jump to navigation

Όψεις της κριτικής στη δικαιοσύνη 21/10/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

Οι πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις σε μεγάλες υποθέσεις που απασχολούν την κοινή γνώμη (δίκη Τσοχατζόπουλου, δίωξη της Χρυσής Αυγής) αποτελούν γόνιμο έδαφος για άσκηση σχολιασμού και κριτικής. Από τις πληροφορίες που διαρρέουν (σ)τα ΜΜΕ, τα οποία άλλωστε οφείλουν να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς ό,τι συμβαίνει στις αίθουσες των δικαστηρίων αλλά και στους διαδρόμους αυτών, οι πολίτες έχουν αναφαίρετο δικαίωμα αφενός να σχηματίζουν γνώμη για τα τεκταινόμενα και αφετέρου να τη διαδίδουν δημόσια.

Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα (άρθρο 14 παρ. 1) όσο και σε διεθνή νομικά κείμενα (όπως στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), συνιστά έναν από τους βασικότερους πυλώνες του σύγχρονου φιλελεύθερου πολιτισμού. Πράγματι, ο καθένας μπορεί να διατυπώνει γραπτά ή προφορικά τις απόψεις του, όποιες και αν είναι αυτές, αρκεί να μην παραβιάζει τους νόμους του κράτους και να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων.

Ιδίως όσον αφορά στη δικαιοσύνη, η άσκηση δημόσιας κριτικής επί των πράξεων, κρίσεων και αποφάσεων των λειτουργών της τείνει να θεωρείται από πολλούς -εκτός από δικαίωμα- πρωταρχικό καθήκον, ως το μοναδικό συνεπές αντίβαρο στα εχέγγυα προσωπικής και θεσμικής ανεξαρτησίας που απολαμβάνουν. Άλλωστε, οι δικαστές ούτε είναι υπεράνω κριτικής ούτε βρίσκονται στο απυρόβλητο: αντιθέτως υποχρεούνται, ως δημόσια πρόσωπα ex officio, να ανέχονται σε μεγαλύτερο και αυστηρότερο βαθμό από τους λοιπούς πολίτες τον έλεγχο και τον σχολιασμό, πρωτίστως όταν λαμβάνει χώρα από τους εξοικειωμένους με τα νομικά. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει πολλάκις πως το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης απολαμβάνει υπέρτερης προστασίας σε σχέση με τον σεβασμό και την προάσπιση του κύρους και των οργάνων της δικαστικής εξουσίας (σε μια χαρακτηριστική υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος θεωρήθηκε ότι κακώς καταδικάστηκε δημοσιογράφος που αποκάλεσε δικαστικό λειτουργό «επίορκο» και «καραγκιόζη»!).

Παράλληλα, πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι, για να μη στερείται σοβαρότητας μια τέτοιου είδους κριτική, προϋποτίθεται ότι ο εκάστοτε σχολιαστής γνωρίζει δύο πράγματα (που ο δικαστής δεδομένα γνωρίζει): τις ρυθμίσεις του νόμου και ποια στοιχεία περιέχονται στη δικογραφία. Ωστόσο, από τη στιγμή που πλήρη γνώση της δικογραφίας ουδέποτε μπορεί να έχει κάποιος -ή όταν θα την έχει, θα είναι ήδη πολύ αργά-, τουλάχιστον θα πρέπει να είναι ενημερωμένος για το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, σε αρκετούς ενδεχομένως ξένισε η απόφαση περί μη προσωρινής κράτησης ορισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής ή η επιβολή πρόσκαιρης αντί ισόβιας κάθειρξης στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Βεβαίως, το ζήτημα που τίθεται είναι αν από νομικής πλευράς ήταν εφικτό να συμβεί κάτι διαφορετικό από τα παραπάνω (: μάλλον όχι).

Σε κάθε περίπτωση, ορθό είναι να διαχωρίζεται η νομική από την πολιτική κριτική των δικαστικών δρωμένων: ενώ η δεύτερη εκφράζεται εύκολα και συνηθέστατα χωρίς κόστος, η πρώτη ενέχει δυσχέρειες και απαιτεί πολλή προσοχή, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτοεξευτελισμού ακόμα και για τους θεωρητικά επαΐοντες.

Αρέσει σε %d bloggers: