jump to navigation

Η περιφρόνηση των νόμων 12/08/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πέρασε πάνω από ένας αιώνας από τη στιγμή που ο Εμμανουήλ Ροΐδης παρατηρούσε για τα τεκταινόμενα στην εποχή του: «Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων». Αυτός ο τόσο απλοϊκός αποφθεγματικός λόγος φαντάζει ατυχώς πιο επίκαιρος από ποτέ. Το πρόσφατο περιστατικό με τη 48ωρη σφράγιση από το ΣΔΟΕ ενός νυχτερινού κέντρου στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, το οποίο ωστόσο επαναλειτούργησε κανονικά την επόμενη βραδιά, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ασέβειας που επιδεικνύει ο Έλληνας προς τους νόμους. [Αξιοσημείωτο είναι δε το γεγονός πως το συμβάν καταγγέλθηκε μετά βδελυγμίας από τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια, τα οποία βεβαίως λειτουργούν υπό ένα μόνιμο καθεστώς παρανομίας!].

Γενικότερα, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή συνιστά μία κλασική, αλλά όχι και μοναδική, περίπτωση ανυπακοής. Τι διαφορετικό όμως θα μπορούσε να συμβεί, όταν όλοι ανεξαιρέτως έχουμε συνηθίσει να περιφρονούμε τους νόμους σε καθημερινή βάση, σχεδόν από τα γεννοφάσκια μας; Εν προκειμένω, μεγαλώσαμε ως επιβάτες και μετέπειτα ως οδηγοί αυτοκινήτων βλέποντας συμπολίτες μας να παραβιάζουν επανειλημμένα τα σήματα οδικής κυκλοφορίας. Θεωρούμε λογικό -ή έστω ανεκτό- να κατεβάζουμε τα σκουπίδια μας εναποθέτοντάς τα εκτός του κάδου απορριμμάτων, ενώ ελάχιστοι από τους κατόχους ζώων φροντίζουν για την περισυλλογή των ακαθαρσιών που αφήνουν αυτά. Επιπλέον, ο νόμος για την απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς δημόσιους χώρους τείνει να γίνει ανέκδοτο και η έκδοση τιμολογίου-απόδειξης παροχής υπηρεσιών είναι εδώ και χρόνια η εξαίρεση παρά ο κανόνας.

Τα ανωτέρω ενδεικτικά παραδείγματα οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δύο ομόρροποι παράγοντες εμφανίζονται ως οι βασικές αιτίες της γενικευμένης ανομίας: το περιβάλλον (αλλιώς, ο κοινωνικός περίγυρος) και η παιδεία. Συγκεκριμένα, παρατηρεί κάποιος ότι όσοι Έλληνες βρίσκονται με οποιαδήποτε αφορμή στο εξωτερικό -φερειπείν στη Γερμανία- όχι μόνο δεν παραβαίνουν και τις απλούστερες προσταγές του νόμου σε επίπεδο καθημερινότητας, αλλά ούτε καν διανοούνται να το διαπράξουν φοβούμενοι για τις πιθανές κυρώσεις. Αντιθέτως στη χώρα μας, τα τραγικά ελλείμματα παιδείας και το ευνοϊκό για κάθε λογής παρασπονδίες περιβάλλον έχουν αποτυπωθεί στο εξής απαράδεκτο στερεότυπο: όποιος είναι νομοταγής να λογίζεται ως «κορόιδο» και ο εκάστοτε παράνομος να περνιέται για «μάγκας».

Επιπροσθέτως, είναι πλήρως διαδεδομένη η αντίληψη «δεν μας αρέσει ένας νόμος, δεν τον εφαρμόζουμε», λες και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του καθενός να το πράξει. Όταν μάλιστα ακόμα και κοινοβουλευτικές δυνάμεις παροτρύνουν το λαό να καταργήσει τους νόμους στα οδοφράγματα ή ενισχύουν κινήματα του τύπου «δεν πληρώνω», τότε αμφισβητείται ευθέως η ίδια η αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις και για όσους αρνούνται να πειθαρχήσουν στη δυνατότητα της πλειοψηφίας να βουλεύεται και να νομοθετεί, η εκτελεστική σε συνεργασία με τη δικαστική εξουσία οφείλουν να επεμβαίνουν.

Συνεπώς, από την ώρα που -όπως συνηθίζεται να λέγεται- είναι στο DNA του Έλληνα να ακροβατεί ανάμεσα στην αυθαιρεσία και στην απειθαρχία, θα έπρεπε να υπάρχει ένας επαρκής κρατικός μηχανισμός που θα επιβάλλει τη νομιμότητα με κάθε μέσο και κόστος. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε περίτρανα από το συμβάν στη Χαλκιδική, η δυστυχία μας είναι πως το ελληνικό κράτος ούτε μπορεί ούτε (δείχνει ότι) επιθυμεί να εφαρμόσει το νόμο.

Advertisements

Η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση βάσει του ν. 4009/2011 17/07/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Διοικητική Επιστήμη, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές του νέου νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση, όπως διαμορφώθηκε κυρίως με το ν. 4009/2011, αλλά και τις μετέπειτα τροποποιήσεις του. Η προσέγγιση που επιχειρείται παρακάτω γίνεται πρωτίστως από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, δηλαδή με γνώμονα την αποτελεσματικότητα -ή όχι- των καινούριων ρυθμίσεων, οι οποίες επέφεραν σημαντικές αλλαγές στην οργανωτική δομή και φυσιογνωμία των πανεπιστημίων. Ωστόσο, είναι αναπόφευκτο, λόγω της επιστημονικής συνάφειας του αντικειμένου, να μην (επανα)διατυπωθούν κάποιες παράπλευρες επισημάνσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων.

Άλλωστε, γύρω από αυτούς τους άξονες, ήτοι αφενός τα λειτουργικά-πρακτικά προβλήματα και αφετέρου τα συνταγματικά-νομικά ζητήματα, κινήθηκε εν πολλοίς η ζωηρή συζήτηση που προηγήθηκε και επακολούθησε της ψήφισης του ν. 4009/2011. Πάντως, τις συγκεκριμένες δυσχέρειες ήδη επιδίωξε να άρει ο νομοθέτης με τις επακολουθήσασες διορθωτικές παρεμβάσεις του, που έλαβαν χώρα ιδίως με το ν. 4076/2012.

Βεβαίως, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι στόχευση της προκείμενης εργασίας δεν είναι η ανάλυση όλης της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει πλέον την ανώτατη εκπαίδευση: κάτι τέτοιο, εκτός από μια υπερφιλόδοξη σκέψη, θα αποτελούσε μάλλον και ένα απονενοημένο διάβημα, ενόψει της έκτασης και της περιπλοκότητας του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Όμως, θα γίνει μια προσπάθεια νηφάλιας αντιμετώπισης των κατ’ εκτίμηση κρισιμότερων διατάξεων, καθώς και των βασικότερων αλλαγών που επήλθαν με την πρόσφατη μεταρρύθμιση στο πανεπιστημιακό πεδίο.

Ειδικότερα, διερευνάται η οργανωτική αναδιάρθρωση των ΑΕΙ και ο εσωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τμήματα και σχολές. Στη συνέχεια, γίνεται λόγος για τη σύνθεση, τον τρόπο ανάδειξης και τις αρμοδιότητες του νέου συλλογικού πανεπιστημιακού οργάνου, του Συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργανωτική ιεραρχία. Ακολουθεί ξεχωριστή αναφορά για τα εξωτερικά μέλη, όπου αποπειράται να δοθεί μια απάντηση στο κατά πόσο είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή τους στη διοίκηση του πανεπιστημίου.

Δεν θα μπορούσε να λείψει σχετικό κεφάλαιο για τη θέση του Πρύτανη και του Κοσμήτορα στην ανανεωμένη δομή των ανώτατων ιδρυμάτων, στην εκλογή και συνεπώς στη νομιμοποίηση των οργάνων αυτών, όπως και στις σημαντικότερες αρμοδιότητές τους. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι σε διάφορα σημεία της μελέτης θίγεται το φλέγον ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ.

Αλλά πριν την εξέταση των παραπάνω θεματικών, προηγείται η διατύπωση κάποιων εισαγωγικών σκέψεων για το προϋφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που εκκινούν από και καταλήγουν στην ευρέως διαδεδομένη διαπίστωση της ανάγκης μεταρρύθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου. Επιπροσθέτως, κρίνεται σκόπιμη -υπό το πρίσμα της διοικητικής επιστήμης- η τοποθέτηση επί δύο ερωτημάτων: πρώτον, αν εξυπηρετήθηκε με την προπαρασκευαστική του ν. 4009/2011 διαδικασία η «καλή νομοθέτηση», και δεύτερον, ποιο είναι το «όραμα» του νέου νόμου για την ανώτατη παιδεία.

Στο επίμετρο, τέλος, επισημαίνεται η μάλλον παγιωμένη προχειρότητα στον τρόπο νομοθέτησης επί των ακαδημαϊκών θεμάτων, που ενδέχεται μάλιστα να οδηγήσει εκ νέου σε ορισμένες δυσλειτουργίες. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται η πρωταρχική σημασία των προσώπων ως προς την καλύτερη λειτουργία των θεσμών, ενώ αφήνονται κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, τα οποία απορρέουν από τη μέχρι τώρα πορεία και εφαρμογή της νέας νομοθεσίας στα ΑΕΙ.  (περισσότερα…)

Αρέσει σε %d bloggers: