jump to navigation

Περί γερμανικών αποζημιώσεων ο λόγος 15/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Επανήλθε στην επικαιρότητα από το «Βήμα της Κυριακής» (7.4.2013) το περίφημο ζήτημα των οικονομικών αξιώσεων της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας, οι οποίες προέρχονται από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το θέμα ανακινήθηκε κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού προς τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, προκειμένου να συσταθεί μια ειδική ομάδα εργασίας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Τα αποτελέσματα της ενδελεχούς έρευνας των εμπειρογνωμόνων περιλαμβάνονται σε ένα 80σέλιδο πόρισμα, που παραδόθηκε στην πολιτική ηγεσία και -κατά τον προσφιλέστατο ελληνικό τρόπο- διέρρευσε, παρότι χαρακτηρίζεται ως «άκρως απόρρητο».

Σε αδρές γραμμές, η έκθεση της εν λόγω επιτροπής, η οποία βασίζεται σε 761 τόμους(!) αρχειακού υλικού, ήτοι 190.000 διασκορπισμένων σελίδων που ρήμαζαν σε υπόγειες αποθήκες δημοσίων κτιρίων, αναφέρει ότι ουδέποτε η χώρα μας έλαβε αποζημιώσεις, ούτε για το κατοχικό δάνειο, ούτε με τη μορφή πολεμικών επανορθώσεων. Αντιθέτως, επιδικάστηκαν περί τα 115 εκατ. γερμανικών μάρκων σε ιδιώτες που κινήθηκαν νομικά, ώστε να αποζημιωθούν από τα «εθνικοσοσιαλιστικά μέτρα διώξεως», όπως προβλεπόταν στο ν.δ. 4781/1961. Πρώτο συμπέρασμα: ο θιγόμενος πολίτης μπορεί να καταφέρει περισσότερα απ’ ό,τι το ίδιο το κράτος.

Ωστόσο, είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια το ύψος των απαιτήσεων της Ελλάδας έναντι της Γερμανίας. Υποστηρίζεται ακόμα και από ξένους οικονομολόγους ότι το συνολικό χρέος ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό των 575 δισ. δολαρίων. Πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί κάνουν λόγο για οφειλές 162 δισ. ευρώ, που επιμερίζονται σε 108 δισ. για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων υποδομών και 54 δισ. για το αναγκαστικό δάνειο, ενώ αντιστοιχούν στο 80% του σημερινού ΑΕΠ. Δεύτερο συμπέρασμα: σε περίπτωση της ευκταίας καταβολής του παραπάνω ποσού, τότε θα καλυπτόταν το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της χώρας.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών ανέδειξε το θέμα τονίζοντας ότι «εφόσον είναι να προχωρήσουμε, θα πρέπει να έχουμε ισχυρή νομική βάση, διότι μία τέτοια κίνηση θα είναι περισσότερο νομική και λιγότερο πολιτική». Δυστυχώς, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος φαίνεται ότι λησμονεί μια βασική αρχή της διπλωματίας που επιδρά καταλυτικά και στο διεθνές δίκαιο: την έννοια της ισχύος. Μπορεί σαν Ελλάδα να έχουμε όλα τα δίκια του κόσμου στο συγκεκριμένο ζήτημα, όπως και την καλύτερη νομική υποστήριξη τόσο στο διαπραγματευτικό στάδιο όσο και σε δικαστικό επίπεδο (όπου ενδέχεται να καταλήξουν οι όποιες διακρατικές διαφορές).

Όμως, δεν γίνεται να παραβλέπουμε το συγκείμενο της εποχής, το οποίο αναμφίβολα δεν μας ευνοεί καθόλου. Ποιο δικαστήριο θα δεχτεί να μη δικαιώσει τον πανίσχυρο γερμανικό γίγαντα (όπως ήδη έκανε στην αντίστοιχη διένεξη με την Ιταλία); Ή μήπως περιμένουμε την ίδια τη Γερμανία να «συρθεί» σε διαπραγμάτευση; Στη σωστή, δυστυχώς, βάση ήρθε να μας επαναφέρει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών. Ορθά-κοφτά, αφού απέκλεισε κάθε πιθανότητα αποζημίωσης, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σημείωσε πως «πολύ πιο σημαντικό από το να οδηγούνται οι άνθρωποι στην Ελλάδα σε εσφαλμένη κατεύθυνση θα ήταν να τους εξηγήσει κανείς τον δρόμο προς τις μεταρρυθμίσεις και να τους συνοδεύσει σε αυτήν την πορεία».

Τελικό συμπέρασμα: την παρούσα στιγμή, οι ελληνικές διεκδικήσεις μόνο ως «στάχτη στα μάτια» του απελπισμένου λαού μπορούν να ιδωθούν. Και ακόμη χειρότερα, να αποτελέσουν λαϊκίστικο παιχνίδι των πολιτικών κομμάτων για «εσωτερική κατανάλωση».

Advertisements

Ένας επιτυχημένος θίασος 08/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Ο θίασος άρχισε να δίνει τις πρώτες παραστάσεις περί τα τέλη Ιανουαρίου. Σε καθημερινή σχεδόν βάση και επί πολλές ώρες. Ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες και πράγματι τις επιβεβαίωσε. Η επιτυχία του ήταν τέτοια, που εξακολουθεί και παίζεται μέχρι σήμερα, και μάλιστα ενδέχεται να διαρκέσει αρκετά παραπάνω. Ίσως προλάβει και τις γιορτές του Πάσχα, όταν το ενδιαφέρον του κόσμου για το θέατρο εντείνεται. Δυστυχώς, όμως, έχουν τη δυνατότητα και το απολαμβάνουν μόνο οι ίδιοι οι συντελεστές και ορισμένοι εκλεκτοί προσκεκλημένοι, οι οποίοι καθημερινά εναλλάσσονται. Εμείς, οι απλοί πολίτες, μαθαίνουμε για τις εξελίξεις στην παράσταση μόνο από όσα διαρρέουν οι ηθοποιοί και η σκηνοθετική ομάδα.

Συνολικά, ο θίασος αποτελείται από δεκατρείς ανθρώπους: άλλοι ηλικιωμένοι και έμπειροι, άλλοι νεότεροι και άβγαλτοι, κάποιοι αδιάφοροι, κάποιοι καριερίστες, οι περισσότεροι φωνακλάδες. Ο σκηνοθέτης, για παράδειγμα, είναι παλιά καραβάνα στο χώρο. Έχει λάβει μέρος, είτε ως σκηνοθέτης είτε ως ηθοποιός, σε πολλά αντίστοιχα θεατρικά. Επομένως, δικαιωματικά μπορούμε να πούμε ότι σήμερα είναι στην πιο μεστή στιγμή της σταδιοδρομίας του. Με καταγωγή από την Κρήτη, δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του και θέλει να γίνεται πάντα το δικό του. Συχνά έρχεται σε κόντρα με τους υπολοίπους και κυρίως με την πρωταγωνίστρια του έργου, απειλεί ότι θα τα βροντήξει και θα φύγει, διότι φοβάται για την ψυχική του υγεία.

Όποτε πραγματοποιεί την απειλή του και απουσιάζει, τον αντικαθιστά ο βοηθός του. Εκείνος είναι στο ξεκίνημα της σκηνοθετικής καριέρας του, πιο διαλλακτικός και πιο χαλαρός, νομίζει ότι είναι και ωραίος, ενώ έχει ορισμένες προοδευτικές απόψεις για την πορεία του θεάτρου – και όχι μόνο. Η κληρονομιά που του έχει αφήσει ο πατέρας του στο επάγγελμα, ο οποίος έχει αποστρατευτεί πια, τον κάνει να αισθάνεται κάπως περίεργα και αμήχανα, καθώς όλοι τον συγκρίνουν με αυτόν. Προσπαθεί να χαράξει τη δική του διαδρομή, μα δεν του βγαίνει.

Η πιο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του θιάσου είναι, χωρίς αμφιβολία, η πρωταγωνίστρια. Ψηλή, ευθυτενής, επιβλητική. Δεν περνάει ποτέ απαρατήρητη, τόσο λόγω της εξωτερικής εμφάνισης όσο και εξαιτίας της διαπεραστικής φωνής της. Όταν ανεβαίνει στη σκηνή, αρέσκεται να αυτοσχεδιάζει επιδιδόμενη σε τεράστιους μονολόγους, πράγμα που εκνευρίζει τον σκηνοθέτη και τους συναδέλφους της. Καυγαδίζει συχνότατα με αυτούς, ανταλλάσσουν ακόμα και ύβρεις πάνω στον καλλιτεχνικό οίστρο, όμως όλα είναι στα πλαίσια της παράστασης. Εξάλλου, ο πατέρας της -κι αυτός παλαίμαχος της υποκριτικής τέχνης- τη μεγάλωσε με αυστηρότητα και της δίδαξε πώς να κλέβει την παράσταση. Το πετυχαίνει σχεδόν πάντα και με κάθε δυνατό τρόπο. Υπάρχουν φήμες ότι, σε λίγα χρόνια, θα (αυτο)προταθεί για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου.

Τέλος, οι άλλοι ηθοποιοί αρκούνται στο ρόλο του κομπάρσου. Έχουν ορισμένες μόνο λυρικές εξάρσεις. Πριν λίγο καιρό, ένας από αυτούς έσπασε το δάχτυλό του, όταν προσπάθησε να αποσπάσει την προσοχή του σκηνοθέτη και των λοιπών παρευρισκομένων: στις μετέπειτα παραστάσεις συμμετείχε με νάρθηκα στο χέρι. Πιο πρόσφατα, ένας νέος και καλογυμνασμένος ηθοποιός τσαντίστηκε με έναν έκτακτο συμμετέχοντα -επειδή δεν έπαιζε καλά τον ρόλο του- και του πέταξε ένα ποτήρι, με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στα μέσα ηχοληψίας. Τέτοιο πάθος για την ηθοποιία.

Αυτή ήταν μια σύντομη παρουσίαση του πιο επιτυχημένου θιάσου των τελευταίων ετών.

Αρέσει σε %d bloggers: