jump to navigation

Η τελευταία εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας 09/12/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
4 Σχόλια

Στις 8 Δεκεμβρίου 1974 έλαβε χώρα ένα γεγονός-ορόσημο για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, στο οποίο δεν αποδίδεται η δέουσα σημασία: το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος μέσω του οποίου κλήθηκε ο ελληνικός λαός να αποφασίσει ανάμεσα στη βασιλευόμενη και την αβασίλευτη δημοκρατία. Πρόκειται για την τελευταία εφαρμογή αυτού του αμεσοδημοκρατικού θεσμού, ενώ στο παρελθόν -από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους- είχαν προηγηθεί άλλες οκτώ παρόμοιες διαδικασίες.

Έκτοτε, όμως, όχι μόνο δεν επαναλήφθηκε κανένα δημοψήφισμα, ακόμα και για ζητήματα μείζονος σημασίας (όπως η ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή στην ευρωζώνη), αλλά υπάρχει ένας ευρύτερος αρνητισμός σε οποιαδήποτε υπόνοια άμεσης συμμετοχής του λαού σε φλέγοντα και στρατηγικής σημασίας θέματα, τόσο από την εκάστοτε εθνική κυβέρνηση όσο και από τις ξένες μεγάλες δυνάμεις. Ενδεικτικά, μπορούν να αναφερθούν τρία παραδείγματα στη μετά του 2000 εποχή, τα οποία αποδεικνύουν του παραπάνω λόγου το αληθές:

Πρώτον, στις αρχές της χιλιετίας, συγκεντρώθηκαν για την (προαιρετική) αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες περί τα 3 εκατομμύρια υπογραφές, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εκκλησίας. Αναρωτιέται κανείς με ποια αφορμή θα κινητοποιούνταν σήμερα ένας τέτοιος τεράστιος όγκος πολιτών. Επίσης, σημειώνεται ότι και σε πρόσφατες προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης το όριο που τίθεται προκειμένου να διεξαχθεί δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών είναι 500.000 εκλογείς. Ωστόσο, παρά τη συλλογή αυτού του απλησίαστου αριθμού, η τότε κυβέρνηση Σημίτη αρνήθηκε να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό, καθώς είχε ήδη αποφασίσει οριστικά για τη διευθέτηση του ζητήματος.

Δεύτερον, τον Νοέμβριο του 2011 στην περιβόητη πια σύνοδο G20 στις Κάννες, ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για την έγκριση ή την απόρριψη της -δεύτερης χρονικά- δανειακής σύμβασης μεταξύ της χώρας μας και της τρόικας. Αυτή η σκέψη και μόνο, έδωσε το έναυσμα για να δεχτεί «ομοβροντία πυρών» από τους ευρωπαίους εταίρους (τον αποκάλεσαν μεταξύ άλλων και «ψυχοπαθή»!) αποτελώντας δε το κύκνειο άσμα για την κυβέρνησή του.

Τρίτον, ανάμεσα στις περσινές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, η παντοδύναμη καγκελάριος της Γερμανίας υπαινίχθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο και εκβιαστικό τρόπο ότι η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος θα ήταν αναγκαία, ώστε να διευκρινιστεί αυθεντικά η στάση των Ελλήνων απέναντι στο ευρώ. Τότε ήταν η σειρά των πρωταγωνιστών της εγχώριας σκηνής να κατακρίνουν σφοδρά αυτή την απόπειρα ωμής παρέμβασης στην πολιτική ζωή του τόπου.

Συμπερασματικά, προκύπτει αβίαστα η παρατήρηση ότι στον ευρωπαϊκό χώρο υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη «λαοφοβία» (έτσι χαρακτηρίζει το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιάννης Δρόσος, που σημειώνει περαιτέρω ότι «η κρίση παραείναι σημαντική για να αποφανθεί επ’ αυτής, τυπικά, επίσημα και δεσμευτικά, ο λαός»). Επίσης, όσον αφορά ειδικά στον ελληνικό λαό, αυτός θεωρείται εξακολουθητικά ανώριμος να αποφασίσει για κάτι σημαντικότερο πέρα από τα διλήμματα τύπου «Τσάκας ή Πρόδρομος». Εντούτοις, στις 8 Δεκεμβρίου 1974 σε ένα θεσμικά άψογο δημοψήφισμα, οι Έλληνες με την αθρόα συμμετοχή τους, απέδειξαν μάλλον το αντίθετο: ότι είναι έτοιμοι και ικανοί να αποφασίζουν για τις τύχες και το μέλλον της χώρας.

Advertisements

Όταν η Εκκλησία «βάζει πλάτη» 26/03/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Εσχάτως, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας άνευ ετέρου(;) οικονομικής επίθεσης στην Κύπρο. Λίγοι είναι, βεβαίως, σε θέση να γνωρίζουν ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από αυτόν τον «πόλεμο», που κηρύχθηκε με κάθε επισημότητα από ευρωπαϊκά χείλη. Ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που ενδεχομένως μπορούν έστω να προβλέψουν τι μέλλει γενέσθαι, τόσο σε σχέση με το ίδιο το νησί της Αφροδίτης όσο και αναφορικά με την ευρύτερη πορεία του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα.

Η εν λόγω πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνει η Κύπρος αποτέλεσε αφορμή για να αναδειχθεί προς τα έξω μια ισχυρή προσωπικότητα: ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου αφουγκράστηκε την κοινωνία και βγήκε αμέσως μπροστά, προκειμένου να την εκφράσει και να την υπερασπιστεί. Από την αρχή δεν μάσησε τα λόγια του: όταν έγινε γνωστή η απόφαση του συμβουλίου των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης (ελληνιστί, Γιούρογκρουπ) για κούρεμα των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες, έκανε λόγο για «προστυχιά των Ευρωπαίων». Φαίνεται σε κανέναν άδικος αυτός ο χαρακτηρισμός;

Στη συνέχεια, κατόπιν της συνολικής άρνησης της Βουλής να ψηφίσει το παραπάνω ανεκδιήγητο μέτρο, συνευρέθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, με τον οποίο είχε διαφωνήσει σφοδρά στο παρελθόν όσον αφορά στο περιβόητο «σχέδιο Ανάν». Έπειτα από τη συνάντηση, ο Αρχιεπίσκοπος -χωρίς φόβο αλλά με πάθος- δήλωσε πως «μπορούμε να υποθηκεύσουμε όλη την περιουσία της Εκκλησίας…για να στηρίξουμε αυτήν τη στιγμή το κράτος». Αν δεν είναι αυτή η κίνηση, πατριωτισμός στην πράξη, τότε τι ακριβώς είναι;

Ανεξάρτητα από τις ενστάσεις που εύλογα διατηρεί ο καθένας μας για τις λεγόμενες «ιερές μπίζνες», ήτοι τη διαχείριση και κατά το δυνατόν επαύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (ο Χρυσόστομος τη χαρακτήρισε «τεραστίων διαστάσεων»!), δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί στον συγκεκριμένο ιεράρχη ότι, στις δύσκολες ώρες που περνά η μαρτυρική μεγαλόνησος, έθεσε την Εκκλησία και εαυτόν στο πλευρό του κυπριακού κράτους και συνεπώς των πολιτών αυτού – ακόμα και αν πρόκειται για ορισμένους που κατέχουν τραπεζικούς λογαριασμούς με πολλά μηδενικά.

Η Κύπρος, άλλωστε, έχει μακρά παράδοση στην «εμπλοκή» ρασοφόρων με τα δημόσια πράγματα: ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’, ο οποίος διετέλεσε πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπήρξε η πιο ενδεικτική περίπτωση θρησκευτικού και συνάμα πολιτικού ηγέτη. [Και η ελλαδική ιστορία διαθέτει κάποια αντίστοιχα παραδείγματα, τα οποία όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν εν προκειμένω].

Επανέρχεται, λοιπόν, στο προσκήνιο η συζήτηση για τον επιτελικό -ή όχι- ρόλο που διαδραματίζει η Εκκλησία, και δη η ορθόδοξη που μας αφορά άμεσα. Ποιες είναι οι δυνατότητες παρέμβασης που διαθέτει και μέχρι πού πρέπει/μπορεί να φτάνει αυτή η παρεμβατικότητα; Οι απαντήσεις εναπόκεινται στην κρίση του καθενός.

Ωστόσο, ξέχωρα από τις προσωπικές αντιλήψεις, μπορεί να ειπωθεί με αρκετή βεβαιότητα ότι η εκάστοτε Εκκλησία δεν πρέπει να αρκείται στο καθαρά ποιμαντορικό της έργο. Ιδίως τώρα, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης και υφέρπουσας εξαθλίωσης, οι εκκλησιαστικοί ηγήτορες οφείλουν να συμπαρασταθούν στο χειμαζόμενο λαό, να «βάλουν πλάτη»: όχι με (ευχο)λόγια, αλλά με θαρραλέες πράξεις, όπως αυτή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου.

Αρέσει σε %d bloggers: