή…» , ό.π., σ. 1.

[13] Βλ. Χρυσανθάκη, ό.π., σ. 103.

[14] Πρβλ. Σταθόπουλου, «Το νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ», Καθημερινή, 7.8.2011.

[15] Ορισμένα από τα ανακύψαντα ζητήματα προσπάθησε να διορθώσει ο νομοθέτης αρχικά με το ν. 4076/2012 (ΦΕΚ Α’ 159/10.8.2012) και στη συνέχεια με το ν. 4115/2013 (ΦΕΚ Α’ 24/30.1.2013).

[16] ΦΕΚ Α’ 195/6.9.2011.

[17] Πρβλ. άρ. 1 του ν. 1268/1982: 1. Το Κράτος έχει την υποχρέωση να παρέχει την ανωτάτη εκπαίδευση σε κάθε έλληνα πολίτη που το επιθυμεί, μέσα από τις διαδικασίες που ορίζονται κάθε φορά από το νόμο.
2. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), που έχουν ως αποστολή: ι) Να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση με την έρευνα και τη διδασκαλία και να καλλιεργούν τις τέχνες. ιι) Να συντείνουν στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση και να παρέχουν τα απαραίτητα εφόδια που θα εξασφαλίζουν την άρτια κατάρτιση τους για επιστημονική και επαγγελματική σταδιοδρομία. ιιι) Να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των  κοινωνικών πολιτιστικών και αναπτυξιακών αναγκών του τόπου.
3. Στα πλαίσια της αποστολής τους τα Α.Ε.Ι. οφείλουν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της ανάγκης για συνεχιζόμενη εκπαίδευση και διαρκή επιμόρφωση του λαού.

[18] Άρ. 4 παρ. 1 περ. δ’ του ν. 4009/2011: 1. Τα Α.Ε.Ι. έχουν ως Αποστολή: (…) δ) να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και των επαγγελματικών πεδίων, καθώς και στις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας, και να προωθούν τη διάχυση της γνώσης, την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας και την καινοτομία, με προσήλωση στις αρχές της επιστημονικής δεοντολογίας, της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής, (…)

[19] Άρ. 4 παρ. 2 περ. α’ του ν. 4009/2011 (η έμφαση του γράφοντος): 2. Στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής Αποστολής των ιδρυμάτων κάθε τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης: α) Τα Πανεπιστήμια δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην υψηλή και ολοκληρωμένη εκπαίδευση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της επιστήμης, της τεχνολογίας και των τεχνών, καθώς και της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα επαγγελματικά πεδία.

[20] Άρ. 30 παρ. 2 περ. γ’ του ν. 4009/2011: 2. (…) γ) Κάθε ίδρυμα μπορεί να οργανώνει προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών, τα οποία περιλαμβάνουν μαθήματα που αντιστοιχούν κατά μέγιστο σε 120 πιστωτικές μονάδες και ολοκληρώνεται με την απονομή πιστοποιητικού κατάρτισης σύντομου κύκλου, κατά τα οριζόμενα στον Οργανισμό του ιδρύματος. Το πιστοποιητικό αυτό δεν είναι ισότιμο με τίτλο σπουδών πρώτου κύκλου.

[21] Άρ. 43 του ν. 4009/2011: 1. Τα ιδρύματα μπορούν να οργανώνουν και να παρέχουν προγράμματα σπουδών δια βίου μάθησης, που οδηγούν στην απονομή αντίστοιχων πιστοποιητικών μη τυπικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια της περίπτωσης 4 του άρθρου 2 του ν. 3879/2010 (Α’ 163), στο πλαίσιο της σχολής δια βίου μάθησης που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 7.
2. Με τον Οργανισμό κάθε ιδρύματος ορίζονται τα κριτήρια και οι διαδικασίες για την έγκριση των προγραμμάτων σπουδών δια βίου μάθησης, οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις λειτουργίας τους, τα όργανα διοίκησης τους, οι όροι και η διαδικασία ορισμού τους, καθώς και ο τρόπος εισαγωγής των φοιτητών σε αυτά.
3. Με απόφαση της Συγκλήτου, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της κοσμητείας της σχολής δια βίου μάθησης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση, τη λειτουργία και τη διοίκηση του προγράμματος δια βίου μάθησης. Ο ορισμός ή μη διδάκτρων, και ο καθορισμός του ύψους και του τρόπου καταβολής τους γίνεται με απόφαση του Συμβουλίου του ιδρύματος, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της κοσμητείας της σχολής και γνώμη της Συγκλήτου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι ισχύουσες για τα προγράμματα σπουδών διατάξεις, καθώς και ο Οργανισμός και ο Εσωτερικός Κανονισμός του ιδρύματος.
4. Τα Α.Ε.Ι. μπορούν να οργανώνουν τα προγράμματα δια βίου μάθησης και με μεθόδους εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων.

[22] Βλ. Χρυσανθάκη, ό.π., σ. 103.

[23] Ιδίως από τις παρ. 1, 5 και 6 του άρ. 16 Συντ: 1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα. (…)
5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως ο νόμος ορίζει. Ειδικός νόμος ορίζει όσα αφορούν τους φοιτητικούς συλλόγους και τη συμμετοχή των σπουδαστών σε αυτούς.
6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως ο νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ώσπου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους.

[24] Έτσι ο Χρυσανθάκης, ό.π., σ. 103, ο οποίος εξάλλου υποστηρίζει ότι «θα ήταν αναγκαία η παράθεση ορισμένων ειδικών σκέψεων στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, με τις οποίες να τεκμηριώνεται ο συσχετισμός της κατάρτισης με το ακαδημαϊκό έργο, ώστε να καθίσταται εφικτή η αποτροπή του συμπεράσματος περί συνταγματικής ασυμβατότητας της συγκεκριμένης δραστηριότητας με την ακαδημαϊκή αποστολή των πανεπιστημίων».

[25] Πρβλ. τις αντιρρήσεις της Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, «“Oμιλήματα” για τις “Ώρες” του Πανεπιστημίου (ή ο λόγος για δικαιοσύνη, ευνομία και ειρήνη στα ΑΕΙ)», ΕφημΔΔ, 5/2011, σ. 634, η οποία εύλογα διερωτάται «σε ποια “Αγορά” θα είναι “ανοικτό” και με τι θα είναι συνδεδεμένο το σύγχρονο ελληνικό Πανεπιστήμιο, όταν το χρηματοπιστωτικό μας είδωλο που παγκόσμια κατασκευάσθηκε και ολόκληρα οικονομικά Πανεπιστήμια -και στη Χώρα μας- το υπηρέτησαν και το εξέθρεψαν “κατέρρευσε”;».

[26] ΟλομΣτΕ 96/2013. Προς την ίδια κατεύθυνση και ο Ανθόπουλος, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ και η αναδιοργάνωση της πανεπιστημιακής διοίκησης», ΕφημΔΔ, 3/2012, σ. 314 (υποσ. 67), ο οποίος επισημαίνει ότι «ο κοινός νομοθέτης μπορεί να εμπλουτίσει τη συνταγματική αποστολή των ΑΕΙ και να διευρύνει τους στόχους τους, εν όψει ιδίως του άρθρου 106 παρ. 1 Συντ. και της εκεί προβλεπόμενης συνταγματικής επιδίωξης για οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας», χωρίς όμως η διεύρυνση αυτή «να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη “πλήρη αυτοδιοίκηση” των ΑΕΙ».

[27] Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Δομή…», ό.π., σ. 11, θα περιοριστεί και ο αριθμός των φοιτητών που εγκαταλείπουν τις σπουδές τους, ιδιαίτερα στα ιδρύματα του τεχνολογικού τομέα.

[28] Άρ. 6 παρ. 2 του ν. 1268/1982: 2. Οι Σχολές διαιρούνται σε Τμήματα. Το Τμήμα αποτελεί τη βασική λειτουργική ακαδημαϊκή μονάδα και καλύπτει το γνωστικό αντικείμενο μιας επιστήμης. Το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος οδηγεί σ’ ένα ενιαίο πτυχίο.

[29] Άρ. 6 παρ. 4 περ. β’ του ν. 1268/1982: 4. (…) β) Ο Τομέας συντονίζει τη διδασκαλία μέρους του γνωστικού αντικειμένου του Τμήματος που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο πεδίο της επιστήμης.

[30] Άρ. 6 παρ. 1 του ν. 1268/1982: 1. Τα Α.Ε.Ι. αποτελούνται από Σχολές. Οι Σχολές καλύπτουν ένα σύνολο συγγενών επιστημών έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αναγκαία για την επιστημονική εξέλιξη αλληλεπίδρασή τους και ο αναγκαίος για την έρευνα και τη διδασκαλία τους συντονισμός.

[31] Άρ. 7 παρ. 1 του ν. 4009/2011, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρ. 1 παρ. 1 του ν. 4076/2012: 1. Κάθε ίδρυμα αποτελείται από Σχολές, οι οποίες αποτελούν τις βασικές διοικητικές και ακαδημαϊκές μονάδες του. Η σχολή καλύπτει μια ενότητα συγγενών επιστημονικών κλάδων και εξασφαλίζει τη διεπιστημονική προσέγγιση, τη μεταξύ τους επικοινωνία και τον αναγκαίο για τη διδασκαλία και την έρευνα συντονισμό τους. Η σχολή συντονίζει και εποπτεύει τη λειτουργία των προγραμμάτων σπουδών, αναθέτει την υλοποίησή τους σε τμήματα κατά την έννοια της επόμενης παραγράφου και απονέμει τους αντίστοιχους τίτλους σπουδών, κατά τα οριζόμενα στον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό του ιδρύματος. Τα προγράμματα σπουδών οργανώνονται ή καταργούνται με απόφαση του πρύτανη, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της κοσμητείας και γνώμη της Συγκλήτου, εγκρίνεται από το Συμβούλιο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

[32] Άρ. 7 παρ. 2 του ν. 4009/2011, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρ. 1 παρ. 2 του ν. 4076/2012: 2. Το τμήμα αποτελεί τη βασική εκπαιδευτική μονάδα, του ιδρύματος, προάγει την επιστήμη, την τεχνολογία ή τις τέχνες στο αντίστοιχο επιστημονικό πεδίο, οργανώνει τη διδασκαλία στο πλαίσιο ενός προγράμματος σπουδών και εξασφαλίζει τη συνεχή βελτίωση της μάθησης σε αυτό. Το τμήμα αποτελείται από σύνολο των καθηγητών της σχολής που διδάσκουν σε ένα Πρόγραμμα σπουδών.

[33] Άρ. 33 παρ. 2 του ν. 4009/2011: 2. Ο φοιτητής εγγράφεται στη σχολή στην αρχή κάθε εξαμήνου σε ημερομηνίες που ορίζονται από την κοσμητεία και δηλώνει τα μαθήματα που επιλέγει. Αν δεν εγγραφεί για δύο συνεχόμενα εξάμηνα, διαγράφεται αυτοδικαίως από τη σχολή. Για τη διαγραφή εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του κοσμήτορα.

[34] Άρ. 9 παρ. 5 περ. ε’ σε συνδυασμό με άρ. 19 παρ. 1 του ν. 4009/2011. Ήδη το άρ. 9 παρ. 5 περ. ε’ τροποποιήθηκε με το άρ. 3 παρ. 4 του ν. 4076/2012. Σχετικά με το ζήτημα συγκρότησης των εν λόγω εκλεκτορικών σωμάτων, βλ. παρακάτω υπό 2.2.2. και ιδίως υπό 2.3.2.

[35] Βλ. μεταξύ άλλων Καμτσίδου, «Πανεπιστήμιο και Σύνταγμα: μια ευρωπαϊκή υπόθεση», Αυγή, 24.7.2011.

[36] Βλ. Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις θεμάτων Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις», σ. 1.

[37] Άρ. 1 παρ. 1 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 7 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 1. Κάθε Ίδρυμα αποτελείται από Σχολές, οι οποίες αποτελούν τις βασικές μονάδες του. Η Σχολή καλύπτει μία ενότητα συγγενών επιστημονικών κλάδων και εξασφαλίζει τη διεπιστημονική προσέγγιση, τη μεταξύ τους επικοινωνία και τον αναγκαίο για τη διδασκαλία και την έρευνα συντονισμό τους. Η Σχολή εποπτεύει και συντονίζει τη λειτουργία των Τμημάτων, σύμφωνα με τον Κανονισμό Σπουδών τους.

[38] Άρ. 1 παρ. 2 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 7 παρ. 2 του ν. 4009/2011: 2. Το Τμήμα αποτελεί τη βασική εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή μονάδα του Ιδρύματος, προάγει την επιστήμη, την τεχνολογία ή τις τέχνες στο αντίστοιχο επιστημονικό πεδίο, οργανώνει τη διδασκαλία στο πλαίσιο του προγράμματος σπουδών και εξασφαλίζει τη συνεχή βελτίωση της μάθησης σε αυτό. Το Τμήμα αποτελείται από το σύνολο των Καθηγητών, των λεκτόρων, των μελών του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ), των μελών του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (ΕΔΙΠ) και των μελών του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (ΕΤΕΠ), που υπηρετούν σε αυτό.

[39] Άρ. 3 παρ. 7 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 9 παρ. 10 (ήδη αναριθμήθηκε σε 9) του ν. 4009/2011.

[40] Αρ. 4 παρ. 1 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 10 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 1. Όργανα του Τμήματος είναι: α) ο Πρόεδρος, β) η Συνέλευση του Τμήματος και, εφόσον έχουν συσταθεί Τομείς, γ) ο Διευθυντής του Τομέα και δ) η Γενική Συνέλευση του Τομέα. Ως προς το νομικό καθεστώς των αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4009/2011 (Α’ 195).

[41] Άρ. 3 παρ. 4 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 9 παρ. 5 (ήδη αναριθμήθηκε σε 4) περ. ε’ του ν. 4009/2011: [5.] 4. Ο κοσμήτορας της σχολής έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και όσες άλλες προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού:
α) συγκαλεί την κοσμητεία, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη, ορίζει ως εισηγητή των θεμάτων μέλος της κοσμητείας, προεδρεύει των εργασιών της και εισηγείται τα θέματα για τα οποία δεν έχει οριστεί ως εισηγητής άλλο μέλος της κοσμητείας,
β) επιβλέπει την εφαρμογή των Κανονισμών Σπουδών των Τμημάτων και την τήρηση των ισχυουσών διατάξεων του νόμου, του Οργανισμού και του Κανονισμού,
γ) μεριμνά για την εφαρμογή των αποφάσεων της κοσμητείας,
δ) προΐσταται των υπηρεσιών της κοσμητείας,
ε) συγκροτεί μετά από γνώμη της Κοσμητείας τις επιτροπές αξιολόγησης των καθηγητών, κατ’ άρθρο 21 του παρόντος νόμου. Η αρμοδιότητα συγκρότησης των επιτροπών επιλογής και εξέλιξης των Καθηγητών, κατ’ άρθρο 19 του παρόντος νόμου, ανήκει στη Συνέλευση του Τμήματος, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Κοσμητείας, και
στ) συγκροτεί επιτροπές για τη μελέτη ή διεκπεραίωση συγκεκριμένων θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του.

[42] Έτσι ο Χρυσόγονος, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011, ό.π., σ. 60 επ. (63).

[43] Βλ. Ανθόπουλου, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 320.

[44] Αλλιώς ονομάζεται και Συμβούλιο Διοίκησης.

[45] Σημειολογικά, δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή του νομοθέτη να προτάξει το Συμβούλιο σε σχέση με τα άλλα όργανα του ιδρύματος, δηλαδή τον Πρύτανη και τη Σύγκλητο, βλ. άρ. 8 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 1. Τα Όργανα του ιδρύματος είναι: α) το Συμβούλιο, β) ο πρύτανης και γ) η Σύγκλητος.

[46] Άρ. 8 παρ. 2 του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 2 παρ. 1 του ν. 4076/2012: 2. α) Το Συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε μέλη. Σε ιδρύματα στα οποία ο αριθμός των καθηγητών πρώτης βαθμίδας είναι μικρότερος των πενήντα, τα μέλη του Συμβουλίου είναι έντεκα. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου συνεχίζεται ως τη λήξη της, ανεξαρτήτως αν έχει μεταβληθεί ο αριθμός των καθηγητών πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος.
β) Τα εννέα ή επτά μέλη του δεκαπενταμελούς ή του ενδεκαμελούς Συμβουλίου, αντίστοιχα, είναι εσωτερικά μέλη του ιδρύματος και, ειδικότερα, οκτώ ή έξι μέλη, αντίστοιχα, είναι Καθηγητές πρώτης βαθμίδας ή αναπληρωτές Καθηγητές και ένα μέλος είναι εκπρόσωπος των φοιτητών του ιδρύματος. Τα υπόλοιπα έξι ή τέσσερα μέλη, αντίστοιχα, είναι εξωτερικά. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας των εξωτερικών μελών ή του εκπροσώπου των φοιτητών του Συμβουλίου, η διαδικασία εκλογής αυτών επαναλαμβάνεται, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών (3) ημερών από την κάθε φορά τελευταία άγονη εκλογή και έως την εκλογή τους. Στην περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας των εξωτερικών μελών του ή του εκπροσώπου των φοιτητών, το Συμβούλιο συγκροτείται και λειτουργεί νόμιμα και χωρίς την εκλογή αυτών, έως την ανάδειξή τους.

[47] Άρ. 8 παρ. 4 περ. β’ του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 2 παρ. 3 του ν. 4076/2012: 4. (…) β) Τα εσωτερικά μέλη εκλέγονται από το σύνολο των καθηγητών του οικείου ιδρύματος με ενιαίο ψηφοδέλτιο και με σημείωση της εκλογής δίπλα από το όνομα των υποψηφίων της σειράς προτίμησης με διαδοχικούς ακέραιους αριθμούς (σύστημα ταξινομικής ψήφου). Στην εκλογή συμμετέχουν και οι υπηρετούντες λέκτορες των Πανεπιστημίων / καθηγητές εφαρμογών των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι υπηρετούν στο ίδρυμα, σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78. Τα εσωτερικά μέλη ανά Σχολή δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο. Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, των οποίων το μεταξύ τους διάστημα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, τότε υποχρεωτικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, ως εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου διορίζονται οι αρχαιότεροι καθηγητές πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος, με τους περιορισμούς του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου. Η διαδικασία και ο τρόπος διενέργειας των ανωτέρω ψηφοφοριών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.
Σχετικά με το πρωτοποριακό σύστημα ταξινομικής ψήφου, βλ. ιδίως Νικολακόπουλου, «Ταξινομώντας τα αταξινόμητα», δημοσιευμένο στην εφημερίδα του ΕΚΠΑ Εδώ Πανεπιστήμιο, Νοέμβριος 2011, σ. 4-5 και στον αντίστοιχο ιστότοπο της πανεπιστημιακής εφημερίδας: http://edopanepistimio.uoa.gr/index.php?p=news&id=213.

[48] Βλ. σχετική απόφαση του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με αριθμό Φ.122.1/908/144145/Β2 (ΦΕΚ Β’ 3048/16.11.2012). Ο Χρυσανθάκης, ό.π., σ. 107, παρατηρεί ότι η εκλογική διαδικασία θα έπρεπε να ρυθμίζεται «τουλάχιστον με διάταγμα και πάντως όχι με υπουργική απόφαση».

[49] Άρ. 2 παρ. 3 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 8 παρ. 4 περ. β’ του ν. 4009/2011.

[50] Άρ. 2 παρ. 5 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 8 παρ. 5 περ. β’ του ν. 4009/2011: 5. (…) β) Ο πρόεδρος και τα λοιπά εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται χωριστά το καθένα από τα εσωτερικά μέλη, με φανερή ψηφοφορία και πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των εσωτερικών μελών. Τα εσωτερικά μέλη συγκαλούνται προς τούτο, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών από την ανάδειξη τους, από το εσωτερικό μέλος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους κατά την εκλογή του, το οποίο και προεδρεύει της διαδικασίας. Αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαμβάνεται μέσα σε επτά (7) ημέρες, οπότε και απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων εσωτερικών μελών. Με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων του συνόλου των μελών μπορεί να παυθεί εξωτερικό μέλος για λόγους πλημμελούς άσκησης των υποχρεώσεων και καθηκόντων του. Αν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη ανωτέρω πλειοψηφία, η συνεδρίαση επαναλαμβάνεται μέσα σε επτά (7) ημέρες, οπότε και απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.

[51] Άρ. 2 παρ. 4 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 8 παρ. 5 περ. α’ του ν. 4009/2011: 5. α) Προσόντα για την εκλογή εξωτερικού μέλους είναι η ευρεία αναγνώριση του υποψηφίου στην επιστήμη, στα γράμματα ή στις τέχνες. Ο υποψήφιος θα πρέπει να διαθέτει αυξημένα τυπικά προσόντα και τουλάχιστον πτυχίο ημεδαπού ή αναγνωρισμένου αλλοδαπού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. Κωλύονται να εκλεγούν ως εξωτερικά μέλη πρόσωπα τα οποία είχαν οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με σκοπό το κέρδος με το ίδρυμα την τελευταία πενταετία, καθώς και οι εν ενεργεία καθηγητές Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή οι συνταξιούχοι καθηγητές του ίδιου Α.Ε.Ι. Η παράγραφος 2 του άρθρου 17 του παρόντος νόμου εφαρμόζεται αναλογικά και στην παρούσα περίπτωση.

[52] Ανθόπουλος, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 318.

[53] Άρ. 2 παρ. 7 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 8 παρ. 10 περ. α’ του ν. 4009/2011: 10. (…) α) τη χάραξη στρατηγικής για την ανάπτυξη του ιδρύματος σε τοπικό, εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και τη διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του στο πλαίσιο της Αποστολής και της πορείας του, μετά από εισήγηση της Συγκλήτου, (…)

[54] Άρ. 8 παρ. 10 περ. ι’ του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 2 παρ. 7 του ν. 4076/2012: 10. (…) ι) την παύση κοσμητόρων από τα καθήκοντά τους, (…)
Σχετικά με το θέμα παύσης των Κοσμητόρων, βλ. παρακάτω υπό 2.3.2.

[55] Άρ. 8 παρ. 10 περ. γ’ και δ’ σε συνδυασμό με άρ. 5 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 10. (…) γ) την έγκριση της πρότασης για την έκδοση και αναθεώρηση του Οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 5,
δ) την έγκριση και αναθεώρηση του Εσωτερικού Κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 6, (…)
Άρ. 5 παρ. 1: Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, εγκρίνεται ο Οργανισμός κάθε ιδρύματος, ύστερα από πρόταση του πρύτανη, η οποία διατυπώνεται μετά από γνώμη της Συγκλήτου και εγκρίνεται από το Συμβούλιο.
Άρ. 6 παρ. 1: Με απόφαση του οικείου Συμβουλίου, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του πρύτανη και σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνεται ο Εσωτερικός Κανονισμός κάθε ιδρύματος, με τον οποίο καθορίζονται θέματα εσωτερικής λειτουργίας του ιδρύματος (…)

[56] Άρ. 5 παρ. 2 περ. ε’ του ν. 4009/2011: 2. Με τον Οργανισμό καθορίζονται τα θέματα της οργανωτικής δομής και λειτουργίας κάθε ιδρύματος και ιδίως τα ακόλουθα: (…) ε) τα ειδικά προσόντα και οι προϋποθέσεις επιλογής και εξέλιξης των καθηγητών του ιδρύματος, (…)

[57] Σύμφωνα με το άρ. 17 παρ. 1 του ν. 4009/2011, αρκεί η συνάφεια του εν γένει επιστημονικού και ερευνητικού έργου του υποψηφίου: 1. Ελάχιστες προϋποθέσεις για την εκλογή σε θέση καθηγητή όλων των βαθμίδων είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος και η συνάφεια με το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης είτε του αντικειμένου της διδακτορικής διατριβής είτε του ερευνητικού ή επιστημονικού εν γένει έργου του υποψηφίου.

[58] Άρ. 14 του ν. 1268/1982.

[59] Θίγεται αφενός η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και το δικαίωμα σταδιοδρομίας κάθε πολίτη επί ίσοις όροις και παραβιάζεται αφετέρου η συνταγματική θέση των καθηγητών ως δημοσίων λειτουργών, τα προσόντα των οποίων θα έπρεπε να ρυθμίζονται ενιαία με τυπικό νόμο. Βλ. Γιαννακόπουλου, ό.π., σ. 339.

[60] Βλ. Έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής επί του νομοσχεδίου «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων», σ. 10-11.

[61] Βλ. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τόμ. Ι, Αθήνα-Κομοτηνή: 2007, σ. 263.

[62] Άρ. 16 παρ. 1 και 5 Συντ.

[63] ΟλομΣτΕ 2786/1984.

[64] Άρ. 16 παρ. 6 εδ. δ’ Συντ.

[65] ΣτΕ 32/2009.

[66] Βλ. Καμτσίδου, ό.π., και Χρυσόγονου, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011, ό.π., σ. 28 επ. (38), ο οποίος κάνει περαιτέρω λόγο για «λειτουργική ιδιωτικοποίηση» των ΑΕΙ μέσω της συμμετοχής ιδιωτών σε όργανο διοίκησης νπδδ.

[67] Έτσι οι Αλιβιζάτος/Μανιτάκης, «Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους», Καθημερινή, 17.7.2011. Contra ο Γιαννακόπουλος, ό.π., σ. 337.

[68] Βλ. Φλογαΐτη, «Μεταρρύθμιση του Πανεπιστημίου και Σύνταγμα», ΕφημΔΔ, 6/2011, σ. 763.

[69] Σταθόπουλος, ό.π.

[70] Βλ. Ανθόπουλου, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 316.

[71] Βλ. παραπάνω υπό 2.2.2.

[72] Βλ. Σταθόπουλου, ό.π.

[73] Την ανάγκη ενίσχυσης της διοίκησης των ΑΕΙ από εξω-ακαδημαϊκούς αναγνωρίζει και η Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, ό.π., σ. 634, η οποία όμως την καθορίζει ως «τεχνοκρατικής και γνωμοδοτικής φύσεως ενίσχυση».

[74] Βλ. Χρυσόγονου, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011, ό.π., σ. 55.

[75] Βλ. Ανθόπουλου, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 318.

[76] Επομένως, είναι διφυές αυτοδιοικητικό όργανο.

[77] Άρ. 8 παρ. 17-18 του ν. 4009/2011: 17. Ο πρύτανης ορίζει, για την υποβοήθηση του έργου του, Καθηγητές πρώτης βαθμίδας ή αναπληρωτές Καθηγητές του ιδρύματος ως αναπληρωτές πρύτανη, στους οποίους μεταβιβάζει συγκεκριμένες αρμοδιότητες του, με απόφαση του που εγκρίνεται από το Συμβούλιο. Με την απόφαση ορισμού των αναπληρωτών πρύτανη καθορίζεται η σειρά με την οποία αναπληρώνουν τον πρύτανη αν απουσιάζει, κωλύεται ή ελλείπει για οποιονδήποτε λόγο. Ο αριθμός των αναπληρωτών πρύτανη καθορίζεται στον Οργανισμό του ιδρύματος.
18. Ο πρύτανης έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και όσες άλλες προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού:
α) Προΐσταται του ιδρύματος και το διευθύνει, έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού και μεριμνά για τη συνεργασία των οργάνων του ιδρύματος, των διδασκόντων και των φοιτητών.
β) Εκπροσωπεί το ίδρυμα δικαστικώς και εξωδίκως.
γ) Συγκαλεί τη Σύγκλητο, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη, ορίζει ως εισηγητή των θεμάτων μέλος της Συγκλήτου, προεδρεύει των εργασιών της και εισηγείται τα θέματα για τα οποία δεν έχει ορίσει ως εισηγητή άλλο μέλος της Συγκλήτου. Μεριμνά για την εφαρμογή των αποφάσεών της.
δ) Μετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου του ιδρύματος. Μπορεί, επίσης, να μετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις όλων των λοιπών συλλογικών οργάνων του ιδρύματος.
ε) Καταρτίζει σχέδιο Οργανισμού και Εσωτερικού Κανονισμού, τους οποίους εισηγείται προς έγκριση στο Συμβούλιο του ιδρύματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο.
στ) Καταρτίζει και αναμορφώνει τον ετήσιο τακτικό οικονομικό προϋπολογισμό και τελικό οικονομικό απολογισμό του ιδρύματος, καθώς και τους αντίστοιχους του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, τους οποίους υποβάλλει προς έγκριση στο Συμβούλιο.
ζ) Καταρτίζει και αναμορφώνει τον ετήσιο απολογισμό των δραστηριοτήτων και της εν γένει λειτουργίας του ιδρύματος, τον οποίο υποβάλλει προς έγκριση στο Συμβούλιο.
η) Προκηρύσσει τις θέσεις καθηγητών.
θ) Εκδίδει τις πράξεις διορισμού του προσωπικού του ιδρύματος και χορηγεί τις άδειες απουσίας του προσωπικού.
ι) Μπορεί να μεταβιβάζει το δικαίωμα υπογραφής εγγράφων στους προϊσταμένους των υπηρεσιών του ιδρύματος.
ια) Μπορεί να ζητά από οποιοδήποτε όργανο, πλην του Συμβουλίου του ιδρύματος, στοιχεία και έγγραφα για κάθε υπόθεση του ιδρύματος.
ιβ) Συγκαλεί οποιοδήποτε συλλογικό όργανο, πλην του Συμβουλίου του ιδρύματος, όταν αυτό παραλείπει παρανόμως να λάβει αποφάσεις, και προεδρεύει των εργασιών του χωρίς δικαίωμα ψήφου.
ιγ) Λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση επειγόντων ζητημάτων, όταν τα αρμόδια όργανα διοίκησης του ιδρύματος, πλην του Συμβουλίου, αδυνατούν να λειτουργήσουν και να λάβουν αποφάσεις.
ιδ) Είναι υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων για την προστασία και ασφάλεια του προσωπικού και της περιουσίας του ιδρύματος.
ιε) Τοποθετεί τους γενικούς διευθυντές του ιδρύματος.
ιστ) Κατανέμει τις πιστώσεις στις εκπαιδευτικές, ερευνητικές και λοιπές δραστηριότητες του ιδρύματος στο πλαίσιο της αντίστοιχης συμφωνίας προγραμματικού σχεδιασμού.
ιζ) Οργανώνει και καταργεί τα προγράμματα σπουδών με απόφασή του, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Συγκλήτου και εγκρίνεται από το Συμβούλιο.

[78] Άρ. 2 παρ. 9 του ν. 4076/2012. Αξίζει να τονιστεί ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πανεπιστημίου ευνοούν την υπεροχή των συλλογικών και πιο αντιπροσωπευτικών οργάνων, που εξασφαλίζουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση πριν τη λήψη των τελικών αποφάσεων, έναντι των ολιγομελών ή μονοπρόσωπων οργάνων. Έτσι, η επιλογή της Συγκλήτου -εν αντιθέσει με τον Πρύτανη- τέμνει ορθά τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση, ενόψει πάντα και της δημοκρατικής αρχής στο επίπεδο των ΑΕΙ. Βλ. παρακάτω υπό 3.1.

[79] Άρ. 8 παρ. 16 περ. α’ του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 2 παρ. 8 του ν. 4076/2012: 16. α) Ο Πρύτανης εκλέγεται από τους καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες του ιδρύματος, με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία, ύστερα από διεθνή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, η οποία εκδίδεται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου, τρεις μήνες πριν τη λήξη της θητείας του υπηρετούντος Πρύτανη.

[80] Έτσι ο Χρυσανθάκης, ό.π., σ. 105.

[81] Πρβλ. Σταθόπουλου, ό.π.

[82] Άρ. 8 παρ. 15 του ν. 4009/2011: 15. Ως πρύτανης εκλέγεται καθηγητής πρώτης βαθμίδας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με ελληνική ιθαγένεια και άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική διοικητική εμπειρία.
Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι Αλιβιζάτος/Μανιτάκης, ό.π., «κάθε καλός καθηγητής δεν μπορεί να είναι και καλός πρύτανης. Στις μέρες μας, πέραν του ήθους, της ακεραιότητας και της επιστημοσύνης, ο τελευταίος πρέπει να έχει και ικανότητες να διοικεί έναν πολύπλοκο οργανισμό».

[83] Βλ. Χρυσόγονου, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011, ό.π., σ. 54 επ.

[84] Έτσι ο Ανθόπουλος, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 319.

[85] Άρ. 8 παρ. 16 περ. β’ και γ’ του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκαν με το άρ. 2 παρ. 8 του ν. 4076/2012: 16. (…) β) Την ευθύνη της οργάνωσης της διαδικασίας ανάδειξης του Πρύτανη έχει τριμελής επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Συμβουλίου και αποτελείται από καθηγητές πρώτης βαθμίδας του οικείου ιδρύματος. Η συμμετοχή στην εν λόγω επιτροπή αποτελεί καθήκον στο πλαίσιο του διοικητικού έργου του καθηγητή πρώτης βαθμίδας. Η επιτροπή προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για την προσέλκυση υποψηφιοτήτων, συγκεντρώνει τις υποψηφιότητες και εκθέτει στο Συμβούλιο τα ακαδημαϊκά και διοικητικά προσόντα των υποψηφίων κατ’ αλφαβητική σειρά.
γ) Το Συμβούλιο, με απόφασή του, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών του, επιλέγει, εφόσον είναι ενδεκαμελές, δύο και, εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τρεις υποψηφίους μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα, που προβλέπονται στην παράγραφο 15 και ύστερα από εκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων, προσκαλεί τους υποψηφίους σε ακρόαση ανοικτή στην κοινότητα του ιδρύματος. Μέσα σε προθεσμία δύο ημερών από την ακρόαση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, καλούνται όλοι οι καθηγητές του ιδρύματος να εκλέξουν, μεταξύ των δύο ή τριών, κατά περίπτωση, υποψηφίων που επιλέχθηκαν, τον Πρύτανη του ιδρύματος. Στην εκλογή συμμετέχουν και οι λέκτορες των Πανεπιστημίων / καθηγητές εφαρμογών των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι υπηρετούν στο ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 77 και 78, αντίστοιχα. Αν κανείς από τους υποψηφίους δεν συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων, η εκλογή επαναλαμβάνεται την επόμενη ημέρα μεταξύ των δύο πλειοψηφούντων υποψηφίων. Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή κλήρωσης, μεταξύ των δύο ή τριών, κατά περίπτωση, επιλεγέντων από το Συμβούλιο υποψηφίων, για την ανάδειξη του Πρύτανη, με τους περιορισμούς της περίπτωσης ε’ της παρούσας παραγράφου. Η διαδικασία και ο τρόπος διεξαγωγής των ανωτέρω ψηφοφοριών και της κλήρωσης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

[86] Βλ. μεταξύ άλλων Γεραπετρίτη/Βλαχόπουλου, ό.π., σ. 334-335. Ο Χρυσόγονος, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011, ό.π., σ. 50-51, αναφέρει δηκτικά ότι «η προεπιλογή ελάχιστου αριθμού υποψηφίων, κατά απεριόριστη σχεδόν διακριτική ευχέρεια, από το Συμβούλιο Διοίκησης βρίσκεται εγγύς σε εκλογικές διαδικασίες που διεξάγονταν για την ανάδειξη π.χ. νομοθετικών σωμάτων στα κράτη του πάλαι ποτέ “υπαρκτού σοσιαλισμού”, μόνο μεταξύ υποψηφίων προεπιλεγμένων από το “κόμμα της εργατικής τάξης”».

[87] Βλ. παραπάνω υπό 2.1.

[88] Άρ. 8 παρ. 10 περ. ι’ σε συνδυασμό με άρ. 9 παρ. 2 περ. α’ του ν. 4009/2011, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρ. 2 παρ. 7 και το άρ. 3 παρ. 1 του ν. 4076/2012, αντίστοιχα: 10. (…) ι) την εκλογή των κοσμητόρων των σχολών και την παύση από τα καθήκοντά τους, (…)
Άρ. 9 παρ. 2: α) Υποψήφιοι για τη θέση του κοσμήτορα μπορούν να είναι αναγνωρισμένου κύρους Καθηγητές πρώτης βαθμίδας της σχολής με διοικητική εμπειρία, οι οποίοι υποβάλλουν υποψηφιότητα ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που εκδίδεται από τον πρύτανη. Ο κοσμήτορας εκλέγεται από το Συμβούλιο του ιδρύματος και διορίζεται από τον πρύτανη.

[89] Βλ. Χρυσόγονου, Το Σύνταγμα & ο Ν. 4009/2011, ό.π., σ. 64-65.

[90] Βλ. Ανθόπουλου, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 318.

[91] Ο τρόπος ανάδειξης ομοιάζει με εκείνον των Πρυτάνεων. Για αποφυγή επαναλήψεων βλ. παραπάνω υπό 2.3.1.

[92] Άρ. 3 παρ. 1 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 9 παρ. 2 του ν. 4009/2011: 2. α) Υποψήφιοι για τη θέση του κοσμήτορα μπορούν να είναι αναγνωρισμένου κύρους καθηγητές πρώτης βαθμίδας της Σχολής με διοικητική εμπειρία, οι οποίοι υποβάλλουν υποψηφιότητα ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που εκδίδεται από τον Πρύτανη δύο (2) μήνες πριν τη λήξη της θητείας του απερχόμενου κοσμήτορα. Ο κοσμήτορας εκλέγεται από τους Καθηγητές και τους υπηρετούντες λέκτορες της Σχολής με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία και διορίζεται από τον Πρύτανη, για τετραετή θητεία.
β) Το Συμβούλιο, με απόφασή του, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών του, επιλέγει εφόσον είναι ενδεκαμελές δύο και εφόσον είναι δεκαπενταμελές, τρεις υποψηφίους μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται στο εδάφιο α’ της παρούσας παραγράφου και ύστερα από εκτίμηση των ουσιαστικών τους προσόντων. Η διαδικασία εκλογής του κοσμήτορα διενεργείται από τριμελή επιτροπή Καθηγητών πρώτης βαθμίδας του ιδρύματος, από τους οποίους δύο ανήκουν στην οικεία σχολή ενώ ένας προέρχεται από άλλη. Η τριμελής επιτροπή ορίζεται από τον Πρύτανη. Η επιτροπή συγκεντρώνει τις υποψηφιότητες, εξετάζει την εκλογιμότητα, οργανώνει και επιβλέπει το σύνολο της εκλογικής διαδικασίας και εντέλει εκδίδει το αποτέλεσμα που υποβάλλει στον Πρύτανη, ο οποίος και εκδίδει τη σχετική απόφαση διορισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
γ) Κοσμήτορας εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία των εκλεκτόρων. Εάν κανείς υποψήφιος δεν συγκέντρωσε την προηγούμενη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται εντός τριών (3) ημερών μεταξύ των δύο πλειοψηφησάντων. Σε περίπτωση δύο (2) διαδοχικών άγονων εκλογικών διαδικασιών, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, το αργότερο εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των επτά (7) ημερών από την τελευταία άγονη ψηφοφορία. Σε περίπτωση άγονης εκλογικής διαδικασίας μέσω επιστολικής ή ηλεκτρονικής ψήφου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας επτά (7) ημερών, το αρμόδιο για τη διενέργεια των εκλογών όργανο υποχρεούται στη διεξαγωγή κλήρωσης, μεταξύ των δύο ή τριών, κατά περίπτωση, επιλεγέντων, από το Συμβούλιο υποψηφίων, για την ανάδειξη του Κοσμήτορα, με τους περιορισμούς της περίπτωσης δ’ της παρούσας παραγράφου. Η διαδικασία και ο τρόπος διενέργειας των ανωτέρω ψηφοφοριών και της κλήρωσης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.
δ) Ο κοσμήτορας δεν μπορεί να εκλεγεί για δεύτερη συνεχή θητεία.

[93] Άρ. 8 παρ. 10 περ. ι’ (που τροποποιήθηκε με το άρ. 2 παρ. 7 του ν. 4076/2011) σε συνδυασμό με άρ. 9 παρ. 3 του ν. 4009/2011.

[94] Έτσι ο Ανθόπουλος, «Η συνταγματική αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…», ό.π., σ. 319-320.

[95] Άρ. 9 παρ. 5 περ. ε’ του ν. 4009/2011, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρ. 3 παρ. 4 του ν. 4076/2012.

[96] Άρ. 21 του ν. 3549/2007: Στα πανεπιστήμια, αμιγώς επιστημονικά-ερευνητικά θέματα όπως είναι ιδίως ο καθορισμός του ενιαίου γνωστικού αντικειμένου ενός τομέα, η απόφαση για την προκήρυξη θέσης ενός μέλους Δ.Ε.Π., η απόφαση για τη συγκρότηση εκλεκτορικού σώματος για την κρίση ενός μέλους Δ.Ε.Π. υπάγονται, αποκλειστικά, στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος ειδικής σύνθεσης.

[97] Βλ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, ό.π., σ. 637. Ο Σταθόπουλος, ό.π., αναρωτιόταν αν αυτό το αμερικάνικης έμπνευσης συγκεντρωτικό σύστημα θα μπορούσε να αποδώσει και στην Ελλάδα.

[98] Βλ. Χρυσανθάκη, ό.π., σ. 109.

[99] Άρ. 3 παρ. 4 του ν. 4076/2012, που τροποποίησε το άρ. 9 παρ. 5 περ. ε’ του ν. 4009/2011.

[100] Άρ. 19 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 1. Η επιλογή και η εξέλιξη των καθηγητών όλων των βαθμίδων γίνεται από ειδικές επταμελείς επιτροπές, οι οποίες απαρτίζονται από Καθηγητές ή ερευνητές πρώτης βαθμίδας ή, σε περίπτωση κρίσης για τις βαθμίδες του επίκουρου ή αναπληρωτή καθηγητή, και από αναπληρωτές Καθηγητές ή ερευνητές αντίστοιχης βαθμίδας με επιστημονικό έργο στο ίδιο ή, αν δεν υπάρχει, συναφές γνωστικό αντικείμενο με εκείνο της υπό πλήρωση θέσης ή του υπό εξέλιξη καθηγητή αντίστοιχα.

[101] Άρ. 19 παρ. 4 του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 34 παρ. 13 του ν. 4115/2013: 4. Για την υποβοήθηση της αξιολόγησης των υποψηφίων η επιτροπή επιλογής ή εξέλιξης υποχρεούται να ζητήσει γραπτή αξιολόγηση για κάθε υποψήφιο από δύο καθηγητές ή ερευνητές της αλλοδαπής που ανήκουν στο μητρώο των εξωτερικών μελών ή στο μέτρο που αυτό δεν είναι εφικτό, από καθηγητές ή ερευνητές της ημεδαπής που ανήκουν στο μητρώο των εξωτερικών μελών και από δύο καθηγητές ή ερευνητές που υποδεικνύονται από τον υποψήφιο και που ανήκουν υποχρεωτικά στα μητρώα του ιδρύματος και δεν περιλαμβάνονται στα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη της επιτροπής επιλογής ή εξέλιξης.
Πρβλ. Χρυσανθάκη, ό.π., σ. 109.

[102] Άρ. 11 παρ. 11 περ. γ’ υποπερ. ιι’ του ν. 1268/1982.

[103] Άρ. 2 παρ. 3 περ. β’ του ν. 2083/1992.

[104] Αρ. 1 παρ. 1 περ. α’ του ν. 2188/1994.

[105] Άρ. 8 παρ. 18 περ. ιη’ του ν. 4009/2011.

[106] Άρ. 2 παρ. 9 του ν. 4076/2012. Βλ. παραπάνω υπό 2.3.1.

[107] Σταθόπουλος, ό.π.

[108] Βλ. παραπάνω υπό 1.2.

[109] Βλ. παραπάνω υπό 2.1.

[110] Άρ. 8 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 1. Τα Όργανα του ιδρύματος είναι: α) το Συμβούλιο, β) ο πρύτανης και γ) η Σύγκλητος.

[111] Άρ. 9 παρ. 1 του ν. 4009/2011: 1. Όργανα της σχολής είναι: α) ο κοσμήτορας, β) η κοσμητεία και γ) η γενική συνέλευση.

[112] Άρ. 10 παρ. 1 του ν. 4009/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρ. 4 παρ. 1 του ν. 4076/2012: 1. Όργανα του Τμήματος είναι: α) ο Πρόεδρος, β) η Συνέλευση του Τμήματος και, εφόσον έχουν συσταθεί Τομείς, γ) ο Διευθυντής του Τομέα και δ) η Γενική Συνέλευση του Τομέα. Ως προς το νομικό καθεστώς των αρμοδιοτήτων των οργάνων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4009/2011 (Α’ 195).

[113] Άρ. 8 παρ. 10 περ. γ’, παρ. 18 περ. ε΄ και παρ. 20 περ. ια’ σε συνδυασμό με άρ. 5 παρ. 1 του ν. 4009/2011. Αντίστοιχη διαδικασία προβλέπεται και για τον εσωτερικό κανονισμό, με τη διαφορά ότι εκεί προβλέπεται διατύπωση σύμφωνης γνώμης της Συγκλήτου προς το Συμβούλιο, βλ. άρ. 8 παρ. 20 περ. ιβ’ σε συνδυασμό με άρ. 6 παρ. 1 του ν. 4009/2011.

[114] Πρβλ. Χρυσανθάκη, ό.π., σ. 102.

[115] Φλογαΐτης, ό.π., σ. 763.

[116] Έτσι ο Σταθόπουλος, ό.π.

[117] Ενδεικτικά, για τα εξέχοντα πρόσωπα που απαρτίζουν το Συμβούλιο του ΑΠΘ, βλ. σχετική απόφαση του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με αριθμό Φ.120.61/4/11481/Β2 (ΦΕΚ ΥΟΔΔ 37/1.2.2013).

Advertisements

Σχόλια»

No comments yet — be the first.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: