jump to navigation

Σταυρός ή λίστα; 17/02/2014

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Μόλις την περασμένη εβδομάδα και σε απόσταση σχεδόν τριών μηνών από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών, η δικομματική κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί στην αλλαγή του τρόπου εκλογής των ευρωβουλευτών. Πράγματι, βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας, που ίσχυσε από το 1981 -όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη αντίστοιχη εκλογική διαδικασία- και έπειτα, εφαρμόστηκε η λεγόμενη λίστα: κατά το εν λόγω σύστημα, η εκλογή γίνεται σε μια ενιαία περιφέρεια και σύμφωνα με προκαθορισμένη σειρά εκλογής των υποψηφίων. Τώρα, προτείνεται αφενός η εκλογή με σταυρό και αφετέρου η σημαντική αύξηση του αριθμού των υποψηφίων ευρωβουλευτών. 

Επ’ αφορμής της επικείμενης νομοθετικής μεταβολής, αξίζει να σημειωθούν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων συστημάτων. Καταρχήν, η λίστα ενέχει αριστοκρατικά στοιχεία, ενώ η σταυροδοσία είναι πιο δημοκρατική. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται ουσιαστικά για προεπιλογή των υποψηφίων από το εκάστοτε κόμμα και δη από τον αρχηγό του, με αποτέλεσμα να είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιοι έχουν σοβαρές πιθανότητες εκλογής (:μόνο όσοι βρίσκονται στις εκλόγιμες θέσεις). Απεναντίας, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται η εκλογική κινητοποίηση όλων των υποψηφίων, με αποτέλεσμα να καθίσταται εγγύτερη η σχέση εκλογέων-ευρωβουλευτών και να ενισχύεται η αντιπροσωπευτικότητα του ευρωκοινοβουλίου.

Περαιτέρω, η λίστα έδινε, από τη μία, την ευκαιρία σε εξέχοντα μη κομματικά πρόσωπα -π.χ. Ξαρχάκος, Μούσχουρη- να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στην Ευρώπη διατηρώντας το κύρος τους και χωρίς να εμπλακούν σε μικροπολιτικές προεκλογικές διαμάχες. Από την άλλη, όμως, το συγκεκριμένο σύστημα χρησιμοποιήθηκε από τους αρχηγούς κυρίως των μεγάλων κομμάτων, ώστε να στείλουν τους δικούς τους ανθρώπους στις Βρυξέλλες αδιαφορώντας για την (αν)επάρκειά τους να υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα. Βεβαίως, με τη σταυροδοσία μειώνεται η τελευταία απεχθής τακτική, αλλά ψαλιδίζονται παράλληλα και οι πιθανότητες συμμετοχής ατόμων με ευρεία υπερκομματική αποδοχή.

Εξάλλου, εφόσον διατηρηθεί η ενιαία εκλογική περιφέρεια και με το νέο σύστημα, ήτοι ολόκληρη η επικράτεια, τότε προκύπτουν αναντίρρητα κάποιες παρεπόμενες συνέπειες. Πρώτον, ευνοούνται καθοριστικά οι υποψήφιοι που προέρχονται από την πρωτεύουσα, καθότι έχουν αμεσότερη πρόσβαση στην τεράστια «δεξαμενή» ψήφων του Λεκανοπεδίου (Α’ και Β’ Αθηνών, Α’ και Β’ Πειραιώς, υπόλοιπο Αττικής) και άρα μπορούν να αδιαφορήσουν για την περιφέρεια, ακόμη και για τη Θεσσαλονίκη. Δεύτερον, εκκινούν από καλύτερη θέση στη μάχη του σταυρού οι πιο αναγνωρίσιμοι, αυτοί που προβάλλονται συχνά από τα ΜΜΕ, και οι πλουσιότεροι, εκείνοι που μπορούν να διαθέσουν τα περισσότερα χρήματα για την πανελλαδική εκλογική τους καμπάνια. Κατόπιν τούτων, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η υπερεκπροσώπηση της Αθήνας σε συνδυασμό με την υποεκπροσώπηση της επαρχίας πρέπει να θεωρείται δεδομένη [γεγονός, πάντως, που επιβεβαιωνόταν και με τη λίστα].

Τελικά, ανάλογα με τη σκοπιά που έχει ο καθένας μπορεί να διακρίνει διάφορα θετικά ή αρνητικά στα δύο εκλογικά συστήματα και να επιχειρηματολογήσει αντίστοιχα. Ωστόσο, πρωταρχική σημασία και στις ευρωεκλογές δεν είναι ο τρόπος εκλογής, αλλά το αν οι ευρωβουλευτές πληρούν τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις να προβάλλουν και να υπερασπιστούν τις ελληνικές θέσεις ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: με άλλα λόγια, αν διαθέτουν τόσο το αναγκαίο γνωσιολογικό υπόβαθρο, όσο και την απαραίτητη διάθεση και πυγμή να το πράξουν. Αυτό είναι το ζητούμενο. 

Advertisements

Κεντροαριστερά μόνη(;) ψάχνεται 04/11/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Η κουβέντα για το μέλλον της κεντροαριστεράς δεν είναι κάτι καινούριο ούτε στην Ευρώπη ούτε στην Ελλάδα. Στη χώρα μας ξεκίνησε κατόπιν των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων του περασμένου έτους και κυρίως με αφορμή τα αποτελέσματά τους, που κατέστησαν αναγκαία τη σύμπραξη του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ με την (κεντρο)δεξιά ΝΔ για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Σε γενικές γραμμές, τα δεδομένα είναι γνωστά: ο μικρός πυλώνας της αρχικά τρικομματικής συγκυβέρνησης αποχώρησε, με αποτέλεσμα να παραμείνουν οι δύο μέχρι πρότινος πρωταγωνιστές του δικομματισμού να εξασφαλίζουν την κυβερνητική σταθερότητα. [Ανάλογο προηγούμενο βρίσκει κανείς στη Γερμανία, όπου το 2005 έγινε πράξη ο λεγόμενος «μεγάλος συνασπισμός» ανάμεσα στο χριστιανοδημοκρατικό και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ενώ αντίστοιχες εξελίξεις κυοφορούνται και σήμερα, με επικεφαλής και πάλι την Άνγκελα Μέρκελ.]

Έκτοτε, οι συζητήσεις για τη στάση των εν λόγω κομμάτων-εκφραστών της κεντροαριστεράς δεν έπαψαν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον των ίδιων των σχηματισμών, αλλά και να απασχολούν ένα σεβαστό κομμάτι της κοινής γνώμης. Ενδεικτικό των έντονων διεργασιών αποτελεί ένα κείμενο-προσκλητήριο σε όλες τις κεντροαριστερές δυνάμεις από 58 εξέχοντα πρόσωπα που προτείνουν μεταξύ άλλων τη δημιουργία ενός ενιαίου φορέα (στα πρότυπα της επιτυχημένης ιταλικής «Ελιάς»), υπό τη σκέπη του οποίου θα συστεγαστούν όσοι αυτοπροσδιορίζονται ανάμεσα στη δεξιά και στη νεοκομμουνιστική αριστερά. Συνεπώς, προφανές είναι πως απευθύνεται σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα ανθρώπων, συλλογικών κινήσεων και κομμάτων, που καλούνται να συγκλίνουν και να συστήσουν ένα νέο πολιτικό μόρφωμα με ορίζοντα τις προσεχείς εκλογές για την ευρωβουλή και την τοπική αυτοδιοίκηση.

Αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά τη συγκεκριμένη διακήρυξη, δύσκολα θα διαφωνήσει με το περιεχόμενό της. Βεβαίως, το γεγονός αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ότι πρόκειται για μια ακόμα καλογραμμένη έκθεση ιδεών είτε ότι εμπεριέχει πολλές κοινοτοπίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται πλέον από τους περισσότερους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτό στους πόλους της κεντροαριστεράς (τουλάχιστον στους υπογράφοντες) ότι πιθανή αυτόνομη κάθοδος του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μάλλον θα ισοδυναμεί με πολιτική αυτοχειρία.

Ωστόσο, η υπό διερεύνηση κίνηση -παρά τις όποιες καλές προθέσεις έχουν οι εμπνευστές της- πάσχει ιδίως για συμβολικούς και επικοινωνιακούς λόγους. Πρώτον, όπως εντόπισε ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης σε άρθρο του στην Καθημερινή (17.10.2013), ο μέσος όρος ηλικίας των 58 είναι «57 και κάτι»! Αλήθεια, πόσο μπορούν να επηρεάσουν τη νεολαία, τους χιλιάδες ανέργους και τον μέσο οικογενειάρχη Έλληνα τα σωστά μα επαναλαμβανόμενα λόγια ορισμένων επιτυχημένων 60άρηδων διανοούμενων; Δεύτερον, ξεκάθαρο είναι πως οι 58 δίνουν προτεραιότητα στις ιδέες εν αντιθέσει με τα πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτό, παραγνωρίζουν τη σημασία ανεύρεσης ενός χαρισματικού -ει δυνατόν, νέου ηλικιακά- προσώπου, που θα αναλάβει να ενσαρκώσει τις προκείμενες πολιτικές αρχές και να σηκώσει το βάρος του όλου εγχειρήματος. Ποιος εχέφρων δεν κατανοεί πως η εκτίναξη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται προπαντός στη σταδιακή μετατροπή του σε αρχηγοκεντρικό κόμμα;

Τελικά, έχει δίκιο ο συγγραφέας Νίκος Δήμου που σχολιάζει συναφώς: «Ναι, μας χρειάζεται ένας κεντροαριστερός Τσίπρας. Πιο καλλιεργημένος, πιο έξυπνος αλλά εξίσου γοητευτικός και ελκυστικός… Αν δεν βρεθεί κάποιος ουσιαστικός ηγέτης, δέκα διακηρύξεις να γράψουν 200 σοφοί, δεν θα γίνει τίποτα».

Αρέσει σε %d bloggers: