jump to navigation

Φορολογία εισοδήματος και ΦΠΑ στις συναλλαγές ηλεκτρονικού εμπορίου 27/04/2015

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιονομικό Δίκαιο, Μεταπτυχιακές εργασίες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να σκιαγραφηθεί ένα άκρως σύγχρονο και ολοένα πιο επίκαιρο ζήτημα: η φορολογία του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ενόψει της πολυπλοκότητας του ηλεκτρονικού εμπορίου και ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι επηρεάζει ποικιλοτρόπως τους περισσότερους δικαιικούς κλάδους, καθίσταται σαφές ότι δεν είναι δυνατό παρά να παρουσιαστούν ορισμένες μόνο, αλλά κρίσιμες, πτυχές του. Ακριβώς αυτή είναι όμως και η γοητεία της συγκεκριμένης θεματικής, τόσο για τον ερμηνευτή του δικαίου όσο και για το νομοθέτη, οι οποίοι καλούνται -ο καθένας από τη δική του πλευρά- να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που εγείρει η επικράτηση του Διαδικτύου, ως του πρωταρχικού πλέον μέσου διενέργειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ειδικότερα, η σχετική συζήτηση για τη φορολογία του ηλεκτρονικού εμπορίου βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη ραγδαία εξάπλωση των ηλεκτρονικών συμβάσεων. Η μετατόπιση του επιχειρηματικού και καταναλωτικού ενδιαφέροντος από το συμβατικό στο ηλεκτρονικό εμπόριο μετατρέπει το τελευταίο μια εν δυνάμει σοβαρή πηγή κρατικών εσόδων, που ευλόγως παρακινεί και δελεάζει τις κατά τόπους φορολογικές αρχές να προβούν σε στοχευμένες ενέργειες, με σκοπό τη σύλληψη της νέας φορολογητέας ύλης. Πρέπει συνεπώς, να ανευρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι ώστε αφενός να προστατευθεί αυτή η δυνατότητα της εκάστοτε αρμόδιας δικαιοδοσίας να επιβάλλει και να εισπράττει φόρους και αφετέρου να μη διαταραχθεί ο κατεξοχήν ελεύθερος χαρακτήρας του Διαδικτύου, όπως εκδηλώνεται και στο εμπορικό πεδίο.

Προς την κατεύθυνση αυτή, ήτοι της αναζήτησης ισορροπημένων λύσεων, απαραίτητη κρίνεται η υπερεθνική συνεργασία, καθότι δεδομένη θεωρείται η διασυνοριακή φύση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Με άλλα λόγια, η αμοιβαία διακρατική συνεννόηση αποτελεί sine qua non προαπαιτούμενο, προκειμένου να υιοθετηθούν κάποιοι κοινά αποδεκτοί κανόνες που θα βοηθήσουν στη ρύθμιση του πλαισίου της νέας ψηφιακής οικονομίας. Το κόστος όμως αυτής της δοκιμασίας έγκειται στην αναπόφευκτη κάμψη τής -μέχρι πρότινος αδιαπραγμάτευτης- εθνικής φορολογικής κυριαρχίας, η οποία φαίνεται αδύναμη να αντιπαρατεθεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα των διαδικτυακών συμβάσεων.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της εν λόγω μελέτης, στο πρώτο κεφάλαιό της γίνεται μια εισαγωγή στον ευρύτερο τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, με έμφαση στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του, ως του κλάδου δικαίου εκείνου που αλληλεπιδρά αμεσότερα με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Επιπλέον, παρουσιάζονται οι εγγενείς δυσχέρειες φορολογίας του ηλεκτρονικού εμπορίου, οι οποίες σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ηλεκτρονικά, αλλά και με τη δυσκολία εντοπισμού τόσο των συναλλασσομένων όσο και των συναλλαγών που αυτοί πραγματοποιούν στο Διαδίκτυο.

Στο δεύτερο μέρος, λαμβάνει χώρα μια επισκόπηση των προτάσεων, που έχουν κατά καιρούς υποβληθεί σε διεθνή κλίμακα, αναφορικά με τη φορολογία του ηλεκτρονικού εμπορίου. Μνημονεύονται οι δύο ακραίες απόψεις, αφενός της δημιουργίας ενός αφορολόγητου πεδίου διαδικτυακών συναλλαγών και αφετέρου της επιβολής ενός ειδικού φόρου κατανάλωσης στη χρήση του Διαδικτύου, οι οποίες ωστόσο δεν βρίσκουν σημαντική απήχηση στο παγκόσμιο περιβάλλον. Αντιθέτως, η διατύπωση εκ μέρους του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ορισμένων θεμελιωδών αρχών επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το κανονιστικό πλαίσιο της φορολόγησης του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως παρατηρείται και με τις πρόσφατες αλλαγές στη σχετική ελληνική νομοθεσία.

Επιπροσθέτως, στο τρίτο τμήμα προσεγγίζεται ειδικά η φορολογία εισοδήματος από ηλεκτρονικό εμπόριο. Εκκινώντας από το δίπολο μεταξύ φορολόγησης στον τόπο κατοικίας του φορολογουμένου και στον τόπο της πηγής του εισοδήματος, ακολουθεί ιδιαίτερη μνεία στο ακανθώδες θέμα της μόνιμης εγκατάστασης επιχείρησης. Πράγματι, προκαλεί μείζον ενδιαφέρον η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτήν την έννοια των επιχειρήσεων που ασκούν ηλεκτρονικό εμπόριο, διαθέτοντας ενεργή διαδικτυακή παρουσία. Παράλληλα, εξετάζεται η φορολόγηση του εισοδήματος που αποκτάται από την παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, μέσω ψηφιακής συναλλαγής.

Στο τέταρτο δε κεφάλαιο, η προσοχή στρέφεται στην επιβολή έμμεσης φορολογίας στις ηλεκτρονικές συμβάσεις. Τονίζεται συναφώς ότι τα σοβαρότερα εμπόδια αφορούν τη σύλληψη και τη συλλογή ΦΠΑ προερχόμενου από το online ηλεκτρονικό εμπόριο, το οποίο περιλαμβάνει τις άυλες διαδικτυακές συναλλαγές. Περαιτέρω, παρατίθενται πρακτικά παραδείγματα ώστε να καταστεί αντιληπτή η φορολογική επιβάρυνση που προκύπτει για τους συναλλασσομένους, πρωτίστως στην πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών η οποία ενέχει διασυνοριακά στοιχεία.

Τέλος, στο επίμετρο αποδίδεται μια συνοπτική εικόνα της σημερινής κατάστασης ως προς τη φορολογία των διαδικτυακών συμβάσεων και των ρεαλιστικών προοπτικών αντιμετώπισής τους, ενώ προτείνεται μια λεπτή αλλά ουσιαστική τροποποίηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου για το ηλεκτρονικό εμπόριο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
(περισσότερα…)

Advertisements

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 15/04/2015

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο, Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

[αναδημοσίευση από «Πέμπτο και έκτο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου», εκδ. ΕΚΠΑ, 2015, σ. 213 επ.] (*)

Προλεγόμενα

“The people’s first intention is that the State shall not perish”

JEAN-JACQUES ROUSSEAU

Η συνεχής οικονομική περιδίνηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, έχει αποτελέσει το εφαλτήριο για συνταγματικό και ευρύτερο δικαιοπολιτικό προβληματισμό. Κοινή αγωνία των συμμετεχόντων στη συζήτηση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η κατά το δυνατόν «αναίμακτη» έξοδος από την επονομαζόμενη εποχή των μνημονίων: η επάνοδος της χώρας σε συνθήκες ομαλότητας. Αμφισβητούμενος, βεβαίως, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί -ή τουλάχιστον θα επιδιωχθεί να επιτευχθεί- αυτή η επαναφορά στην κανονικότητα.

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε περίοδο έντονης κρίσης, ο άξονας του νομικού διαλόγου κινείται γύρω από το ίδιο και πάντα επίκαιρο ζήτημα: αν προέχει, ακόμα και υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η τήρηση και ο σεβασμός του Συντάγματος ως κειμένου με ακαταγώνιστη κανονιστική ισχύ ή αν είναι προτιμότερη η σωτηρία της πατρίδας, έστω και αν η εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος επιτάσσει ορισμένες φορές τον παραμερισμό συγκεκριμένων διατάξεων του θεμελιώδους καταστατικού χάρτη, επιβάλλοντας την αναβίωση ενός δικαίου της ανάγκης.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η σκιαγράφηση των απαντήσεων που δίνουν -άμεσα ή έμμεσα- στο παραπάνω ερώτημα εκείνοι που αποφασίζουν και νομοθετούν τα επώδυνα μέτρα, τα οποία συνεπάγονται πολλαπλούς περιορισμούς δικαιωμάτων με στόχο την αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Επίσης, σχολιάζονται οι δυσχέρειες που συναντά η δικαστική εξουσία, η οποία έρχεται εκ των υστέρων να οριοθετήσει την έννοια του δημοσίου συμφέροντος και να εκτιμήσει μέχρι ποιου σημείου είναι συνταγματικά ανεκτοί αυτοί οι περιορισμοί, συνυπολογίζοντας αναπόφευκτα και το οικονομικό κόστος των αποφάσεών της.

Ειδικότερα, στο εισαγωγικό κεφάλαιο γίνεται αφενός μια προσπάθεια διασαφήνισης της αρχής «salus patriae suprema lex esto», η οποία ανέκαθεν συνιστούσε το θεωρητικό υπόβαθρο για ενδεχόμενες παραβιάσεις του Συντάγματος, και αφετέρου παρουσιάζονται ευσύνοπτα οι θεωρίες της κατάστασης εξαίρεσης και της «συνταγματικής δικτατορίας», που αποτελούν χρήσιμα μεθοδολογικά εργαλεία για την κατανόηση και τη διαχείριση των έκτακτων συνθηκών.

Στο δεύτερο μέρος διευκρινίζεται η ιδιόμορφη οικονομική κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία υποστηρίζεται ότι έχει περιέλθει η χώρα μας, καθώς και ο τρόπος προσέγγισης αυτής, τόσο εκ μέρους της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας όσο και από την πλευρά των δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, λαμβάνει χώρα μια περιληπτική αναφορά σε δικαστικές αποφάσεις που σχετίζονται με τη δημοσιονομική κρίση, με κυριότερη τη μειοψηφούσα γνώμη στη ΣτΕ 693/2011 ως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση επίκλησης της έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να δικαιολογηθούν αποκλίσεις από το ίδιο το συνταγματικό κείμενο.

Τέλος, αφού προηγηθεί μια επισκόπηση των βασικών συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την κατάσταση εξαίρεσης, ήτοι των άρθρων 48 και 44 παρ. 1 Συντ., και η διαπίστωση της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις σύγχρονες προκλήσεις, ενόψει και του ελλειμματικού δικαστικού ελέγχου των προϋποθέσεών τους, προτείνεται η εισαγωγή στο ελληνικό νομικό οπλοστάσιο ενός νέου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις περιπτώσεις διαφαινόμενης οικονομικής κατάρρευσης, διευκολύνοντας τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για τη σωτηρία της χώρας και παράλληλα καθιστώντας σαφή τα όρια του δικαστικού ελέγχου σε συνθήκες δημοσιονομικού εκτροχιασμού. (περισσότερα…)

Η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση βάσει του ν. 4009/2011 17/07/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Διοικητική Επιστήμη, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές του νέου νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση, όπως διαμορφώθηκε κυρίως με το ν. 4009/2011, αλλά και τις μετέπειτα τροποποιήσεις του. Η προσέγγιση που επιχειρείται παρακάτω γίνεται πρωτίστως από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, δηλαδή με γνώμονα την αποτελεσματικότητα -ή όχι- των καινούριων ρυθμίσεων, οι οποίες επέφεραν σημαντικές αλλαγές στην οργανωτική δομή και φυσιογνωμία των πανεπιστημίων. Ωστόσο, είναι αναπόφευκτο, λόγω της επιστημονικής συνάφειας του αντικειμένου, να μην (επανα)διατυπωθούν κάποιες παράπλευρες επισημάνσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων.

Άλλωστε, γύρω από αυτούς τους άξονες, ήτοι αφενός τα λειτουργικά-πρακτικά προβλήματα και αφετέρου τα συνταγματικά-νομικά ζητήματα, κινήθηκε εν πολλοίς η ζωηρή συζήτηση που προηγήθηκε και επακολούθησε της ψήφισης του ν. 4009/2011. Πάντως, τις συγκεκριμένες δυσχέρειες ήδη επιδίωξε να άρει ο νομοθέτης με τις επακολουθήσασες διορθωτικές παρεμβάσεις του, που έλαβαν χώρα ιδίως με το ν. 4076/2012.

Βεβαίως, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι στόχευση της προκείμενης εργασίας δεν είναι η ανάλυση όλης της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει πλέον την ανώτατη εκπαίδευση: κάτι τέτοιο, εκτός από μια υπερφιλόδοξη σκέψη, θα αποτελούσε μάλλον και ένα απονενοημένο διάβημα, ενόψει της έκτασης και της περιπλοκότητας του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Όμως, θα γίνει μια προσπάθεια νηφάλιας αντιμετώπισης των κατ’ εκτίμηση κρισιμότερων διατάξεων, καθώς και των βασικότερων αλλαγών που επήλθαν με την πρόσφατη μεταρρύθμιση στο πανεπιστημιακό πεδίο.

Ειδικότερα, διερευνάται η οργανωτική αναδιάρθρωση των ΑΕΙ και ο εσωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τμήματα και σχολές. Στη συνέχεια, γίνεται λόγος για τη σύνθεση, τον τρόπο ανάδειξης και τις αρμοδιότητες του νέου συλλογικού πανεπιστημιακού οργάνου, του Συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργανωτική ιεραρχία. Ακολουθεί ξεχωριστή αναφορά για τα εξωτερικά μέλη, όπου αποπειράται να δοθεί μια απάντηση στο κατά πόσο είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή τους στη διοίκηση του πανεπιστημίου.

Δεν θα μπορούσε να λείψει σχετικό κεφάλαιο για τη θέση του Πρύτανη και του Κοσμήτορα στην ανανεωμένη δομή των ανώτατων ιδρυμάτων, στην εκλογή και συνεπώς στη νομιμοποίηση των οργάνων αυτών, όπως και στις σημαντικότερες αρμοδιότητές τους. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι σε διάφορα σημεία της μελέτης θίγεται το φλέγον ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ.

Αλλά πριν την εξέταση των παραπάνω θεματικών, προηγείται η διατύπωση κάποιων εισαγωγικών σκέψεων για το προϋφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που εκκινούν από και καταλήγουν στην ευρέως διαδεδομένη διαπίστωση της ανάγκης μεταρρύθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου. Επιπροσθέτως, κρίνεται σκόπιμη -υπό το πρίσμα της διοικητικής επιστήμης- η τοποθέτηση επί δύο ερωτημάτων: πρώτον, αν εξυπηρετήθηκε με την προπαρασκευαστική του ν. 4009/2011 διαδικασία η «καλή νομοθέτηση», και δεύτερον, ποιο είναι το «όραμα» του νέου νόμου για την ανώτατη παιδεία.

Στο επίμετρο, τέλος, επισημαίνεται η μάλλον παγιωμένη προχειρότητα στον τρόπο νομοθέτησης επί των ακαδημαϊκών θεμάτων, που ενδέχεται μάλιστα να οδηγήσει εκ νέου σε ορισμένες δυσλειτουργίες. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται η πρωταρχική σημασία των προσώπων ως προς την καλύτερη λειτουργία των θεσμών, ενώ αφήνονται κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, τα οποία απορρέουν από τη μέχρι τώρα πορεία και εφαρμογή της νέας νομοθεσίας στα ΑΕΙ.  (περισσότερα…)

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 30/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Α. Η μειοψηφία της ΣτΕ 693/2011

Το έναυσμα για την παρούσα εισήγηση(*) έδωσε η μειοψηφία του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εξέτασε το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς, όπως αυτή επιβλήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Σημειωτέον ότι η παραπεμπτική στην Ολομέλεια απόφαση 693/2011 έκρινε το συγκεκριμένο μέτρο αντισυνταγματικό, διότι επιβάλλει αναδρομική φορολογία κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2, μιας από τις πλέον αυστηρές και ρητές διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος[1].

Τι είπε όμως στην προκειμένη περίπτωση η μειοψηφία: «Το Σύνταγμα ρυθμίζει καταρχήν τα της λειτουργίας του Κράτους υπό ομαλές συνθήκες. Και έχει μεν προβλέψει ειδικές ρυθμίσεις για την περίπτωση που συμβούν ορισμένες συγκεκριμένες έκτακτες καταστάσεις, όπως στο άρθρο 48 για την περίπτωση πολέμου, ούτε, όμως, από το κείμενό του, ούτε από τις σχετικές συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή προκύπτει ότι υπήρξε οποιαδήποτε πρόβλεψη για την περίπτωση διαφαινόμενου πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Εν όψει αυτών, το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την αναδρομική επιβολή “φόρου ή άλλου οποιουδήποτε οικονομικού βάρους”, παρά τη γενικόλογη αναφορά και σε “έκτακτες συνθήκες” που έγιναν κατά την ψήφισή του, δεν αντιμετώπισε και, συνεπώς, δεν αποκλείει, σε μια τέτοια περίπτωση, την αναδρομική επιβολή έκτακτης εισφοράς στους πλουσιότερους πολίτες»[2]. (περισσότερα…)

Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αφορμή την αναθεώρηση του 2008 23/01/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές ενός διαχρονικού συνταγματικού και άκρως πολιτικού ζητήματος: της αναγκαιότητας -ή όχι- ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στα πλαίσια του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.

Η σχετική συζήτηση, η οποία απασχολεί και διχάζει δημοσιολόγους και πολιτικούς κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, επανήλθε στη σφαίρα των δημόσιων συζητήσεων με αφορμή την πρόταση αναθεώρησης που κατέθεσαν βουλευτές της ΝΔ το 2006. Η εν λόγω πρόταση δεν είχε ευτυχή κατάληξη, με αποτέλεσμα τη μη θέσπιση ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου που θα συγκέντρωνε τον έλεγχο της συνταγματικότητας, κατόπιν τροποποίησης του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Πάντως, δεδηλωμένη είναι η βούληση τόσο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά όσο και του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου προς μια εκ βάθρων συνταγματική αναθεώρηση το 2013, οπότε παρέρχεται το πενταετές κώλυμα της παραγράφου 6 του άρθρου 110 του Συντάγματος. Επομένως, ορατό είναι το ενδεχόμενο να εισβάλει εκ νέου στα πεδία της επιστημονικής και πολιτικής αντιπαράθεσης το ζήτημα της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της συγκεκριμένης μελέτης, στο εισαγωγικό κεφάλαιό της γίνεται μια ευσύνοπτη επισκόπηση στην ιστορική διαδρομή του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Επιπλέον, παρουσιάζεται ακροθιγώς η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη το 1975, ο οποίος κατοχύρωσε μεν τη δομή του παραδοσιακού συστήματος, αλλά καθιέρωσε δε τη δυνατότητα ενός περιορισμένου συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου μέσω της δημιουργίας του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.

Στο δεύτερο μέρος λαμβάνει χώρα μια αναδρομή σε παλαιότερες προτάσεις ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εκκινώντας από τη «βαθειά τομή» του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1963 και προχωρώντας στα δικτατορικά «ψευδοσυντάγματα», καταλήγει ο αναγνώστης στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Κρινόμενες εκ του αποτελέσματος, πρόκειται για αποτυχημένες απόπειρες τροποποίησης του υφιστάμενου τρόπου απονομής της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα.

Αφορμή για την ανάλυση του τρίτου τμήματος αποτέλεσε η τελευταία επίσημη πρόταση κατά την αναθεώρηση που τελικώς ολοκληρώθηκε το 2008, η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων τη μετατροπή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου σε Συνταγματικό Δικαστήριο. Αρχικά, αναφέρονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προκείμενης πρότασης, ενώ παρατίθενται στοιχεία για την πορεία της διαδικασίας και της μεταγενέστερης αποτυχίας του αναθεωρητικού διαβήματος. Στη συνέχεια, ασκείται κριτική σε ορισμένα σημεία τής υπό εξέταση πρότασης και παράλληλα καυτηριάζεται η αδιευκρίνιστη στάση της τότε μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στο επίμετρο, αποδίδεται μια συνολική εικόνα της συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας και εξετάζεται η αλληλεξάρτηση της διεθνούς παραμέτρου με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Τέλος, παρατίθεται μια αρκετά φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική πρόταση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία θα επέφερε ριζοσπαστική ρήξη με το ισχύον σύστημα, αν και σίγουρα δεν θα αποτελούσε πανάκεια για όλες τις ασθένειες του ελληνικού κράτους δικαίου. (περισσότερα…)

Το πολιτειακό δημοψήφισμα του 1974: η οριστική κατάργηση του βασιλικού θεσμού 08/12/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Πολιτική Ιστορία, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Πρόλογος(*)

Όπως μαρτυρεί ο τίτλος της, η παρούσα μελέτη πραγματεύεται ένα από τα σημαντικότερα πολιτειακά γεγονότα, το οποίο καθόρισε τη σημερινή μορφή της ελληνικής δημοκρατίας. Το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 αποτελεί ορόσημο στην πολυτάραχη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας μας, όχι μόνο διότι έδωσε το έναυσμα μιας υπερτριαντάχρονης συνταγματικής ομαλότητας, αλλά και γιατί συνιστά την πιο πρόσφατη επαφή μας με τον εν λόγω θεσμό.

Από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και μέχρι τη διεξαγωγή του συγκεκριμένου δημοψηφίσματος, είχαν πραγματοποιηθεί άλλες οκτώ παρόμοιες διαδικασίες (1862, 1920, 1924, 1926, 1935, 1946, 1968 και 1973) με πολλές ιδιαιτερότητες η καθεμιά. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε ρητή συνταγματική πρόβλεψη για τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων, εν τούτοις αυτά επιβάλλονταν κάθε φορά από τις επικρατούσες συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Σχεδόν ποτέ, άλλωστε, δεν πληρούνταν τα εχέγγυα για το αδιάβλητο της ψηφοφορίας και των αποτελεσμάτων αυτής.

Αφορμή, όμως, για την ενασχόληση με το ζήτημα του δημοψηφίσματος στάθηκε η ανακίνησή του από τους πολιτικούς ταγούς της εποχής ενόψει της υπάρχουσας δημοσιονομικής κρίσης. Τον Οκτώβριο του 2011, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την έγκριση ή την απόρριψη της -δεύτερης χρονικά- δανειακής σύμβασης μεταξύ του ελληνικού κράτους και της περιώνυμης «τρόικας» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), που θα είχε ως τελικό διακύβευμα την παραμονή ή όχι της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας και αποδοκιμασιών προερχόμενων τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό, οδηγώντας μετά από λίγες εβδομάδες στην αποχώρηση του Παπανδρέου και της κυβέρνησής του.

Ωστόσο, κατόπιν των εθνικών εκλογών της 6ης Μαΐου 2012 και της μετέπειτα προκήρυξης νέων εκλογών για την 17η Ιουνίου, ήταν η σειρά των Ευρωπαίων εταίρων μας και συγκεκριμένα της καγκελαρίου της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ να υπαινιχθεί ότι η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος είναι αναγκαία, προκειμένου να διευκρινιστεί οριστικά ποια είναι η στάση του ελληνικού λαού απέναντι στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Εντέλει, αυτή η απόπειρα «έξωθεν» επιβολής δημοψηφίσματος απέβη άκαρπη, καθώς κατακρίθηκε ευλόγως από τους εγχώριους πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής και όχι μόνο.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της εργασίας, στο εισαγωγικό κεφάλαιο αυτής γίνεται μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο και το συγκείμενο της υπό εξέταση εποχής, αρχής γενομένης από τα γεγονότα της Μεταπολίτευσης και φτάνοντας μέχρι τις πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά την πτώση της δικτατορίας.
Το κυρίως θέμα που είναι το πολιτειακό δημοψήφισμα του 1974 αναλύεται στο δεύτερο κεφάλαιο. Παρουσιάζεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την προκήρυξη μέχρι τη διεξαγωγή του, αντιπαρατίθενται οι απόψεις των δύο πλευρών και μνημονεύονται οι αντιδράσεις των πρωταγωνιστών κατόπιν της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων.

Στο επίμετρο καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να γίνει ένας κριτικός απολογισμός του δημοψηφίσματος και του μεταπολιτευτικού σκηνικού, σε συνάρτηση με το ρόλο των ιστορικών προσώπων στις εξελίξεις εκείνης της εποχής. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία του Τύπου και η εισβολή -για πρώτη φορά- τηλεοπτικών κανόνων στην πολιτική συζήτηση. Τέλος, για την πληρότητα της παρούσας μελέτης εμπεριέχονται ως παράρτημα δύο πίνακες, σχετικοί με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος. (περισσότερα…)

Η απαγόρευση των φορολογικών διακρίσεων κατά την επιβολή εσωτερικών φόρων βάσει του άρθρου 110 ΣΛΕΕ 15/11/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιονομικό Δίκαιο, Ευρωπαϊκό Φορολογικό Δίκαιο, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να παρουσιάσει, κατά τρόπο ευσύνοπτο, ένα κρίσιμο ζήτημα του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Δικαίου: την απαγόρευση των φορολογικών διακρίσεων κατά την επιβολή εσωτερικών φόρων, βάσει του άρ. 110 ΣΛΕΕ. Μέσω αυτής της διάταξης επιδιώκεται η φορολογική ουδετερότητα ανταγωνισμού ανάμεσα στα εισαγόμενα και στα εθνικά προϊόντα, η οποία συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μαζί με την κατάργηση των δασμών και την τελωνειακή ένωση.

Από τη θέσπισή της με τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957, η εν λόγω ρύθμιση έχει δικαίως απασχολήσει μεγάλο μέρος της θεωρίας, ενώ παράλληλα αποτελεί εύφορο πεδίο ερμηνείας για το ΔΕΚ. Πράγματι, το Δικαστήριο εξετάζοντας παραβιάσεις της εφαρμογής της απαγόρευσης -κυρίως εκ μέρους των κρατών μελών- έχει δώσει καίριες ερμηνευτικές λύσεις διαμορφώνοντας σημαντική νομολογία, η οποία χρησιμοποιείται παρακάτω ως σημείο αναφοράς.

Όσον αφορά στη δομή της παρούσας εργασίας, στο εισαγωγικό κεφάλαιό της λαμβάνει χώρα μια γενική επισκόπηση των άρθρων της Συνθήκης που σχετίζονται με τον τομέα της φορολογίας. Δίνεται μια ακροθιγής παρουσίαση των φορολογικών διατάξεων αλλά και των επιμέρους στόχων, στην επίτευξη των οποίων αποσκοπούν.

Στο δεύτερο και εκτενέστερο μέρος αναλύονται τα κυριότερα θέματα που προκύπτουν ενόψει του άρ. 110 ΣΛΕΕ. Αρχικά, γίνεται λόγος για το σκοπό θέσπισης, την άμεση ισχύ, τους αποδέκτες και την έκταση της απαγόρευσης των φορολογικών διακρίσεων στην έμμεση φορολογία. Στη συνέχεια, καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του κανόνα της πρώτης παραγράφου, που απαγορεύει στα κράτη μέλη την επιβολή βαρύτερων εσωτερικών φόρων στα εισαγόμενα προϊόντα από εκείνους που πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται με ποιο τρόπο προκαλούνται οι απαγορευμένες φορολογικές διακρίσεις και ποιες είναι οι θεμιτές διαφοροποιήσεις. Αντίστοιχα, διευκρινίζεται ο σκοπός, το πεδίο και οι δυσχέρειες εφαρμογής του κανόνα της δεύτερης παραγράφου, που θεμελιώνει την απαγόρευση και της έμμεσης προστασίας των ημεδαπών ανταγωνιστικών προϊόντων.

Εξάλλου, στο τρίτο κατά σειρά τμήμα της μελέτης αναδεικνύεται η σχέση του άρ. 110 ΣΛΕΕ με συναφείς διατάξεις της Συνθήκης. Πρώτα, γίνεται σύγκριση με τα άρ. 28 και 30 ΣΛΕΕ, τα οποία απαγορεύουν την επιβολή δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Έπειτα, οριοθετείται έναντι των άρ. 34 έως 37 ΣΛΕΕ, που έχουν ως αντικείμενο την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών στις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές, καθώς και σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες απαγορεύονται σύμφωνα με τα άρ. 107 και 108 ΣΛΕΕ.

Στο επίμετρο, τέλος, αποδίδεται μια συνολική εκτίμηση για τη μέχρι τώρα εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με κύριο άξονα τα δημοσιονομικά ζητήματα. Παρατηρείται συμπερασματικά ότι η οικονομική κρίση μπορεί να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό για τη δημιουργία μιας πιο συμπαγούς ομοσπονδίας κρατών ή, αντίθετα, να τερματίσει διά παντός τα όνειρα της ενωμένης Ευρώπης. (περισσότερα…)

Η πρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση 23/01/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
add a comment

1. Εισαγωγή(*)

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα γίνεται δεκτό ότι τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να μην εφαρμόζουν την εκάστοτε κρινόμενη νομοθετική διάταξη, εφόσον διαπιστώνουν ότι δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πράγματι, το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων καθιερώθηκε νομολογιακά τόσο με τη γενέθλια υπ’ αριθμό 23/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσο και με την απόφαση-προπομπό αυτής την 18/1871, η οποία είχε δεχθεί -ειρήσθω εν παρόδω- ότι η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει αν ένας νόμος είναι ισχυρός, όταν φέρει όλους τους τύπους που απαιτεί το Σύνταγμα, εκτός αν ο νόμος είναι προφανώς αντίθετος προς αυτό. Αργότερα, ήρθε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση υπ’ αριθμό 1/1929 να κρατήσει ανάλογη στάση και έκτοτε όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας και βαθμού τήρησαν το εν λόγω σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.

Αυτή η πάγια τακτική των ελληνικών δικαστηρίων εδραζόταν όχι σε κάποια ρητή συνταγματική διάταξη, καθώς σε ορισμένα συνταγματικά κείμενα όπως του 1952 δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόβλεψη, αλλά στην πεποίθησή τους ότι ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και η απορρέουσα από αυτόν αρχή lex superior derogat legi inferiori επέβαλε τη μη εφαρμογή του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση που κρινόταν από αυτά αντισυνταγματικός.

(περισσότερα…)

Αρέσει σε %d bloggers: