jump to navigation

Ένας χρόνος μετά τις εκλογές: οι τρεις πυλώνες 17/06/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Στις 17 Ιουνίου 2012, μετά από ένα διάστημα ουσιαστικής ακυβερνησίας εξαιτίας των αναπάντεχων(;) αποτελεσμάτων των εκλογών της 6ης Μαΐου, οι Έλληνες ψηφοφόροι κλήθηκαν να προσέλθουν εκ νέου στις κάλπες. Με την ψήφο τους έδωσαν την πρωτοκαθεδρία στη Νέα Δημοκρατία αναγκάζοντάς την όμως να συνεταιριστεί με το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά, προκειμένου να κυβερνηθεί η χώρα. Εξύψωσαν δε τον ΣΥΡΙΖΑ ως κύριο αντιπολιτευτικό πυρήνα και καθιέρωσαν τη Χρυσή Αυγή στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Σήμερα, δράττοντας την ευκαιρία από τη συμπλήρωση ενός έτους από τις κρισιμότερες εκλογές της Μεταπολίτευσης (μέχρι τις επόμενες), παρίσταται η ανάγκη επαναπροσέγγισης της κομματικής γεωγραφίας, βάσει και των πιο πρόσφατων δημοσκοπικών δεδομένων.

Καταρχάς, η κυβέρνηση των τριών εταίρων απολαμβάνει ακόμα την ανοχή της πλειοψηφίας -έστω- των φοβισμένων πολιτών. Ο πρωθυπουργός αφενός καρπώνεται σε μεγάλο βαθμό την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και αφετέρου κερδίζει πόντους από το γεγονός ότι επιδεικνύει ένα στοιχειώδες σθένος, τόσο στις διεθνείς επαφές του όσο και στις εσωτερικές διαμάχες, που είχε εκλείψει τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο αυτό που επισημαίνει ο πρόεδρος της εταιρείας GPO Τάκης Θεοδωρικάκος (30.5.2013) στην aixmi.gr ότι ο Αντώνης Σαμαράς «πέτυχε κάτι που στις δημοσκοπήσεις τα τελευταία 13 χρόνια δεν είχε ξανασυμβεί. Το πρώτο κόμμα στις εκλογές, που βρέθηκε γρήγορα δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, να ξαναπεράσει μπροστά».

Σε αυτό το (οριακό) προβάδισμα της ΝΔ συμβάλλει και το ίδιο το κόμμα της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο αδυνατεί προσώρας να συνθέσει ένα αξιόπιστο, ρεαλιστικό πρόγραμμα που θα δώσει προοπτική και όραμα στην απελπισμένη κοινωνία. Ο Αλέξης Τσίπρας αρκείται σε μια στείρα και παλαιάς κοπής καταγγελτική πολιτική, με αποτέλεσμα να μην πείθει μέχρι τώρα τους πολλούς παρά τις διαφαινόμενες ελπίδες μελλοντικής διακυβέρνησης (αλήθεια, ακολουθώντας ποια κατεύθυνση και συνεργαζόμενος με ποιους;). Ενδεικτική της αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει ευρύτερη δυναμική είναι η αντίληψη των περισσότερων που, από τη μία, θεωρούν πως τα πράγματα θα ήταν χειρότερα με τον εν λόγω σχηματισμό στο «τιμόνι» και, από την άλλη, δεν πιστεύουν ούτε ότι θα καταργούσε το μνημόνιο.

Το μοναδικό κόμμα, όμως, που ανεβάζει τα ποσοστά του σε σχέση με τα αντίστοιχα των περσινών εκλογών -και μάλιστα, σημαντικά- είναι η Χρυσή Αυγή, πίσω από την οποία συμπαρατάσσονται σταθερά όσοι έχουν απογοητευτεί πλήρως από το πολιτικό σύστημα και την ολοφάνερη ανικανότητά του να αντιμετωπίσει καίρια κοινωνικά ζητήματα, όπως ασφάλεια, λαθρομετανάστευση, ανεργία.

Ασθμαίνοντας ακολουθούν το απαξιωμένο ΠΑΣΟΚ και η επαμφοτερίζουσα ΔΗΜΑΡ, που απειλούνται σοβαρά με καταβαράθρωση, οι «φυλλορροούντες» Ανεξάρτητοι Έλληνες και το αδιάφορα επαναλαμβανόμενο ΚΚΕ. Επίσης, λόγω της επικρατούσας ρευστότητας, ενδιαφέρον παρουσιάζει η ολοένα αυξανόμενη τάση δημιουργίας νέων σχηματισμών, πόλων και ομάδων σε κάθε πλευρά του ιδεολογικού φάσματος. Κανείς δεν μπορεί, βεβαίως, να μαντέψει ποιοι από αυτούς θα αντέξουν στο πέρασμα του χρόνου, αν θα συμμαχήσουν μεταξύ τους και πόσοι θα εξαϋλωθούν.

Εν κατακλείδι και υπό τις παρούσες συνθήκες, έχει δημιουργηθεί ένα τριπολικό σύστημα (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ), με αυτούς τους τρεις να αποτελούν -καλώς ή κακώς- τους βασικούς πυλώνες του κομματικού τοπίου και τους υπόλοιπους να έπονται αγκομαχώντας.

Η Χρυσή Αυγή ως «ελληνική Χεζμπολάχ» 22/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

Μια ημέρα μετά τη θλιβερή επέτειο της 21ης Απριλίου, είναι ευκαιρία να γίνει λόγος για το μοναδικό κοινοβουλευτικό κόμμα που διάκειται ευμενώς προς τη «χούντα των συνταγματαρχών». Η Χρυσή Αυγή εισήλθε δυναμικά στην πολιτική ζωή του τόπου, καθώς συγκέντρωσε την ψήφο άνω των 400.000 συμπολιτών μας σε αμφότερες τις εκλογικές διαδικασίες του 2012, και σήμερα έχει εδραιωθεί σταθερά ως τρίτη δύναμη βάσει των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, με ποσοστά που αγγίζουν ή ξεπερνούν το 10%.

Την περασμένη εβδομάδα, εξάλλου, είδε το φως της δημοσιότητας η έκθεση του επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Νιλς Μουίζνιεκς, ο οποίος επισκέφτηκε τη χώρα μας για τέσσερις(!) ημέρες και «ανακάλυψε την Αμερική»: διαπίστωσε ότι τελούνται εγκλήματα φυλετικού μίσους και υπάρχουν πολλαπλά κρούσματα ρατσισμού. Επίσης, πρότεινε την επιβολή ποινικών και άλλων αποτρεπτικών κυρώσεων, που μπορεί να φτάνουν ακόμα και στην απαγόρευση συγκεκριμένων πολιτικών οργανώσεων, εν προκειμένω της Χρυσής Αυγής.

Ο ανωτέρω τρόπος αντιμετώπισης του φαινομένου βρίσκει ευήκοα ώτα -ως δήθεν λυσιτελής- και σε πολλούς μετέχοντες στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προερχόμενους από κάθε πλευρά του δημοκρατικού τόξου. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης παραγνωρίζουν όμως ότι το Σύνταγμα δεν προβλέπει καμία διαδικασία απαγόρευσης κομμάτων, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει σε άλλες έννομες τάξεις [επί παραδείγματι, στη Γερμανία θεωρούνται αντισυνταγματικά, και επομένως μπορούν να τεθούν εκτός νόμου, όσα κόμματα «τείνουν να βλάψουν ή να ανατρέψουν τη φιλελεύθερη δημοκρατική θεμελιώδη τάξη» (άρθρο 21 παρ. 2 του Θεμελιώδους Νόμου)]. Ούτε υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που να ρυθμίζει αντίστοιχη δυνατότητα, όπως υφίστατο παλαιότερα με τον αναγκαστικό νόμο 509/1947, δυνάμει του οποίου είχε «διαλυθεί» το ΚΚΕ.

Χάριν ευκολίας της συζήτησης, ας υποθέσουμε ότι ήταν -ή θα είναι στο μέλλον- νομικά δυνατή η απαγόρευση λειτουργίας ενός κόμματος, διερωτάται κανείς αν θα έπρεπε αυτό να επιδιωχθεί για τη Χρυσή Αυγή. Η απάντηση πρέπει να είναι βεβαίως αρνητική. Η θέση εκτός νόμου μιας οποιασδήποτε πολιτικής οργάνωσης, πόσω μάλλον ενός ακραίου κόμματος με τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που έχει αυτό επιδείξει, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην περαιτέρω ενδυνάμωσή του και την εμβάθυνση των ερεισμάτων του στην απεγνωσμένη κοινωνία. Σίγουρα δε, θα αναδείκνυε με τον πιο έκδηλο τρόπο ότι το πολιτικό σύστημα φοβάται. Σε πρακτικό επίπεδο, άλλωστε, τίποτε δεν θα εμπόδιζε την «παράνομη» Χρυσή Αυγή να μετονομαστεί και να «λειάνει» πιθανώς ορισμένες απόψεις της, ώστε να συμμετέχει και πάλι νόμιμα στις εκλογές.

Η έξαρση της μισαλλοδοξίας και των φαινομένων ρατσιστικής βίας δεν αντιμετωπίζονται παρά μόνο με καταπολέμηση των αιτίων που τα προκαλούν, ήτοι της παράλυσης -αν όχι παντελούς απουσίας- της κρατικής εξουσίας σε καθημερινό επίπεδο, της αθρόας εισροής εξαθλιωμένων αλλοδαπών και της ενγένει επικρατούσας αίσθησης ανομίας και ανασφάλειας. Τα παραπάνω αποτελούν ορισμένα μόνο αυθεντικά προβλήματα, στα οποία η Χρυσή Αυγή απειλεί να δώσει πραγματικές απαντήσεις, την ώρα που κυβέρνηση και λοιπές κοινοβουλευτικές δυνάμεις αδρανούν, εξυφαίνοντας τον κίνδυνο να μετατραπεί η εν λόγω οργάνωση σε «ελληνική Χεζμπολάχ» (έτσι τη χαρακτήρισε ο πρώην υπουργός Ανδρέας Λοβέρδος σε τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΪ στις 12.2.2013).

Τελικά, στο χέρι της πολιτείας είναι να εκλείψουν ή έστω να μειωθούν τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα, προκειμένου να περιοριστεί σημαντικά και η ενίσχυση των άκρων.

Αρέσει σε %d bloggers: