jump to navigation

Σταυρός ή λίστα; 17/02/2014

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Μόλις την περασμένη εβδομάδα και σε απόσταση σχεδόν τριών μηνών από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών, η δικομματική κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί στην αλλαγή του τρόπου εκλογής των ευρωβουλευτών. Πράγματι, βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας, που ίσχυσε από το 1981 -όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη αντίστοιχη εκλογική διαδικασία- και έπειτα, εφαρμόστηκε η λεγόμενη λίστα: κατά το εν λόγω σύστημα, η εκλογή γίνεται σε μια ενιαία περιφέρεια και σύμφωνα με προκαθορισμένη σειρά εκλογής των υποψηφίων. Τώρα, προτείνεται αφενός η εκλογή με σταυρό και αφετέρου η σημαντική αύξηση του αριθμού των υποψηφίων ευρωβουλευτών. 

Επ’ αφορμής της επικείμενης νομοθετικής μεταβολής, αξίζει να σημειωθούν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων συστημάτων. Καταρχήν, η λίστα ενέχει αριστοκρατικά στοιχεία, ενώ η σταυροδοσία είναι πιο δημοκρατική. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται ουσιαστικά για προεπιλογή των υποψηφίων από το εκάστοτε κόμμα και δη από τον αρχηγό του, με αποτέλεσμα να είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιοι έχουν σοβαρές πιθανότητες εκλογής (:μόνο όσοι βρίσκονται στις εκλόγιμες θέσεις). Απεναντίας, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται η εκλογική κινητοποίηση όλων των υποψηφίων, με αποτέλεσμα να καθίσταται εγγύτερη η σχέση εκλογέων-ευρωβουλευτών και να ενισχύεται η αντιπροσωπευτικότητα του ευρωκοινοβουλίου.

Περαιτέρω, η λίστα έδινε, από τη μία, την ευκαιρία σε εξέχοντα μη κομματικά πρόσωπα -π.χ. Ξαρχάκος, Μούσχουρη- να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στην Ευρώπη διατηρώντας το κύρος τους και χωρίς να εμπλακούν σε μικροπολιτικές προεκλογικές διαμάχες. Από την άλλη, όμως, το συγκεκριμένο σύστημα χρησιμοποιήθηκε από τους αρχηγούς κυρίως των μεγάλων κομμάτων, ώστε να στείλουν τους δικούς τους ανθρώπους στις Βρυξέλλες αδιαφορώντας για την (αν)επάρκειά τους να υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα. Βεβαίως, με τη σταυροδοσία μειώνεται η τελευταία απεχθής τακτική, αλλά ψαλιδίζονται παράλληλα και οι πιθανότητες συμμετοχής ατόμων με ευρεία υπερκομματική αποδοχή.

Εξάλλου, εφόσον διατηρηθεί η ενιαία εκλογική περιφέρεια και με το νέο σύστημα, ήτοι ολόκληρη η επικράτεια, τότε προκύπτουν αναντίρρητα κάποιες παρεπόμενες συνέπειες. Πρώτον, ευνοούνται καθοριστικά οι υποψήφιοι που προέρχονται από την πρωτεύουσα, καθότι έχουν αμεσότερη πρόσβαση στην τεράστια «δεξαμενή» ψήφων του Λεκανοπεδίου (Α’ και Β’ Αθηνών, Α’ και Β’ Πειραιώς, υπόλοιπο Αττικής) και άρα μπορούν να αδιαφορήσουν για την περιφέρεια, ακόμη και για τη Θεσσαλονίκη. Δεύτερον, εκκινούν από καλύτερη θέση στη μάχη του σταυρού οι πιο αναγνωρίσιμοι, αυτοί που προβάλλονται συχνά από τα ΜΜΕ, και οι πλουσιότεροι, εκείνοι που μπορούν να διαθέσουν τα περισσότερα χρήματα για την πανελλαδική εκλογική τους καμπάνια. Κατόπιν τούτων, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η υπερεκπροσώπηση της Αθήνας σε συνδυασμό με την υποεκπροσώπηση της επαρχίας πρέπει να θεωρείται δεδομένη [γεγονός, πάντως, που επιβεβαιωνόταν και με τη λίστα].

Τελικά, ανάλογα με τη σκοπιά που έχει ο καθένας μπορεί να διακρίνει διάφορα θετικά ή αρνητικά στα δύο εκλογικά συστήματα και να επιχειρηματολογήσει αντίστοιχα. Ωστόσο, πρωταρχική σημασία και στις ευρωεκλογές δεν είναι ο τρόπος εκλογής, αλλά το αν οι ευρωβουλευτές πληρούν τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις να προβάλλουν και να υπερασπιστούν τις ελληνικές θέσεις ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: με άλλα λόγια, αν διαθέτουν τόσο το αναγκαίο γνωσιολογικό υπόβαθρο, όσο και την απαραίτητη διάθεση και πυγμή να το πράξουν. Αυτό είναι το ζητούμενο. 

Η τελευταία εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας 09/12/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
4 Σχόλια

Στις 8 Δεκεμβρίου 1974 έλαβε χώρα ένα γεγονός-ορόσημο για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, στο οποίο δεν αποδίδεται η δέουσα σημασία: το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος μέσω του οποίου κλήθηκε ο ελληνικός λαός να αποφασίσει ανάμεσα στη βασιλευόμενη και την αβασίλευτη δημοκρατία. Πρόκειται για την τελευταία εφαρμογή αυτού του αμεσοδημοκρατικού θεσμού, ενώ στο παρελθόν -από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους- είχαν προηγηθεί άλλες οκτώ παρόμοιες διαδικασίες.

Έκτοτε, όμως, όχι μόνο δεν επαναλήφθηκε κανένα δημοψήφισμα, ακόμα και για ζητήματα μείζονος σημασίας (όπως η ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή στην ευρωζώνη), αλλά υπάρχει ένας ευρύτερος αρνητισμός σε οποιαδήποτε υπόνοια άμεσης συμμετοχής του λαού σε φλέγοντα και στρατηγικής σημασίας θέματα, τόσο από την εκάστοτε εθνική κυβέρνηση όσο και από τις ξένες μεγάλες δυνάμεις. Ενδεικτικά, μπορούν να αναφερθούν τρία παραδείγματα στη μετά του 2000 εποχή, τα οποία αποδεικνύουν του παραπάνω λόγου το αληθές:

Πρώτον, στις αρχές της χιλιετίας, συγκεντρώθηκαν για την (προαιρετική) αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες περί τα 3 εκατομμύρια υπογραφές, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εκκλησίας. Αναρωτιέται κανείς με ποια αφορμή θα κινητοποιούνταν σήμερα ένας τέτοιος τεράστιος όγκος πολιτών. Επίσης, σημειώνεται ότι και σε πρόσφατες προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης το όριο που τίθεται προκειμένου να διεξαχθεί δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών είναι 500.000 εκλογείς. Ωστόσο, παρά τη συλλογή αυτού του απλησίαστου αριθμού, η τότε κυβέρνηση Σημίτη αρνήθηκε να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό, καθώς είχε ήδη αποφασίσει οριστικά για τη διευθέτηση του ζητήματος.

Δεύτερον, τον Νοέμβριο του 2011 στην περιβόητη πια σύνοδο G20 στις Κάννες, ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για την έγκριση ή την απόρριψη της -δεύτερης χρονικά- δανειακής σύμβασης μεταξύ της χώρας μας και της τρόικας. Αυτή η σκέψη και μόνο, έδωσε το έναυσμα για να δεχτεί «ομοβροντία πυρών» από τους ευρωπαίους εταίρους (τον αποκάλεσαν μεταξύ άλλων και «ψυχοπαθή»!) αποτελώντας δε το κύκνειο άσμα για την κυβέρνησή του.

Τρίτον, ανάμεσα στις περσινές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου, η παντοδύναμη καγκελάριος της Γερμανίας υπαινίχθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο και εκβιαστικό τρόπο ότι η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος θα ήταν αναγκαία, ώστε να διευκρινιστεί αυθεντικά η στάση των Ελλήνων απέναντι στο ευρώ. Τότε ήταν η σειρά των πρωταγωνιστών της εγχώριας σκηνής να κατακρίνουν σφοδρά αυτή την απόπειρα ωμής παρέμβασης στην πολιτική ζωή του τόπου.

Συμπερασματικά, προκύπτει αβίαστα η παρατήρηση ότι στον ευρωπαϊκό χώρο υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη «λαοφοβία» (έτσι χαρακτηρίζει το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιάννης Δρόσος, που σημειώνει περαιτέρω ότι «η κρίση παραείναι σημαντική για να αποφανθεί επ’ αυτής, τυπικά, επίσημα και δεσμευτικά, ο λαός»). Επίσης, όσον αφορά ειδικά στον ελληνικό λαό, αυτός θεωρείται εξακολουθητικά ανώριμος να αποφασίσει για κάτι σημαντικότερο πέρα από τα διλήμματα τύπου «Τσάκας ή Πρόδρομος». Εντούτοις, στις 8 Δεκεμβρίου 1974 σε ένα θεσμικά άψογο δημοψήφισμα, οι Έλληνες με την αθρόα συμμετοχή τους, απέδειξαν μάλλον το αντίθετο: ότι είναι έτοιμοι και ικανοί να αποφασίζουν για τις τύχες και το μέλλον της χώρας.

Κεντροαριστερά μόνη(;) ψάχνεται 04/11/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Η κουβέντα για το μέλλον της κεντροαριστεράς δεν είναι κάτι καινούριο ούτε στην Ευρώπη ούτε στην Ελλάδα. Στη χώρα μας ξεκίνησε κατόπιν των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων του περασμένου έτους και κυρίως με αφορμή τα αποτελέσματά τους, που κατέστησαν αναγκαία τη σύμπραξη του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ με την (κεντρο)δεξιά ΝΔ για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Σε γενικές γραμμές, τα δεδομένα είναι γνωστά: ο μικρός πυλώνας της αρχικά τρικομματικής συγκυβέρνησης αποχώρησε, με αποτέλεσμα να παραμείνουν οι δύο μέχρι πρότινος πρωταγωνιστές του δικομματισμού να εξασφαλίζουν την κυβερνητική σταθερότητα. [Ανάλογο προηγούμενο βρίσκει κανείς στη Γερμανία, όπου το 2005 έγινε πράξη ο λεγόμενος «μεγάλος συνασπισμός» ανάμεσα στο χριστιανοδημοκρατικό και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ενώ αντίστοιχες εξελίξεις κυοφορούνται και σήμερα, με επικεφαλής και πάλι την Άνγκελα Μέρκελ.]

Έκτοτε, οι συζητήσεις για τη στάση των εν λόγω κομμάτων-εκφραστών της κεντροαριστεράς δεν έπαψαν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον των ίδιων των σχηματισμών, αλλά και να απασχολούν ένα σεβαστό κομμάτι της κοινής γνώμης. Ενδεικτικό των έντονων διεργασιών αποτελεί ένα κείμενο-προσκλητήριο σε όλες τις κεντροαριστερές δυνάμεις από 58 εξέχοντα πρόσωπα που προτείνουν μεταξύ άλλων τη δημιουργία ενός ενιαίου φορέα (στα πρότυπα της επιτυχημένης ιταλικής «Ελιάς»), υπό τη σκέπη του οποίου θα συστεγαστούν όσοι αυτοπροσδιορίζονται ανάμεσα στη δεξιά και στη νεοκομμουνιστική αριστερά. Συνεπώς, προφανές είναι πως απευθύνεται σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα ανθρώπων, συλλογικών κινήσεων και κομμάτων, που καλούνται να συγκλίνουν και να συστήσουν ένα νέο πολιτικό μόρφωμα με ορίζοντα τις προσεχείς εκλογές για την ευρωβουλή και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά τη συγκεκριμένη διακήρυξη, δύσκολα θα διαφωνήσει με το περιεχόμενό της. Βεβαίως, το γεγονός αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι πρόκειται για μια ακόμα καλογραμμένη έκθεση ιδεών είτε ότι εμπεριέχει πολλές κοινοτοπίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται πλέον από τους περισσότερους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτό στους πόλους της κεντροαριστεράς (τουλάχιστον στους υπογράφοντες) ότι πιθανή αυτόνομη κάθοδος του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μάλλον θα ισοδυναμεί με πολιτική αυτοχειρία.

Ωστόσο, η υπό διερεύνηση κίνηση -παρά τις όποιες καλές προθέσεις έχουν οι εμπνευστές της- πάσχει ιδίως για συμβολικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Πρώτον, όπως εντόπισε ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης σε άρθρο του στην Καθημερινή (17.10.2013), ο μέσος όρος ηλικίας των 58 είναι «57 και κάτι»! Αλήθεια, πόσο μπορούν να επηρεάσουν τη νεολαία, τους χιλιάδες ανέργους και τον μέσο οικογενειάρχη Έλληνα τα σωστά μα επαναλαμβανόμενα λόγια ορισμένων επιτυχημένων 60άρηδων διανοούμενων; Δεύτερον, ξεκάθαρο είναι πως οι 58 δίνουν προτεραιότητα στις ιδέες εν αντιθέσει με τα πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό, παραγνωρίζουν τη σημασία ανεύρεσης ενός χαρισματικού -ει δυνατόν, νέου ηλικιακά- προσώπου, που θα αναλάβει να ενσαρκώσει τις προκείμενες πολιτικές αρχές και να σηκώσει το βάρος του όλου εγχειρήματος. Ποιος εχέφρων δεν κατανοεί πως η εκτίναξη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται προπαντός στη σταδιακή μετατροπή του σε αρχηγοκεντρικό κόμμα;

Τελικά, έχει δίκιο ο συγγραφέας Νίκος Δήμου που σχολιάζει συναφώς: «Ναι, μας χρειάζεται ένας κεντροαριστερός Τσίπρας. Πιο καλλιεργημένος, πιο έξυπνος αλλά εξίσου γοητευτικός και ελκυστικός… Αν δεν βρεθεί κάποιος ουσιαστικός ηγέτης, δέκα διακηρύξεις να γράψουν 200 σοφοί, δεν θα γίνει τίποτα».

Περί «βλαχοδημάρχων» και «βλαχοψηφοφόρων» 09/09/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Ενώπιον της κεντρικής επιτροπής του κόμματός του, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα της αντιπαράθεσης ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών που θα διεξαχθούν τον προσεχή Μάιο. Χρησιμοποίησε μάλιστα σκληρό λεξιλόγιο μιλώντας περί «βλαχοδήμαρχων που έχουν εκλεγεί από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και πρέπει να σαρωθούν». Με τον τρόπο αυτό, θέλησε εξαρχής να καταστήσει ξεκάθαρο πως δεν πρόκειται να συναινέσει σε κανενός είδους σύμπραξη με στελέχη που είτε ανήκουν στα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης είτε θα στηριχθούν εκ νέου από αυτά εμφανιζόμενα με το μανδύα των υπερκομματικών υποψηφιοτήτων.

Λογικό ήταν η συγκεκριμένη αποστροφή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ξεσηκώσει θύελλα συζητήσεων, με πληθώρα σχολίων και τοποθετήσεων από διάφορα πρόσωπα. Ενδεικτικά, ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας υποστήριξε ότι «σε μία περίοδο που όλοι οι δήμοι δίνουν αγώνα επιβίωσης, που προσπαθούν σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης να αναπληρώσουν την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους και να στηρίξουν τους οικονομικά αδύναμους πολίτες, ο κ. Τσίπρας ξαναδιαιρεί τους δημάρχους ανάλογα με ποια κόμματα τους είχαν υποστηρίξει στις εκλογές, χρησιμοποιώντας όρους και αντιλήψεις που παραπέμπουν στο διχασμό των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60». Ο υπουργός Εσωτερικών, από την πλευρά του, έκανε λόγο για «ύβρη στην ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση», ενώ με την προκείμενη αναφορά διαφώνησε και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Τσουκαλάς.

Ωστόσο, ακόμα και αν απορεί κανείς με τη χρήση -και δη με τάση ισοπεδωτικής γενίκευσης- του όρου «βλαχοδήμαρχοι», δεν μπορεί εύκολα να διαφωνήσει με το ουσιαστικό περιεχόμενό του. Πράγματι, η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί τεκμηριωμένα πια την πρωταθλήτρια διαφθοράς και τον βασικό πυρήνα διαπλοκής στη χώρα: απευθείας αναθέσεις έργων, εκβιάσεις, δωροδοκίες, υπεξαιρέσεις, παράνομοι διορισμοί, ρουσφέτια, εξυπηρέτηση μικροσυμφερόντων συνιστούν -εδώ και χρόνια- δυστυχώς τον κανόνα λειτουργίας των αιρετών τοπικών αρχών.

Ο κατάλογος με τα ονόματα των δημάρχων, αντιδημάρχων, δημοτικών συμβούλων, περιφερειαρχών και πρώην νομαρχών, οι οποίοι εμπλέκονται σε σκάνδαλα διασπάθισης δημοσίου χρήματος και κατηγορούνται για παράβαση καθήκοντος, είναι ατελείωτος. Τα εισαγγελικά γραφεία ανά την Ελλάδα δεν προλαβαίνουν να ασκούν ποινικές διώξεις και να σχηματίζουν δικογραφίες. Κάποιοι ήδη είναι κατάδικοι, άλλοι υπόδικοι και ακόμα περισσότεροι έχουν τεθεί σε αργία αναμένοντας την οριστική ετυμηγορία της δικαιοσύνης. Η αλήθεια είναι πως η τραγική πλειοψηφία αυτών προέρχονται από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Βεβαίως, πέρα από τη σχετική επισήμανση, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ παρέλειψε εντελώς να αναφερθεί στην ευθύνη των «βλαχοψηφοφόρων» που ανέδειξαν με δημοκρατικές διαδικασίες, ανέχτηκαν και πολλές φορές επανεξέλεξαν αυτούς τους «βλαχοδημάρχους». Οι αυτοδιοικητικοί άρχοντες δεν έπεσαν από τον ουρανό, είναι σαρξ εκ της σαρκός των τοπικών κοινωνιών. Συνεπώς, καμία δικαιολογία δεν μπορεί να φανεί αρκετά πειστική για να λειτουργήσει ως άλλοθι στη συμπεριφορά των «βλαχοψηφοφόρων».

Τελικά, οι επερχόμενες αρχαιρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης (ιδίως αν εφαρμοστεί ο διαφορετικός τρόπος εκλογής, όπως συζητείται) αποτελούν μεγάλη ευκαιρία αφενός για τη συνειδητοποίηση της τεράστιας δύναμης και της συνεπαγόμενης ευθύνης που έχουν οι «βλαχοψηφοφόροι», αφετέρου δε για την απομάκρυνση των λογής-λογής «βλαχοδημάρχων» και την καταψήφιση των επίδοξων αντικαταστατών τους, ανεξαρτήτως του κομματικού χώρου στον οποίο ανήκουν.

Η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση βάσει του ν. 4009/2011 17/07/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Διοικητική Επιστήμη, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές του νέου νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση, όπως διαμορφώθηκε κυρίως με το ν. 4009/2011, αλλά και τις μετέπειτα τροποποιήσεις του. Η προσέγγιση που επιχειρείται παρακάτω γίνεται πρωτίστως από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, δηλαδή με γνώμονα την αποτελεσματικότητα -ή όχι- των καινούριων ρυθμίσεων, οι οποίες επέφεραν σημαντικές αλλαγές στην οργανωτική δομή και φυσιογνωμία των πανεπιστημίων. Ωστόσο, είναι αναπόφευκτο, λόγω της επιστημονικής συνάφειας του αντικειμένου, να μην (επανα)διατυπωθούν κάποιες παράπλευρες επισημάνσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων.

Άλλωστε, γύρω από αυτούς τους άξονες, ήτοι αφενός τα λειτουργικά-πρακτικά προβλήματα και αφετέρου τα συνταγματικά-νομικά ζητήματα, κινήθηκε εν πολλοίς η ζωηρή συζήτηση που προηγήθηκε και επακολούθησε της ψήφισης του ν. 4009/2011. Πάντως, τις συγκεκριμένες δυσχέρειες ήδη επιδίωξε να άρει ο νομοθέτης με τις επακολουθήσασες διορθωτικές παρεμβάσεις του, που έλαβαν χώρα ιδίως με το ν. 4076/2012.

Βεβαίως, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι στόχευση της προκείμενης εργασίας δεν είναι η ανάλυση όλης της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει πλέον την ανώτατη εκπαίδευση: κάτι τέτοιο, εκτός από μια υπερφιλόδοξη σκέψη, θα αποτελούσε μάλλον και ένα απονενοημένο διάβημα, ενόψει της έκτασης και της περιπλοκότητας του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Όμως, θα γίνει μια προσπάθεια νηφάλιας αντιμετώπισης των κατ’ εκτίμηση κρισιμότερων διατάξεων, καθώς και των βασικότερων αλλαγών που επήλθαν με την πρόσφατη μεταρρύθμιση στο πανεπιστημιακό πεδίο.

Ειδικότερα, διερευνάται η οργανωτική αναδιάρθρωση των ΑΕΙ και ο εσωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τμήματα και σχολές. Στη συνέχεια, γίνεται λόγος για τη σύνθεση, τον τρόπο ανάδειξης και τις αρμοδιότητες του νέου συλλογικού πανεπιστημιακού οργάνου, του Συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργανωτική ιεραρχία. Ακολουθεί ξεχωριστή αναφορά για τα εξωτερικά μέλη, όπου αποπειράται να δοθεί μια απάντηση στο κατά πόσο είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή τους στη διοίκηση του πανεπιστημίου.

Δεν θα μπορούσε να λείψει σχετικό κεφάλαιο για τη θέση του Πρύτανη και του Κοσμήτορα στην ανανεωμένη δομή των ανώτατων ιδρυμάτων, στην εκλογή και συνεπώς στη νομιμοποίηση των οργάνων αυτών, όπως και στις σημαντικότερες αρμοδιότητές τους. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι σε διάφορα σημεία της μελέτης θίγεται το φλέγον ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ.

Αλλά πριν την εξέταση των παραπάνω θεματικών, προηγείται η διατύπωση κάποιων εισαγωγικών σκέψεων για το προϋφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που εκκινούν από και καταλήγουν στην ευρέως διαδεδομένη διαπίστωση της ανάγκης μεταρρύθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου. Επιπροσθέτως, κρίνεται σκόπιμη -υπό το πρίσμα της διοικητικής επιστήμης- η τοποθέτηση επί δύο ερωτημάτων: πρώτον, αν εξυπηρετήθηκε με την προπαρασκευαστική του ν. 4009/2011 διαδικασία η «καλή νομοθέτηση», και δεύτερον, ποιο είναι το «όραμα» του νέου νόμου για την ανώτατη παιδεία.

Στο επίμετρο, τέλος, επισημαίνεται η μάλλον παγιωμένη προχειρότητα στον τρόπο νομοθέτησης επί των ακαδημαϊκών θεμάτων, που ενδέχεται μάλιστα να οδηγήσει εκ νέου σε ορισμένες δυσλειτουργίες. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται η πρωταρχική σημασία των προσώπων ως προς την καλύτερη λειτουργία των θεσμών, ενώ αφήνονται κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, τα οποία απορρέουν από τη μέχρι τώρα πορεία και εφαρμογή της νέας νομοθεσίας στα ΑΕΙ.  (περισσότερα…)

Ένας χρόνος μετά τις εκλογές: οι τρεις πυλώνες 17/06/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Στις 17 Ιουνίου 2012, μετά από ένα διάστημα ουσιαστικής ακυβερνησίας εξαιτίας των αναπάντεχων(;) αποτελεσμάτων των εκλογών της 6ης Μαΐου, οι Έλληνες ψηφοφόροι κλήθηκαν να προσέλθουν εκ νέου στις κάλπες. Με την ψήφο τους έδωσαν την πρωτοκαθεδρία στη Νέα Δημοκρατία αναγκάζοντάς την όμως να συνεταιριστεί με το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά, προκειμένου να κυβερνηθεί η χώρα. Εξύψωσαν δε τον ΣΥΡΙΖΑ ως κύριο αντιπολιτευτικό πυρήνα και καθιέρωσαν τη Χρυσή Αυγή στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Σήμερα, δράττοντας την ευκαιρία από τη συμπλήρωση ενός έτους από τις κρισιμότερες εκλογές της Μεταπολίτευσης (μέχρι τις επόμενες), παρίσταται η ανάγκη επαναπροσέγγισης της κομματικής γεωγραφίας, βάσει και των πιο πρόσφατων δημοσκοπικών δεδομένων.

Καταρχάς, η κυβέρνηση των τριών εταίρων απολαμβάνει ακόμα την ανοχή της πλειοψηφίας -έστω- των φοβισμένων πολιτών. Ο πρωθυπουργός αφενός καρπώνεται σε μεγάλο βαθμό την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και αφετέρου κερδίζει πόντους από το γεγονός ότι επιδεικνύει ένα στοιχειώδες σθένος, τόσο στις διεθνείς επαφές του όσο και στις εσωτερικές διαμάχες, που είχε εκλείψει τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο αυτό που επισημαίνει ο πρόεδρος της εταιρείας GPO Τάκης Θεοδωρικάκος (30.5.2013) στην aixmi.gr ότι ο Αντώνης Σαμαράς «πέτυχε κάτι που στις δημοσκοπήσεις τα τελευταία 13 χρόνια δεν είχε ξανασυμβεί. Το πρώτο κόμμα στις εκλογές, που βρέθηκε γρήγορα δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, να ξαναπεράσει μπροστά».

Σε αυτό το (οριακό) προβάδισμα της ΝΔ συμβάλλει και το ίδιο το κόμμα της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο αδυνατεί προσώρας να συνθέσει ένα αξιόπιστο, ρεαλιστικό πρόγραμμα που θα δώσει προοπτική και όραμα στην απελπισμένη κοινωνία. Ο Αλέξης Τσίπρας αρκείται σε μια στείρα και παλαιάς κοπής καταγγελτική πολιτική, με αποτέλεσμα να μην πείθει μέχρι τώρα τους πολλούς παρά τις διαφαινόμενες ελπίδες μελλοντικής διακυβέρνησης (αλήθεια, ακολουθώντας ποια κατεύθυνση και συνεργαζόμενος με ποιους;). Ενδεικτική της αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει ευρύτερη δυναμική είναι η αντίληψη των περισσότερων που, από τη μία, θεωρούν πως τα πράγματα θα ήταν χειρότερα με τον εν λόγω σχηματισμό στο «τιμόνι» και, από την άλλη, δεν πιστεύουν ούτε ότι θα καταργούσε το μνημόνιο.

Το μοναδικό κόμμα, όμως, που ανεβάζει τα ποσοστά του σε σχέση με τα αντίστοιχα των περσινών εκλογών -και μάλιστα, σημαντικά- είναι η Χρυσή Αυγή, πίσω από την οποία συμπαρατάσσονται σταθερά όσοι έχουν απογοητευτεί πλήρως από το πολιτικό σύστημα και την ολοφάνερη ανικανότητά του να αντιμετωπίσει καίρια κοινωνικά ζητήματα, όπως ασφάλεια, λαθρομετανάστευση, ανεργία.

Ασθμαίνοντας ακολουθούν το απαξιωμένο ΠΑΣΟΚ και η επαμφοτερίζουσα ΔΗΜΑΡ, που απειλούνται σοβαρά με καταβαράθρωση, οι «φυλλορροούντες» Ανεξάρτητοι Έλληνες και το αδιάφορα επαναλαμβανόμενο ΚΚΕ. Επίσης, λόγω της επικρατούσας ρευστότητας, ενδιαφέρον παρουσιάζει η ολοένα αυξανόμενη τάση δημιουργίας νέων σχηματισμών, πόλων και ομάδων σε κάθε πλευρά του ιδεολογικού φάσματος. Κανείς δεν μπορεί, βεβαίως, να μαντέψει ποιοι από αυτούς θα αντέξουν στο πέρασμα του χρόνου, αν θα συμμαχήσουν μεταξύ τους και πόσοι θα εξαϋλωθούν.

Εν κατακλείδι και υπό τις παρούσες συνθήκες, έχει δημιουργηθεί ένα τριπολικό σύστημα (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ), με αυτούς τους τρεις να αποτελούν -καλώς ή κακώς- τους βασικούς πυλώνες του κομματικού τοπίου και τους υπόλοιπους να έπονται αγκομαχώντας.

Αρέσει σε %d bloggers: