jump to navigation

Το «ξανθό γένος» και τα ξένα συμφέροντα 01/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Οι επίμονες προσπάθειες των Κυπρίων να πείσουν τη Ρωσία να τους συνδράμει στην παρούσα κρίση, τόσο δια του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη (φανατικού όμως αμερικανόφιλου) όσο και μέσω των πιέσεων του ΑΚΕΛ (παραδοσιακά προσκείμενου στην «αρκούδα»), έως τώρα απέβησαν άκαρπες. Το δράμα που εκτυλίσσεται στη γειτονική χώρα μάς κάνει να αναλογιστούμε τι μπορούμε κάθε φορά να περιμένουμε από τον ξένο παράγοντα. Αναρωτιούνται αφελώς κάποιοι: «είναι δυνατόν οι ομόδοξοί μας να μη σπεύδουν να βοηθήσουν τους αδελφούς Κυπρίους;». Θα γίνει κατωτέρω μια συνοπτική προσπάθεια να αποδειχθεί η τραγική αυτή πλάνη, κυρίως όσον αφορά στους Ρώσους – πράγμα που διόλου σημαίνει ότι οι λοιπές χώρες ενεργούν διαφορετικά στην εξωτερική τους πολιτική.

Ξεκινώντας από την εποχή του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) και των «Ορλωφικών», αν όχι και από παλαιότερα, καλλιεργήθηκε ο μύθος της ρωσικής χείρας βοηθείας: ο Κοσμάς ο Αιτωλός παρηγορούσε τους υπόδουλους Ρωμιούς μιλώντας για το «ξανθό γένος» που θα ελευθέρωνε την Πόλη. Προχωρώντας στο χρόνο διαπιστώνει κανείς πως ούτε στην επανάσταση του ’21 δεν είχε ενεργή συμμετοχή η ρωσική αυτοκρατορία, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων και σίγουρα κατόπιν εορτής. [Άλλο μεγάλο θέμα προς συζήτηση οι «φιλέλληνες», όρος που υφίσταται μόνο στη δική μας γλώσσα και ενδεικτικός της νοοτροπίας μας. Οι ξένοι χωρίζονται πάντα σε φιλέλληνες και μισέλληνες ανάλογα με τη στάση που τηρούν απέναντί μας].

Αργότερα, με τον ερχομό των Μπολσεβίκων στην εξουσία, τα τότε συμφέροντά τους επέβαλαν τη φιλική συμπόρευση με τον Κεμάλ, γεγονός που ενμέρει έπαιξε ρόλο και στην αποτυχημένη έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας των Ελλήνων. Στη συνέχεια, οι νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Στάλιν και Τσόρτσιλ, μοίρασαν τη νοτιανατολική Ευρώπη γράφοντας πάνω σε μια χαρτοπετσέτα την περίφημη «Συμφωνία των ποσοστών»: οι Άγγλοι θα είχαν 90% επιρροή στην Ελλάδα έναντι μόλις 10% των Σοβιετικών. Η εν λόγω συμφωνία δεν γνωστοποιήθηκε τότε σε εκείνους που έπρεπε. Αποτέλεσμα; Οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού μάταια να περιμένουν τη βοήθεια από τον «πατερούλη» και η χώρα μας να σύρεται σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.

Η σύγχρονη πραγματικότητα αποδεικνύει ότι, παρόλες τις ιστορικές εμπειρίες, οι Έλληνες -Κύπριοι και Ελλαδίτες- δεν βάζουμε καθόλου μυαλό. Εξακολουθούμε να περιμένουμε με αφύσικη αθωότητα την ξένη, εν προκειμένω τη ρωσική, παρέμβαση, η οποία όμως σπανίως έρχεται και πάντα καθυστερημένα. Πιστεύουμε τελείως λανθασμένα πως η πίστη στην ίδια θρησκεία, στο ίδιο δόγμα, αποτελεί σημαντικότερο παράγοντα από τα εκάστοτε οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Αλλά επιπλέον θεωρούμε ότι και οι υπόλοιπες χώρες σκέφτονται το ίδιο συναισθηματικά, όπως εμείς.

Στις δύσκολες ώρες που βιώνουμε, καλό θα είναι αυτοί που έχουν τις τύχες του ελληνισμού στα χέρια τους να συμπεριφερθούν ορθολογικά, πρωτίστως στις διπλωματικές σχέσεις – μη προσμένοντας κανέναν Πούτιν να μας περιβάλλει με «χριστιανική θαλπωρή», πόσω μάλλον τον Ομπάμα ή τη Μέρκελ. Και επιτέλους, ας θυμηθούμε αυτό που μάταια επαναλάμβανε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ότι «δεν υπάρχουν εθνικά δίκαια παρά μόνο εθνικά συμφέροντα».

Όταν η Εκκλησία «βάζει πλάτη» 26/03/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Εσχάτως, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας άνευ ετέρου(;) οικονομικής επίθεσης στην Κύπρο. Λίγοι είναι, βεβαίως, σε θέση να γνωρίζουν ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από αυτόν τον «πόλεμο», που κηρύχθηκε με κάθε επισημότητα από ευρωπαϊκά χείλη. Ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που ενδεχομένως μπορούν έστω να προβλέψουν τι μέλλει γενέσθαι, τόσο σε σχέση με το ίδιο το νησί της Αφροδίτης όσο και αναφορικά με την ευρύτερη πορεία του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα.

Η εν λόγω πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνει η Κύπρος αποτέλεσε αφορμή για να αναδειχθεί προς τα έξω μια ισχυρή προσωπικότητα: ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου αφουγκράστηκε την κοινωνία και βγήκε αμέσως μπροστά, προκειμένου να την εκφράσει και να την υπερασπιστεί. Από την αρχή δεν μάσησε τα λόγια του: όταν έγινε γνωστή η απόφαση του συμβουλίου των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης (ελληνιστί, Γιούρογκρουπ) για κούρεμα των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες, έκανε λόγο για «προστυχιά των Ευρωπαίων». Φαίνεται σε κανέναν άδικος αυτός ο χαρακτηρισμός;

Στη συνέχεια, κατόπιν της συνολικής άρνησης της Βουλής να ψηφίσει το παραπάνω ανεκδιήγητο μέτρο, συνευρέθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, με τον οποίο είχε διαφωνήσει σφοδρά στο παρελθόν όσον αφορά στο περιβόητο «σχέδιο Ανάν». Έπειτα από τη συνάντηση, ο Αρχιεπίσκοπος -χωρίς φόβο αλλά με πάθος- δήλωσε πως «μπορούμε να υποθηκεύσουμε όλη την περιουσία της Εκκλησίας…για να στηρίξουμε αυτήν τη στιγμή το κράτος». Αν δεν είναι αυτή η κίνηση, πατριωτισμός στην πράξη, τότε τι ακριβώς είναι;

Ανεξάρτητα από τις ενστάσεις που εύλογα διατηρεί ο καθένας μας για τις λεγόμενες «ιερές μπίζνες», ήτοι τη διαχείριση και κατά το δυνατόν επαύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (ο Χρυσόστομος τη χαρακτήρισε «τεραστίων διαστάσεων»!), δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί στον συγκεκριμένο ιεράρχη ότι, στις δύσκολες ώρες που περνά η μαρτυρική μεγαλόνησος, έθεσε την Εκκλησία και εαυτόν στο πλευρό του κυπριακού κράτους και συνεπώς των πολιτών αυτού – ακόμα και αν πρόκειται για ορισμένους που κατέχουν τραπεζικούς λογαριασμούς με πολλά μηδενικά.

Η Κύπρος, άλλωστε, έχει μακρά παράδοση στην «εμπλοκή» ρασοφόρων με τα δημόσια πράγματα: ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, ο οποίος διετέλεσε πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπήρξε η πιο ενδεικτική περίπτωση θρησκευτικού και συνάμα πολιτικού ηγέτη. [Και η ελλαδική ιστορία διαθέτει κάποια αντίστοιχα παραδείγματα, τα οποία όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν εν προκειμένω].

Επανέρχεται, λοιπόν, στο προσκήνιο η συζήτηση για τον επιτελικό -ή όχι- ρόλο που διαδραματίζει η Εκκλησία, και δη η ορθόδοξη που μας αφορά άμεσα. Ποιες είναι οι δυνατότητες παρέμβασης που διαθέτει και μέχρι πού πρέπει/μπορεί να φτάνει αυτή η παρεμβατικότητα; Οι απαντήσεις εναπόκεινται στην κρίση του καθενός.

Ωστόσο, ξέχωρα από τις προσωπικές αντιλήψεις, μπορεί να ειπωθεί με αρκετή βεβαιότητα ότι η εκάστοτε Εκκλησία δεν πρέπει να αρκείται στο καθαρά ποιμαντορικό της έργο. Ιδίως τώρα, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης και υφέρπουσας εξαθλίωσης, οι εκκλησιαστικοί ηγήτορες οφείλουν να συμπαρασταθούν στο χειμαζόμενο λαό, να «βάλουν πλάτη»: όχι με (ευχο)λόγια, αλλά με θαρραλέες πράξεις, όπως αυτή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου.

Αρέσει σε %d bloggers: