jump to navigation

Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αφορμή την αναθεώρηση του 2008 23/01/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές ενός διαχρονικού συνταγματικού και άκρως πολιτικού ζητήματος: της αναγκαιότητας -ή όχι- ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στα πλαίσια του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.

Η σχετική συζήτηση, η οποία απασχολεί και διχάζει δημοσιολόγους και πολιτικούς κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, επανήλθε στη σφαίρα των δημόσιων συζητήσεων με αφορμή την πρόταση αναθεώρησης που κατέθεσαν βουλευτές της ΝΔ το 2006. Η εν λόγω πρόταση δεν είχε ευτυχή κατάληξη, με αποτέλεσμα τη μη θέσπιση ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου που θα συγκέντρωνε τον έλεγχο της συνταγματικότητας, κατόπιν τροποποίησης του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Πάντως, δεδηλωμένη είναι η βούληση τόσο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά όσο και του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου προς μια εκ βάθρων συνταγματική αναθεώρηση το 2013, οπότε παρέρχεται το πενταετές κώλυμα της παραγράφου 6 του άρθρου 110 του Συντάγματος. Επομένως, ορατό είναι το ενδεχόμενο να εισβάλει εκ νέου στα πεδία της επιστημονικής και πολιτικής αντιπαράθεσης το ζήτημα της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της συγκεκριμένης μελέτης, στο εισαγωγικό κεφάλαιό της γίνεται μια ευσύνοπτη επισκόπηση στην ιστορική διαδρομή του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Επιπλέον, παρουσιάζεται ακροθιγώς η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη το 1975, ο οποίος κατοχύρωσε μεν τη δομή του παραδοσιακού συστήματος, αλλά καθιέρωσε δε τη δυνατότητα ενός περιορισμένου συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου μέσω της δημιουργίας του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.

Στο δεύτερο μέρος λαμβάνει χώρα μια αναδρομή σε παλαιότερες προτάσεις ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εκκινώντας από τη «βαθειά τομή» του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1963 και προχωρώντας στα δικτατορικά «ψευδοσυντάγματα», καταλήγει ο αναγνώστης στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Κρινόμενες εκ του αποτελέσματος, πρόκειται για αποτυχημένες απόπειρες τροποποίησης του υφιστάμενου τρόπου απονομής της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα.

Αφορμή για την ανάλυση του τρίτου τμήματος αποτέλεσε η τελευταία επίσημη πρόταση κατά την αναθεώρηση που τελικώς ολοκληρώθηκε το 2008, η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων τη μετατροπή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου σε Συνταγματικό Δικαστήριο. Αρχικά, αναφέρονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προκείμενης πρότασης, ενώ παρατίθενται στοιχεία για την πορεία της διαδικασίας και της μεταγενέστερης αποτυχίας του αναθεωρητικού διαβήματος. Στη συνέχεια, ασκείται κριτική σε ορισμένα σημεία τής υπό εξέταση πρότασης και παράλληλα καυτηριάζεται η αδιευκρίνιστη στάση της τότε μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στο επίμετρο, αποδίδεται μια συνολική εικόνα της συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας και εξετάζεται η αλληλεξάρτηση της διεθνούς παραμέτρου με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Τέλος, παρατίθεται μια αρκετά φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική πρόταση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία θα επέφερε ριζοσπαστική ρήξη με το ισχύον σύστημα, αν και σίγουρα δεν θα αποτελούσε πανάκεια για όλες τις ασθένειες του ελληνικού κράτους δικαίου. (περισσότερα…)

Advertisements

Το πολιτειακό δημοψήφισμα του 1974: η οριστική κατάργηση του βασιλικού θεσμού 08/12/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Πολιτική Ιστορία, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Πρόλογος(*)

Όπως μαρτυρεί ο τίτλος της, η παρούσα μελέτη πραγματεύεται ένα από τα σημαντικότερα πολιτειακά γεγονότα, το οποίο καθόρισε τη σημερινή μορφή της ελληνικής δημοκρατίας. Το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 αποτελεί ορόσημο στην πολυτάραχη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας μας, όχι μόνο διότι έδωσε το έναυσμα μιας υπερτριαντάχρονης συνταγματικής ομαλότητας, αλλά και γιατί συνιστά την πιο πρόσφατη επαφή μας με τον εν λόγω θεσμό.

Από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και μέχρι τη διεξαγωγή του συγκεκριμένου δημοψηφίσματος, είχαν πραγματοποιηθεί άλλες οκτώ παρόμοιες διαδικασίες (1862, 1920, 1924, 1926, 1935, 1946, 1968 και 1973) με πολλές ιδιαιτερότητες η καθεμιά. Τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε ρητή συνταγματική πρόβλεψη για τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων, εν τούτοις αυτά επιβάλλονταν κάθε φορά από τις επικρατούσες συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Σχεδόν ποτέ, άλλωστε, δεν πληρούνταν τα εχέγγυα για το αδιάβλητο της ψηφοφορίας και των αποτελεσμάτων αυτής.

Αφορμή, όμως, για την ενασχόληση με το ζήτημα του δημοψηφίσματος στάθηκε η ανακίνησή του από τους πολιτικούς ταγούς της εποχής ενόψει της υπάρχουσας δημοσιονομικής κρίσης. Τον Οκτώβριο του 2011, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την έγκριση ή την απόρριψη της -δεύτερης χρονικά- δανειακής σύμβασης μεταξύ του ελληνικού κράτους και της περιώνυμης «τρόικας» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), που θα είχε ως τελικό διακύβευμα την παραμονή ή όχι της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας και αποδοκιμασιών προερχόμενων τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό, οδηγώντας μετά από λίγες εβδομάδες στην αποχώρηση του Παπανδρέου και της κυβέρνησής του.

Ωστόσο, κατόπιν των εθνικών εκλογών της 6ης Μαΐου 2012 και της μετέπειτα προκήρυξης νέων εκλογών για την 17η Ιουνίου, ήταν η σειρά των Ευρωπαίων εταίρων μας και συγκεκριμένα της καγκελαρίου της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ να υπαινιχθεί ότι η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος είναι αναγκαία, προκειμένου να διευκρινιστεί οριστικά ποια είναι η στάση του ελληνικού λαού απέναντι στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Εντέλει, αυτή η απόπειρα «έξωθεν» επιβολής δημοψηφίσματος απέβη άκαρπη, καθώς κατακρίθηκε ευλόγως από τους εγχώριους πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής και όχι μόνο.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της εργασίας, στο εισαγωγικό κεφάλαιο αυτής γίνεται μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο και το συγκείμενο της υπό εξέταση εποχής, αρχής γενομένης από τα γεγονότα της Μεταπολίτευσης και φτάνοντας μέχρι τις πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά την πτώση της δικτατορίας.
Το κυρίως θέμα που είναι το πολιτειακό δημοψήφισμα του 1974 αναλύεται στο δεύτερο κεφάλαιο. Παρουσιάζεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την προκήρυξη μέχρι τη διεξαγωγή του, αντιπαρατίθενται οι απόψεις των δύο πλευρών και μνημονεύονται οι αντιδράσεις των πρωταγωνιστών κατόπιν της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων.

Στο επίμετρο καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να γίνει ένας κριτικός απολογισμός του δημοψηφίσματος και του μεταπολιτευτικού σκηνικού, σε συνάρτηση με το ρόλο των ιστορικών προσώπων στις εξελίξεις εκείνης της εποχής. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία του Τύπου και η εισβολή -για πρώτη φορά- τηλεοπτικών κανόνων στην πολιτική συζήτηση. Τέλος, για την πληρότητα της παρούσας μελέτης εμπεριέχονται ως παράρτημα δύο πίνακες, σχετικοί με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος. (περισσότερα…)

Η απαγόρευση των φορολογικών διακρίσεων κατά την επιβολή εσωτερικών φόρων βάσει του άρθρου 110 ΣΛΕΕ 15/11/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιονομικό Δίκαιο, Ευρωπαϊκό Φορολογικό Δίκαιο, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να παρουσιάσει, κατά τρόπο ευσύνοπτο, ένα κρίσιμο ζήτημα του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Δικαίου: την απαγόρευση των φορολογικών διακρίσεων κατά την επιβολή εσωτερικών φόρων, βάσει του άρ. 110 ΣΛΕΕ. Μέσω αυτής της διάταξης επιδιώκεται η φορολογική ουδετερότητα ανταγωνισμού ανάμεσα στα εισαγόμενα και στα εθνικά προϊόντα, η οποία συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μαζί με την κατάργηση των δασμών και την τελωνειακή ένωση.

Από τη θέσπισή της με τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957, η εν λόγω ρύθμιση έχει δικαίως απασχολήσει μεγάλο μέρος της θεωρίας, ενώ παράλληλα αποτελεί εύφορο πεδίο ερμηνείας για το ΔΕΚ. Πράγματι, το Δικαστήριο εξετάζοντας παραβιάσεις της εφαρμογής της απαγόρευσης -κυρίως εκ μέρους των κρατών μελών- έχει δώσει καίριες ερμηνευτικές λύσεις διαμορφώνοντας σημαντική νομολογία, η οποία χρησιμοποιείται παρακάτω ως σημείο αναφοράς.

Όσον αφορά στη δομή της παρούσας εργασίας, στο εισαγωγικό κεφάλαιό της λαμβάνει χώρα μια γενική επισκόπηση των άρθρων της Συνθήκης που σχετίζονται με τον τομέα της φορολογίας. Δίνεται μια ακροθιγής παρουσίαση των φορολογικών διατάξεων αλλά και των επιμέρους στόχων, στην επίτευξη των οποίων αποσκοπούν.

Στο δεύτερο και εκτενέστερο μέρος αναλύονται τα κυριότερα θέματα που προκύπτουν ενόψει του άρ. 110 ΣΛΕΕ. Αρχικά, γίνεται λόγος για το σκοπό θέσπισης, την άμεση ισχύ, τους αποδέκτες και την έκταση της απαγόρευσης των φορολογικών διακρίσεων στην έμμεση φορολογία. Στη συνέχεια, καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του κανόνα της πρώτης παραγράφου, που απαγορεύει στα κράτη μέλη την επιβολή βαρύτερων εσωτερικών φόρων στα εισαγόμενα προϊόντα από εκείνους που πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται με ποιο τρόπο προκαλούνται οι απαγορευμένες φορολογικές διακρίσεις και ποιες είναι οι θεμιτές διαφοροποιήσεις. Αντίστοιχα, διευκρινίζεται ο σκοπός, το πεδίο και οι δυσχέρειες εφαρμογής του κανόνα της δεύτερης παραγράφου, που θεμελιώνει την απαγόρευση και της έμμεσης προστασίας των ημεδαπών ανταγωνιστικών προϊόντων.

Εξάλλου, στο τρίτο κατά σειρά τμήμα της μελέτης αναδεικνύεται η σχέση του άρ. 110 ΣΛΕΕ με συναφείς διατάξεις της Συνθήκης. Πρώτα, γίνεται σύγκριση με τα άρ. 28 και 30 ΣΛΕΕ, τα οποία απαγορεύουν την επιβολή δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών. Έπειτα, οριοθετείται έναντι των άρ. 34 έως 37 ΣΛΕΕ, που έχουν ως αντικείμενο την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών στις ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές, καθώς και σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες απαγορεύονται σύμφωνα με τα άρ. 107 και 108 ΣΛΕΕ.

Στο επίμετρο, τέλος, αποδίδεται μια συνολική εκτίμηση για τη μέχρι τώρα εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με κύριο άξονα τα δημοσιονομικά ζητήματα. Παρατηρείται συμπερασματικά ότι η οικονομική κρίση μπορεί να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό για τη δημιουργία μιας πιο συμπαγούς ομοσπονδίας κρατών ή, αντίθετα, να τερματίσει διά παντός τα όνειρα της ενωμένης Ευρώπης. (περισσότερα…)

Η πρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση 23/01/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
add a comment

1. Εισαγωγή(*)

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα γίνεται δεκτό ότι τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να μην εφαρμόζουν την εκάστοτε κρινόμενη νομοθετική διάταξη, εφόσον διαπιστώνουν ότι δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πράγματι, το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων καθιερώθηκε νομολογιακά τόσο με τη γενέθλια υπ’ αριθμό 23/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσο και με την απόφαση-προπομπό αυτής την 18/1871, η οποία είχε δεχθεί -ειρήσθω εν παρόδω- ότι η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει αν ένας νόμος είναι ισχυρός, όταν φέρει όλους τους τύπους που απαιτεί το Σύνταγμα, εκτός αν ο νόμος είναι προφανώς αντίθετος προς αυτό. Αργότερα, ήρθε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση υπ’ αριθμό 1/1929 να κρατήσει ανάλογη στάση και έκτοτε όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας και βαθμού τήρησαν το εν λόγω σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.

Αυτή η πάγια τακτική των ελληνικών δικαστηρίων εδραζόταν όχι σε κάποια ρητή συνταγματική διάταξη, καθώς σε ορισμένα συνταγματικά κείμενα όπως του 1952 δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόβλεψη, αλλά στην πεποίθησή τους ότι ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και η απορρέουσα από αυτόν αρχή lex superior derogat legi inferiori επέβαλε τη μη εφαρμογή του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση που κρινόταν από αυτά αντισυνταγματικός.

(περισσότερα…)

Οι παράγοντες του πολυκομματισμού 25/01/2010

Posted by Dimitris Patsikas in Προπτυχιακές εργασίες, Πολιτική Ιστορία, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

1. Εισαγωγή(*)

α. Τα κόμματα ως πολιτικοί θεσμοί

Πολιτικός θεσμός είναι ένα σύνολο διαλεκτικά διαρθρωμένων και αλληλεξαρτώμενων σχέσεων, δομών και μορφών του κοινωνικού βίου, που αναφέρονται στην οργάνωση, άσκηση ή διεκδίκηση της κρατικής εξουσίας[1]. Συνήθως οι πολιτικοί θεσμοί είναι και νομικοί, καθώς πλαισιώνονται από δικαιικούς κανόνες που ρυθμίζουν τη λειτουργία τους. Ειδικότερα, αν οι νομικοί αυτοί κανόνες περιέχονται στο Σύνταγμα κάποιου κράτους, τότε είναι και συνταγματικοί θεσμοί. Αλλά υπάρχουν και μη κατοχυρωμένοι σε συνταγματική διάταξη θεσμοί, οι οποίοι λειτουργούν στην πολιτική πρακτική, παρότι δεν έχουν καθιερωθεί νομικά. Χαρακτηριστικό ήταν και το παράδειγμα των ελληνικών πολιτικών κομμάτων που, ενώ η δράση τους στη χώρα μας προσδιόριζε σημαντικά το χαρακτήρα και τη λειτουργία του πολιτεύματος, το Συνταγματικό δίκαιο επέμενε -όχι ανεξήγητα- να αγνοεί ή να υποβαθμίζει τη θεσμική παρουσία τους[2].

Και όμως, τα κόμματα, έστω και αν δεν είχαν ακόμη καθιερωθεί ως συνταγματικός ή γενικότερα νομικός θεσμός, αποτελούσαν πολιτικό θεσμό στο βαθμό που μετείχαν στο σχηματισμό της πολιτικής βούλησης του εκλογικού σώματος, επηρέαζαν και διεκδικούσαν μέσω της Βουλής την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Ωστόσο, με το Σύνταγμα του 1975 (βλ. άρθρο 29) η ιστορία του θεσμού των πολιτικών κομμάτων μπαίνει σε μια νέα φάση. Ο συνταγματικός νομοθέτης, αναγνωρίζοντας πια το κόμμα ως συνταγματικό θεσμό, επικυρώνει και νομικά την πολιτειακή πραγματικότητα[3]. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει κανείς και μέσω της σχετικής διάταξης του γαλλικού Συντάγματος της 5ης Δημοκρατίας[4]. Πράγματι, όλα τα κόμματα είναι αποδεκτά στην πολιτική ζωή αρκεί να σέβονται τις βάσεις του φιλελεύθερου αστικού κράτους, που με τη σειρά του οδηγείται στην αποδοχή όλων των κομμάτων, όποια κι αν είναι η οργάνωση και η ιδεολογία τους, εκτός από εκείνα που θα επέφεραν την εξαφάνισή του (π.χ. φασιστικά κόμματα)[5].

(περισσότερα…)

Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης (βάσει του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος) 13/01/2010

Posted by Dimitris Patsikas in Εργατικό Δίκαιο, Κοινωνική Ασφάλιση, Προπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , ,
add a comment

1. Εισαγωγή(*)

Η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων στην Ελλάδα εκδηλώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (Συντ.), το οποίο προβλέπει σχετικά ότι «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Στη θεωρία γίνεται λόγος άλλοτε για θεσμική εγγύηση[1] ή συνταγματική εντολή[2] και άλλοτε για κοινωνικό δικαίωμα[3], ενώ κοινά αποδεκτή φαίνεται εξάλλου να είναι η θέση ότι η συνταγματική αυτή διάταξη δεν θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση του ατόμου κατά του κράτους για καθορισμένη κατά το είδος και τη διάρκειά της παροχή[4]. Η θέση αυτή συνδέεται κυρίως με την κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης ως θεσμικής εγγύησης.

Ωστόσο, η θεσμική προσέγγιση της κοινωνικής ασφάλισης δεν σημαίνει αποκλειστικά μια «αντικειμενικοποίηση» του εν λόγω άρθρου, από την οποία δεν δημιουργείται καμία αγώγιμη αξίωση για τους φορείς του δικαιώματος. Από το γεγονός ότι ο θεσμός αυτός απεικονίζεται στο Σύνταγμα, έστω και μια ιδιαίτερα ασθενική και αόριστη διατύπωση, προκύπτει η δυνατότητα θεμελίωσης ενός υποκειμενικού δικαιώματος κάθε φορά που προσβάλλεται ο πυρήνας του. Η αξίωση στην περίπτωση αυτή δεν είναι αξίωση λήψης θετικών μέτρων, αλλά αξίωση παραμερισμού της αντισυνταγματικής νομοθετικής διάταξης που θίγει τα θεμελιώδη μορφολογικά γνωρίσματα της κοινωνικής ασφάλισης[5].

Άλλωστε, αγώγιμη αξίωση για συγκεκριμένη ασφαλιστική παροχή μπορεί να προκύψει και όταν η μη χορήγηση -ή η χορήγηση με περιορισμούς- της παροχής αυτής σε κατηγορία ασφαλισμένων, προσκρούει σε άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, όπως η αρχή της ισότητας[6].

(περισσότερα…)

Στάδια προβολής πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά τον ΚΠολΔ 18/12/2009

Posted by Dimitris Patsikas in Αναγκαστική Εκτέλεση, Προπτυχιακές εργασίες, Πολιτική Δικονομία, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , ,
add a comment

(*) Με το άρθρο 935 ΚΠολΔ καθιερώνεται το σύστημα του «άνευ επικουρίας δικάζεσθαι» στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε να διασφαλισθεί η ταχύτερη δικαστική αντιμετώπιση των αμφισβητήσεων ως προς το κύρος της και η ασφάλεια των συναλλαγών[1]. Κατά το σύστημα αυτό, όλοι οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγοι ακυρότητας που είχαν γεννηθεί και μπορούσαν να προταθούν με προγενέστερη ανακοπή αποκλείεται να αποτελέσουν τη βάση μεταγενέστερης ανακοπής ή να ερευνηθούν επ’ ευκαιρία άλλης δίκης στην οποία ανακύπτει θέμα κύρους της ίδιας πράξης εκτέλεσης[2]. Ο ευρύς αυτός αποκλεισμός, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως[3], καταλαμβάνει τους μη προταθέντες λόγους ακόμη κι αν δεν έχει εξαντληθεί η κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ προθεσμία προβολής τους[4]. Αν όμως οι αποκλειόμενοι λόγοι επιδρούν ακυρωτικά σε άλλη περαιτέρω πράξη εκτέλεσης, είναι δυνατό να προβληθούν με νέα ανακοπή εναντίον της πράξης αυτής στα χρονικά όρια του άρθρου 934 ΚΠολΔ. Ευνόητο είναι ότι από τον αποκλεισμό του άρθρου 935 ΚΠολΔ δεν καταλαμβάνονται οι λόγοι που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο έως το οποίο ήταν δυνατή η κατάθεση δικογράφου πρόσθετων λόγων στην πρώτη δίκη. Οι οψιγενείς αυτοί λόγοι μπορούν να προταθούν με νέα ανακοπή κατά της ίδιας πράξης, εφόσον σώζεται η προθεσμία προσβολής της κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ[5].

(περισσότερα…)

Αρέσει σε %d bloggers: