jump to navigation

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του ν. 3758/2009: Δημοσιονομική εξυγίανση με «παρωχημένη» νομολογία; 24/09/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο, Δημοσιονομικό Δίκαιο, Συνταγματικό Δίκαιο.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
trackback

[Αναδημοσίευση από περιοδικό «Αρμενόπουλος», 2013, σ. 1332 επ.]

Περίληψη της απόφασης ΟλΣτΕ 1685/2013

Η έκτακτη οικονομική εισφορά του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 δεν επιβάλλει απαγορευμένη αναδρομική φορολόγηση κατά την έννοια του άρθρου 78 Συντ., διότι δεν έχει ως αντικείμενο τα εισοδήματα φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών του οικονομικού έτους 2008. Ο νομοθέτης απλώς έλαβε υπόψη του τα ενλόγω εισοδήματα ως τα πλέον πρόσφατα και ασφαλή στοιχεία διάγνωσης της (αυξημένης) φοροδοτικής ικανότητας, προκειμένου να εντοπίσει και να επιβαρύνει περισσότερο τους κατά τεκμήριο πλουσιότερους πολίτες, συνυπολογίζοντας περαιτέρω το γεγονός ότι κατά τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου δεν είχε ολοκληρωθεί η υποβολή φορολογικών δηλώσεων για το οικονομικό έτος 2009. Με αυτά τα δεδομένα, το ενλόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (μειοψ.).

Συνταγματικά επιτρεπτή η επιβολή έκτακτης εισφοράς άνευ σχετικής εγγραφής στον τακτικό προϋπολογισμό. Από τις διατάξεις του άρθρου 79 Συντ. δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα δημόσια βάρη, τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται η παρ. 2 του άρθρου 78 Συντ. (μειοψ.).

Μη προσβολή της συνταγματικής αρχής της φορολογικής ισότητας και καθολικότητας του φόρου από την επιβολή της έκτακτης εισφοράς μόνο σε φυσικά πρόσωπα (και σχολάζουσες κληρονομίες). Η μη υπαγωγή σε αυτήν των νομικών προσώπων, τα οποία πάντως επιβαρύνθηκαν με αντίστοιχες έκτακτες εισφορές στα πλαίσια της ίδιας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, δεν υπερβαίνει τα όρια του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο τρόπο και χρόνο φορολόγησης των διαφορετικών κατηγοριών φορολογουμένων και επομένως δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 Συντ. (μειοψ.).

Παρατηρήσεις

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του ν. 3758/2009: Δημοσιονομική εξυγίανση με «παρωχημένη» νομολογία;

Με τη σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η θεσπισθείσα με το ν. 3758/2009 έκτακτη εισφορά στο εισόδημα φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών. Η Ολομέλεια διαφοροποιείται σε σχέση με την παραπεμπτική του Β΄ Τμήματος σε επταμελή σύνθεση, η οποία είχε αποφανθεί περί της αντισυνταγματικότητας της ενλόγω έκτακτης εισφοράς (ΣτΕ 693/2011, Αρμ 2011.820, με παρατηρήσεις Γ. Τσούγκου).

Στο επίμαχο ζήτημα της αναδρομικής φορολόγησης, το Δικαστήριο παρακάμπτει τον σκόπελο που υψώνει το άρθρο 78 Συντ., επικαλούμενο την πάγια πλην «παρωχημένη» -σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της πλειοψηφίας στη ΣτΕ 693/2011- νομολογία (βλ. ιδίως ΟλΣτΕ 1317/1979, ΝοΒ 1979.1389 και ΟλΣτΕ 1318/1979, ΝοΒ 1979.1198). Εν προκειμένω, θεωρεί ότι τα εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008 – ημερολογιακού έτους 2007 δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο της επιβολής της σχετικής έκτακτης εισφοράς, ώστε να τίθεται θέμα απαγορευμένης αναδρομικότητας, αλλά το κριτήριο για τον εντοπισμό των πλουσιότερων πολιτών. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, η πλειοψηφία χρησιμοποιεί ένα πραγματικό επιχείρημα: κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου, με τον οποίο επιβλήθηκε η επίδικη δημοσιονομική επιβάρυνση (στις 5.5.2009), δεν είχε ολοκληρωθεί καν η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων για το οικονομικό έτος 2009, που αφορούν εισοδήματα του 2008. Συνεπώς, ορθά ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τα εισοδήματα του ημερολογιακού έτους 2007 ως «τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας».

Δογματικά συνεπέστερη παρουσιάζεται η γνώμη της μειοψηφίας δέκα μελών του Δικαστηρίου, οι οποίοι ακολουθώντας τη γραμματική και ιστορική ερμηνεία του Συντάγματος υποστηρίζουν ότι αντικείμενα επιβολής φόρου, και επομένως κριτήρια φοροδοτικής ικανότητας, είναι αυτά που περιοριστικά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 Συντ. Σημειώνουν δε ότι, κατά την ερμηνεία της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή έχει επανειλημμένως υιοθετηθεί από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο (βλ. ενδεικτικώς ΟλΣτΕ 1912/2009, ΕΔΚΑ 2009.807), ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύθηκε ο σχετικός νόμος. Συνακόλουθα, η μειοψηφία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση αντίκειται στις παραπάνω διατάξεις, εφόσον τη στιγμή της δημοσίευσής της θα ήταν συνταγματικά επιτρεπτό να επιβληθεί φόρος ή άλλο οικονομικό βάρος μόνο στα εισοδήματα του 2008, χωρίς μάλιστα να διαδραματίζει κανένα ρόλο ο χαρακτηρισμός τους –αν θεωρηθούν αντικείμενο της εισφοράς ή απλώς κριτήριο για την ανεύρεση των πιο εύρωστων φορολογούμενων.

Πάντως, η υπό εξέταση απόφαση της Ολομέλειας, παρότι οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με τη μειοψηφία της παραπεμπτικής, θα πρέπει ενμέρει να επιδοκιμαστεί διότι αποφεύγει τη ρητή επίκληση των εξαιρετικών συνθηκών και του «πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού» ως λόγου ελαστικοποίησης της κανονιστικής ισχύος του άρθρου 78 παρ. 2 Συντ. Άλλωστε, η ισχυρή εκείνη μειοψηφία, που υπήρξε μια από τις πιο πολυσυζητημένες των τελευταίων ετών, δέχτηκε την αυστηρή κριτική της θεωρίας (βλ. μεταξύ άλλων Κ. Γιαννακόπουλου, Το δημόσιο συμφέρον υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης, ΕφημΔΔ 2011.100 και Ι. Μαθιουδάκη, Μετασχηματισμοί του ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου σε περίοδο έντονης οικονομικής κρίσης, ΕφημΔΔ 2011.478).

Τώρα, το Δικαστήριο αρκείται μόνο στην (επ)αναφορά της παλαιότερης νομολογίας του γύρω από το ζήτημα της αναδρομικής φορολογίας, προκειμένου με αυτόν τον εύσχημο τρόπο να αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας του ενλόγω μέτρου. Βεβαίως, είναι σαφές και αναπόφευκτο ότι -έστω ανομολόγητα- συνυπολογίζει το δημοσιονομικό κόστος και τις πιθανές επιπτώσεις της απόφασής του: εφόσον κρινόταν αντισυνταγματική η επίδικη εισφορά, τότε το Δημόσιο θα υποχρεωνόταν να επιστρέψει περί τα 300 εκατ. ευρώ που εισέπραξε (βλ. Αντ. Σκλία, Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και η επίδρασή της στη δικανική σκέψη, ΕφημΔΔ 2012.81 επ.). Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα συγκυρία φαίνεται ότι συνεχίζει να επηρεάζει σοβαρά τη νομολογία της αποκαλούμενης «εποχής των μνημονίων». Ο κίνδυνος που ελλοχεύει, όμως, από τις πρόσφατες σχετικές με τα δημοσιονομικά αποφάσεις είναι η παγίωση της πρακτικής του κοινού νομοθέτη να τηρεί και να ερμηνεύει το Σύνταγμα κατά το δοκούν, θέτοντας ως (μοναδικό;) υπέρτατο σκοπό τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας.

Σχόλια»

1. patsikas - 24/09/2013

Αναδημοσιεύθηκε και στον ιστότοπο του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης” εδώ.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: