jump to navigation

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 15/04/2015

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο, Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

[αναδημοσίευση από «Πέμπτο και έκτο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου», εκδ. ΕΚΠΑ, 2015, σ. 213 επ.] (*)

Προλεγόμενα

“The people’s first intention is that the State shall not perish”

JEAN-JACQUES ROUSSEAU

Η συνεχής οικονομική περιδίνηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, έχει αποτελέσει το εφαλτήριο για συνταγματικό και ευρύτερο δικαιοπολιτικό προβληματισμό. Κοινή αγωνία των συμμετεχόντων στη συζήτηση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η κατά το δυνατόν «αναίμακτη» έξοδος από την επονομαζόμενη εποχή των μνημονίων: η επάνοδος της χώρας σε συνθήκες ομαλότητας. Αμφισβητούμενος, βεβαίως, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί -ή τουλάχιστον θα επιδιωχθεί να επιτευχθεί- αυτή η επαναφορά στην κανονικότητα.

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε περίοδο έντονης κρίσης, ο άξονας του νομικού διαλόγου κινείται γύρω από το ίδιο και πάντα επίκαιρο ζήτημα: αν προέχει, ακόμα και υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η τήρηση και ο σεβασμός του Συντάγματος ως κειμένου με ακαταγώνιστη κανονιστική ισχύ ή αν είναι προτιμότερη η σωτηρία της πατρίδας, έστω και αν η εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος επιτάσσει ορισμένες φορές τον παραμερισμό συγκεκριμένων διατάξεων του θεμελιώδους καταστατικού χάρτη, επιβάλλοντας την αναβίωση ενός δικαίου της ανάγκης.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η σκιαγράφηση των απαντήσεων που δίνουν -άμεσα ή έμμεσα- στο παραπάνω ερώτημα εκείνοι που αποφασίζουν και νομοθετούν τα επώδυνα μέτρα, τα οποία συνεπάγονται πολλαπλούς περιορισμούς δικαιωμάτων με στόχο την αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Επίσης, σχολιάζονται οι δυσχέρειες που συναντά η δικαστική εξουσία, η οποία έρχεται εκ των υστέρων να οριοθετήσει την έννοια του δημοσίου συμφέροντος και να εκτιμήσει μέχρι ποιου σημείου είναι συνταγματικά ανεκτοί αυτοί οι περιορισμοί, συνυπολογίζοντας αναπόφευκτα και το οικονομικό κόστος των αποφάσεών της.

Ειδικότερα, στο εισαγωγικό κεφάλαιο γίνεται αφενός μια προσπάθεια διασαφήνισης της αρχής «salus patriae suprema lex esto», η οποία ανέκαθεν συνιστούσε το θεωρητικό υπόβαθρο για ενδεχόμενες παραβιάσεις του Συντάγματος, και αφετέρου παρουσιάζονται ευσύνοπτα οι θεωρίες της κατάστασης εξαίρεσης και της «συνταγματικής δικτατορίας», που αποτελούν χρήσιμα μεθοδολογικά εργαλεία για την κατανόηση και τη διαχείριση των έκτακτων συνθηκών.

Στο δεύτερο μέρος διευκρινίζεται η ιδιόμορφη οικονομική κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία υποστηρίζεται ότι έχει περιέλθει η χώρα μας, καθώς και ο τρόπος προσέγγισης αυτής, τόσο εκ μέρους της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας όσο και από την πλευρά των δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, λαμβάνει χώρα μια περιληπτική αναφορά σε δικαστικές αποφάσεις που σχετίζονται με τη δημοσιονομική κρίση, με κυριότερη τη μειοψηφούσα γνώμη στη ΣτΕ 693/2011 ως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση επίκλησης της έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να δικαιολογηθούν αποκλίσεις από το ίδιο το συνταγματικό κείμενο.

Τέλος, αφού προηγηθεί μια επισκόπηση των βασικών συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την κατάσταση εξαίρεσης, ήτοι των άρθρων 48 και 44 παρ. 1 Συντ., και η διαπίστωση της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις σύγχρονες προκλήσεις, ενόψει και του ελλειμματικού δικαστικού ελέγχου των προϋποθέσεών τους, προτείνεται η εισαγωγή στο ελληνικό νομικό οπλοστάσιο ενός νέου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις περιπτώσεις διαφαινόμενης οικονομικής κατάρρευσης, διευκολύνοντας τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για τη σωτηρία της χώρας και παράλληλα καθιστώντας σαφή τα όρια του δικαστικού ελέγχου σε συνθήκες δημοσιονομικού εκτροχιασμού. (περισσότερα…)

Advertisements

Όψεις της κριτικής στη δικαιοσύνη 21/10/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

Οι πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις σε μεγάλες υποθέσεις που απασχολούν την κοινή γνώμη (δίκη Τσοχατζόπουλου, δίωξη της Χρυσής Αυγής) αποτελούν γόνιμο έδαφος για άσκηση σχολιασμού και κριτικής. Από τις πληροφορίες που διαρρέουν (σ)τα ΜΜΕ, τα οποία άλλωστε οφείλουν να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς ό,τι συμβαίνει στις αίθουσες των δικαστηρίων αλλά και στους διαδρόμους αυτών, οι πολίτες έχουν αναφαίρετο δικαίωμα αφενός να σχηματίζουν γνώμη για τα τεκταινόμενα και αφετέρου να τη διαδίδουν δημόσια.

Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα (άρθρο 14 παρ. 1) όσο και σε διεθνή νομικά κείμενα (όπως στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), συνιστά έναν από τους βασικότερους πυλώνες του σύγχρονου φιλελεύθερου πολιτισμού. Πράγματι, ο καθένας μπορεί να διατυπώνει γραπτά ή προφορικά τις απόψεις του, όποιες και αν είναι αυτές, αρκεί να μην παραβιάζει τους νόμους του κράτους και να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων.

Ιδίως όσον αφορά στη δικαιοσύνη, η άσκηση δημόσιας κριτικής επί των πράξεων, κρίσεων και αποφάσεων των λειτουργών της τείνει να θεωρείται από πολλούς -εκτός από δικαίωμα- πρωταρχικό καθήκον, ως το μοναδικό συνεπές αντίβαρο στα εχέγγυα προσωπικής και θεσμικής ανεξαρτησίας που απολαμβάνουν. Άλλωστε, οι δικαστές ούτε είναι υπεράνω κριτικής ούτε βρίσκονται στο απυρόβλητο: αντιθέτως υποχρεούνται, ως δημόσια πρόσωπα ex officio, να ανέχονται σε μεγαλύτερο και αυστηρότερο βαθμό από τους λοιπούς πολίτες τον έλεγχο και τον σχολιασμό, πρωτίστως όταν λαμβάνει χώρα από τους εξοικειωμένους με τα νομικά. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει πολλάκις πως το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης απολαμβάνει υπέρτερης προστασίας σε σχέση με τον σεβασμό και την προάσπιση του κύρους και των οργάνων της δικαστικής εξουσίας (σε μια χαρακτηριστική υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος θεωρήθηκε ότι κακώς καταδικάστηκε δημοσιογράφος που αποκάλεσε δικαστικό λειτουργό «επίορκο» και «καραγκιόζη»!).

Παράλληλα, πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι, για να μη στερείται σοβαρότητας μια τέτοιου είδους κριτική, προϋποτίθεται ότι ο εκάστοτε σχολιαστής γνωρίζει δύο πράγματα (που ο δικαστής δεδομένα γνωρίζει): τις ρυθμίσεις του νόμου και ποια στοιχεία περιέχονται στη δικογραφία. Ωστόσο, από τη στιγμή που πλήρη γνώση της δικογραφίας ουδέποτε μπορεί να έχει κάποιος -ή όταν θα την έχει, θα είναι ήδη πολύ αργά-, τουλάχιστον θα πρέπει να είναι ενημερωμένος για το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, σε αρκετούς ενδεχομένως ξένισε η απόφαση περί μη προσωρινής κράτησης ορισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής ή η επιβολή πρόσκαιρης αντί ισόβιας κάθειρξης στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Βεβαίως, το ζήτημα που τίθεται είναι αν από νομικής πλευράς ήταν εφικτό να συμβεί κάτι διαφορετικό από τα παραπάνω (: μάλλον όχι).

Σε κάθε περίπτωση, ορθό είναι να διαχωρίζεται η νομική από την πολιτική κριτική των δικαστικών δρωμένων: ενώ η δεύτερη εκφράζεται εύκολα και συνηθέστατα χωρίς κόστος, η πρώτη ενέχει δυσχέρειες και απαιτεί πολλή προσοχή, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτοεξευτελισμού ακόμα και για τους θεωρητικά επαΐοντες.

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 30/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Α. Η μειοψηφία της ΣτΕ 693/2011

Το έναυσμα για την παρούσα εισήγηση(*) έδωσε η μειοψηφία του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εξέτασε το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς, όπως αυτή επιβλήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Σημειωτέον ότι η παραπεμπτική στην Ολομέλεια απόφαση 693/2011 έκρινε το συγκεκριμένο μέτρο αντισυνταγματικό, διότι επιβάλλει αναδρομική φορολογία κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2, μιας από τις πλέον αυστηρές και ρητές διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος[1].

Τι είπε όμως στην προκειμένη περίπτωση η μειοψηφία: «Το Σύνταγμα ρυθμίζει καταρχήν τα της λειτουργίας του Κράτους υπό ομαλές συνθήκες. Και έχει μεν προβλέψει ειδικές ρυθμίσεις για την περίπτωση που συμβούν ορισμένες συγκεκριμένες έκτακτες καταστάσεις, όπως στο άρθρο 48 για την περίπτωση πολέμου, ούτε, όμως, από το κείμενό του, ούτε από τις σχετικές συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή προκύπτει ότι υπήρξε οποιαδήποτε πρόβλεψη για την περίπτωση διαφαινόμενου πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Εν όψει αυτών, το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την αναδρομική επιβολή “φόρου ή άλλου οποιουδήποτε οικονομικού βάρους”, παρά τη γενικόλογη αναφορά και σε “έκτακτες συνθήκες” που έγιναν κατά την ψήφισή του, δεν αντιμετώπισε και, συνεπώς, δεν αποκλείει, σε μια τέτοια περίπτωση, την αναδρομική επιβολή έκτακτης εισφοράς στους πλουσιότερους πολίτες»[2]. (περισσότερα…)

Περί γερμανικών αποζημιώσεων ο λόγος 15/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Επανήλθε στην επικαιρότητα από το «Βήμα της Κυριακής» (7.4.2013) το περίφημο ζήτημα των οικονομικών αξιώσεων της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας, οι οποίες προέρχονται από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το θέμα ανακινήθηκε κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού προς τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, προκειμένου να συσταθεί μια ειδική ομάδα εργασίας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Τα αποτελέσματα της ενδελεχούς έρευνας των εμπειρογνωμόνων περιλαμβάνονται σε ένα 80σέλιδο πόρισμα, που παραδόθηκε στην πολιτική ηγεσία και -κατά τον προσφιλέστατο ελληνικό τρόπο- διέρρευσε, παρότι χαρακτηρίζεται ως «άκρως απόρρητο».

Σε αδρές γραμμές, η έκθεση της εν λόγω επιτροπής, η οποία βασίζεται σε 761 τόμους(!) αρχειακού υλικού, ήτοι 190.000 διασκορπισμένων σελίδων που ρήμαζαν σε υπόγειες αποθήκες δημοσίων κτιρίων, αναφέρει ότι ουδέποτε η χώρα μας έλαβε αποζημιώσεις, ούτε για το κατοχικό δάνειο, ούτε με τη μορφή πολεμικών επανορθώσεων. Αντιθέτως, επιδικάστηκαν περί τα 115 εκατ. γερμανικών μάρκων σε ιδιώτες που κινήθηκαν νομικά, ώστε να αποζημιωθούν από τα «εθνικοσοσιαλιστικά μέτρα διώξεως», όπως προβλεπόταν στο ν.δ. 4781/1961. Πρώτο συμπέρασμα: ο θιγόμενος πολίτης μπορεί να καταφέρει περισσότερα απ’ ό,τι το ίδιο το κράτος.

Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια το ύψος των απαιτήσεων της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας. Υποστηρίζεται ακόμα και από ξένους οικονομολόγους ότι το συνολικό χρέος ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό των 575 δισ. δολαρίων. Πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί κάνουν λόγο για οφειλές 162 δισ. ευρώ, που επιμερίζονται σε 108 δισ. για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων υποδομών και 54 δισ. για το αναγκαστικό δάνειο, ενώ αντιστοιχούν στο 80% του σημερινού ΑΕΠ. Δεύτερο συμπέρασμα: σε περίπτωση της ευκταίας καταβολής του παραπάνω ποσού, τότε θα καλυπτόταν το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της χώρας.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών ανέδειξε το θέμα τονίζοντας ότι «εφόσον είναι να προχωρήσουμε, θα πρέπει να έχουμε ισχυρή νομική βάση, διότι μία τέτοια κίνηση θα είναι περισσότερο νομική και λιγότερο πολιτική». Δυστυχώς, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος φαίνεται ότι λησμονεί μια βασική αρχή της διπλωματίας που επιδρά καταλυτικά και στο διεθνές δίκαιο: την έννοια της ισχύος. Μπορεί σαν Ελλάδα να έχουμε όλα τα δίκια του κόσμου στο συγκεκριμένο ζήτημα, όπως και την καλύτερη νομική υποστήριξη τόσο στο διαπραγματευτικό στάδιο όσο και σε δικαστικό επίπεδο (όπου ενδέχεται να καταλήξουν οι όποιες διακρατικές διαφορές).

Όμως, δεν γίνεται να παραβλέπουμε το συγκείμενο της εποχής, το οποίο αναμφίβολα δεν μας ευνοεί καθόλου. Ποιο δικαστήριο θα δεχτεί να μη δικαιώσει τον πανίσχυρο γερμανικό γίγαντα (όπως ήδη έκανε στην αντίστοιχη διένεξη με την Ιταλία); Ή μήπως περιμένουμε την ίδια τη Γερμανία να «συρθεί» σε διαπραγμάτευση; Στη σωστή, δυστυχώς, βάση ήρθε να μας επαναφέρει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Ορθά-κοφτά, αφού απέκλεισε κάθε πιθανότητα αποζημίωσης, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σημείωσε πως «πολύ πιο σημαντικό από το να οδηγούνται οι άνθρωποι στην Ελλάδα σε εσφαλμένη κατεύθυνση θα ήταν να τους εξηγήσει κανείς τον δρόμο προς τις μεταρρυθμίσεις και να τους συνοδεύσει σε αυτήν την πορεία».

Τελικό συμπέρασμα: την παρούσα στιγμή, οι ελληνικές διεκδικήσεις μόνο ως «στάχτη στα μάτια» του απελπισμένου λαού μπορούν να ιδωθούν. Και ακόμη χειρότερα, να αποτελέσουν λαϊκίστικο παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων για «εσωτερική κατανάλωση».

Αρέσει σε %d bloggers: