jump to navigation

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 15/04/2015

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο, Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

[αναδημοσίευση από «Πέμπτο και έκτο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου», εκδ. ΕΚΠΑ, 2015, σ. 213 επ.] (*)

Προλεγόμενα

“The people’s first intention is that the State shall not perish”

JEAN-JACQUES ROUSSEAU

Η συνεχής οικονομική περιδίνηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, έχει αποτελέσει το εφαλτήριο για συνταγματικό και ευρύτερο δικαιοπολιτικό προβληματισμό. Κοινή αγωνία των συμμετεχόντων στη συζήτηση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η κατά το δυνατόν «αναίμακτη» έξοδος από την επονομαζόμενη εποχή των μνημονίων: η επάνοδος της χώρας σε συνθήκες ομαλότητας. Αμφισβητούμενος, βεβαίως, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί -ή τουλάχιστον θα επιδιωχθεί να επιτευχθεί- αυτή η επαναφορά στην κανονικότητα.

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε περίοδο έντονης κρίσης, ο άξονας του νομικού διαλόγου κινείται γύρω από το ίδιο και πάντα επίκαιρο ζήτημα: αν προέχει, ακόμα και υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η τήρηση και ο σεβασμός του Συντάγματος ως κειμένου με ακαταγώνιστη κανονιστική ισχύ ή αν είναι προτιμότερη η σωτηρία της πατρίδας, έστω και αν η εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος επιτάσσει ορισμένες φορές τον παραμερισμό συγκεκριμένων διατάξεων του θεμελιώδους καταστατικού χάρτη, επιβάλλοντας την αναβίωση ενός δικαίου της ανάγκης.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η σκιαγράφηση των απαντήσεων που δίνουν -άμεσα ή έμμεσα- στο παραπάνω ερώτημα εκείνοι που αποφασίζουν και νομοθετούν τα επώδυνα μέτρα, τα οποία συνεπάγονται πολλαπλούς περιορισμούς δικαιωμάτων με στόχο την αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Επίσης, σχολιάζονται οι δυσχέρειες που συναντά η δικαστική εξουσία, η οποία έρχεται εκ των υστέρων να οριοθετήσει την έννοια του δημοσίου συμφέροντος και να εκτιμήσει μέχρι ποιου σημείου είναι συνταγματικά ανεκτοί αυτοί οι περιορισμοί, συνυπολογίζοντας αναπόφευκτα και το οικονομικό κόστος των αποφάσεών της.

Ειδικότερα, στο εισαγωγικό κεφάλαιο γίνεται αφενός μια προσπάθεια διασαφήνισης της αρχής «salus patriae suprema lex esto», η οποία ανέκαθεν συνιστούσε το θεωρητικό υπόβαθρο για ενδεχόμενες παραβιάσεις του Συντάγματος, και αφετέρου παρουσιάζονται ευσύνοπτα οι θεωρίες της κατάστασης εξαίρεσης και της «συνταγματικής δικτατορίας», που αποτελούν χρήσιμα μεθοδολογικά εργαλεία για την κατανόηση και τη διαχείριση των έκτακτων συνθηκών.

Στο δεύτερο μέρος διευκρινίζεται η ιδιόμορφη οικονομική κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία υποστηρίζεται ότι έχει περιέλθει η χώρα μας, καθώς και ο τρόπος προσέγγισης αυτής, τόσο εκ μέρους της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας όσο και από την πλευρά των δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, λαμβάνει χώρα μια περιληπτική αναφορά σε δικαστικές αποφάσεις που σχετίζονται με τη δημοσιονομική κρίση, με κυριότερη τη μειοψηφούσα γνώμη στη ΣτΕ 693/2011 ως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση επίκλησης της έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να δικαιολογηθούν αποκλίσεις από το ίδιο το συνταγματικό κείμενο.

Τέλος, αφού προηγηθεί μια επισκόπηση των βασικών συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την κατάσταση εξαίρεσης, ήτοι των άρθρων 48 και 44 παρ. 1 Συντ., και η διαπίστωση της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις σύγχρονες προκλήσεις, ενόψει και του ελλειμματικού δικαστικού ελέγχου των προϋποθέσεών τους, προτείνεται η εισαγωγή στο ελληνικό νομικό οπλοστάσιο ενός νέου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις περιπτώσεις διαφαινόμενης οικονομικής κατάρρευσης, διευκολύνοντας τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για τη σωτηρία της χώρας και παράλληλα καθιστώντας σαφή τα όρια του δικαστικού ελέγχου σε συνθήκες δημοσιονομικού εκτροχιασμού. (περισσότερα…)

Advertisements

Όψεις της κριτικής στη δικαιοσύνη 21/10/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

Οι πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις σε μεγάλες υποθέσεις που απασχολούν την κοινή γνώμη (δίκη Τσοχατζόπουλου, δίωξη της Χρυσής Αυγής) αποτελούν γόνιμο έδαφος για άσκηση σχολιασμού και κριτικής. Από τις πληροφορίες που διαρρέουν (σ)τα ΜΜΕ, τα οποία άλλωστε οφείλουν να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς ό,τι συμβαίνει στις αίθουσες των δικαστηρίων αλλά και στους διαδρόμους αυτών, οι πολίτες έχουν αναφαίρετο δικαίωμα αφενός να σχηματίζουν γνώμη για τα τεκταινόμενα και αφετέρου να τη διαδίδουν δημόσια.

Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα (άρθρο 14 παρ. 1) όσο και σε διεθνή νομικά κείμενα (όπως στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), συνιστά έναν από τους βασικότερους πυλώνες του σύγχρονου φιλελεύθερου πολιτισμού. Πράγματι, ο καθένας μπορεί να διατυπώνει γραπτά ή προφορικά τις απόψεις του, όποιες και αν είναι αυτές, αρκεί να μην παραβιάζει τους νόμους του κράτους και να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων.

Ιδίως όσον αφορά στη δικαιοσύνη, η άσκηση δημόσιας κριτικής επί των πράξεων, κρίσεων και αποφάσεων των λειτουργών της τείνει να θεωρείται από πολλούς -εκτός από δικαίωμα- πρωταρχικό καθήκον, ως το μοναδικό συνεπές αντίβαρο στα εχέγγυα προσωπικής και θεσμικής ανεξαρτησίας που απολαμβάνουν. Άλλωστε, οι δικαστές ούτε είναι υπεράνω κριτικής ούτε βρίσκονται στο απυρόβλητο: αντιθέτως υποχρεούνται, ως δημόσια πρόσωπα ex officio, να ανέχονται σε μεγαλύτερο και αυστηρότερο βαθμό από τους λοιπούς πολίτες τον έλεγχο και τον σχολιασμό, πρωτίστως όταν λαμβάνει χώρα από τους εξοικειωμένους με τα νομικά. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει πολλάκις πως το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης απολαμβάνει υπέρτερης προστασίας σε σχέση με τον σεβασμό και την προάσπιση του κύρους και των οργάνων της δικαστικής εξουσίας (σε μια χαρακτηριστική υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος θεωρήθηκε ότι κακώς καταδικάστηκε δημοσιογράφος που αποκάλεσε δικαστικό λειτουργό «επίορκο» και «καραγκιόζη»!).

Παράλληλα, πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι, για να μη στερείται σοβαρότητας μια τέτοιου είδους κριτική, προϋποτίθεται ότι ο εκάστοτε σχολιαστής γνωρίζει δύο πράγματα (που ο δικαστής δεδομένα γνωρίζει): τις ρυθμίσεις του νόμου και ποια στοιχεία περιέχονται στη δικογραφία. Ωστόσο, από τη στιγμή που πλήρη γνώση της δικογραφίας ουδέποτε μπορεί να έχει κάποιος -ή όταν θα την έχει, θα είναι ήδη πολύ αργά-, τουλάχιστον θα πρέπει να είναι ενημερωμένος για το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, σε αρκετούς ενδεχομένως ξένισε η απόφαση περί μη προσωρινής κράτησης ορισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής ή η επιβολή πρόσκαιρης αντί ισόβιας κάθειρξης στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Βεβαίως, το ζήτημα που τίθεται είναι αν από νομικής πλευράς ήταν εφικτό να συμβεί κάτι διαφορετικό από τα παραπάνω (: μάλλον όχι).

Σε κάθε περίπτωση, ορθό είναι να διαχωρίζεται η νομική από την πολιτική κριτική των δικαστικών δρωμένων: ενώ η δεύτερη εκφράζεται εύκολα και συνηθέστατα χωρίς κόστος, η πρώτη ενέχει δυσχέρειες και απαιτεί πολλή προσοχή, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτοεξευτελισμού ακόμα και για τους θεωρητικά επαΐοντες.

Η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση βάσει του ν. 4009/2011 17/07/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Διοικητική Επιστήμη, Μεταπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές του νέου νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση, όπως διαμορφώθηκε κυρίως με το ν. 4009/2011, αλλά και τις μετέπειτα τροποποιήσεις του. Η προσέγγιση που επιχειρείται παρακάτω γίνεται πρωτίστως από τη σκοπιά της διοικητικής επιστήμης, δηλαδή με γνώμονα την αποτελεσματικότητα -ή όχι- των καινούριων ρυθμίσεων, οι οποίες επέφεραν σημαντικές αλλαγές στην οργανωτική δομή και φυσιογνωμία των πανεπιστημίων. Ωστόσο, είναι αναπόφευκτο, λόγω της επιστημονικής συνάφειας του αντικειμένου, να μην (επανα)διατυπωθούν κάποιες παράπλευρες επισημάνσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων.

Άλλωστε, γύρω από αυτούς τους άξονες, ήτοι αφενός τα λειτουργικά-πρακτικά προβλήματα και αφετέρου τα συνταγματικά-νομικά ζητήματα, κινήθηκε εν πολλοίς η ζωηρή συζήτηση που προηγήθηκε και επακολούθησε της ψήφισης του ν. 4009/2011. Πάντως, τις συγκεκριμένες δυσχέρειες ήδη επιδίωξε να άρει ο νομοθέτης με τις επακολουθήσασες διορθωτικές παρεμβάσεις του, που έλαβαν χώρα ιδίως με το ν. 4076/2012.

Βεβαίως, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι στόχευση της προκείμενης εργασίας δεν είναι η ανάλυση όλης της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει πλέον την ανώτατη εκπαίδευση: κάτι τέτοιο, εκτός από μια υπερφιλόδοξη σκέψη, θα αποτελούσε μάλλον και ένα απονενοημένο διάβημα, ενόψει της έκτασης και της περιπλοκότητας του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Όμως, θα γίνει μια προσπάθεια νηφάλιας αντιμετώπισης των κατ’ εκτίμηση κρισιμότερων διατάξεων, καθώς και των βασικότερων αλλαγών που επήλθαν με την πρόσφατη μεταρρύθμιση στο πανεπιστημιακό πεδίο.

Ειδικότερα, διερευνάται η οργανωτική αναδιάρθρωση των ΑΕΙ και ο εσωτερικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τμήματα και σχολές. Στη συνέχεια, γίνεται λόγος για τη σύνθεση, τον τρόπο ανάδειξης και τις αρμοδιότητες του νέου συλλογικού πανεπιστημιακού οργάνου, του Συμβουλίου του ιδρύματος, το οποίο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργανωτική ιεραρχία. Ακολουθεί ξεχωριστή αναφορά για τα εξωτερικά μέλη, όπου αποπειράται να δοθεί μια απάντηση στο κατά πόσο είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή τους στη διοίκηση του πανεπιστημίου.

Δεν θα μπορούσε να λείψει σχετικό κεφάλαιο για τη θέση του Πρύτανη και του Κοσμήτορα στην ανανεωμένη δομή των ανώτατων ιδρυμάτων, στην εκλογή και συνεπώς στη νομιμοποίηση των οργάνων αυτών, όπως και στις σημαντικότερες αρμοδιότητές τους. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι σε διάφορα σημεία της μελέτης θίγεται το φλέγον ζήτημα της συγκρότησης των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή και εξέλιξη των μελών ΔΕΠ.

Αλλά πριν την εξέταση των παραπάνω θεματικών, προηγείται η διατύπωση κάποιων εισαγωγικών σκέψεων για το προϋφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που εκκινούν από και καταλήγουν στην ευρέως διαδεδομένη διαπίστωση της ανάγκης μεταρρύθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου. Επιπροσθέτως, κρίνεται σκόπιμη -υπό το πρίσμα της διοικητικής επιστήμης- η τοποθέτηση επί δύο ερωτημάτων: πρώτον, αν εξυπηρετήθηκε με την προπαρασκευαστική του ν. 4009/2011 διαδικασία η «καλή νομοθέτηση», και δεύτερον, ποιο είναι το «όραμα» του νέου νόμου για την ανώτατη παιδεία.

Στο επίμετρο, τέλος, επισημαίνεται η μάλλον παγιωμένη προχειρότητα στον τρόπο νομοθέτησης επί των ακαδημαϊκών θεμάτων, που ενδέχεται μάλιστα να οδηγήσει εκ νέου σε ορισμένες δυσλειτουργίες. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται η πρωταρχική σημασία των προσώπων ως προς την καλύτερη λειτουργία των θεσμών, ενώ αφήνονται κάποια περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, τα οποία απορρέουν από τη μέχρι τώρα πορεία και εφαρμογή της νέας νομοθεσίας στα ΑΕΙ.  (περισσότερα…)

Ο αμέτοχος Πρόεδρος της Δημοκρατίας 25/06/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία, Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως από το 2009 και έπειτα, παρατηρείται η συστηματική προσφυγή της εκάστοτε κυβέρνησης στην έκδοση πράξεων νομοθετικών περιεχομένου (π.ν.π.), προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ποικίλα αναφυόμενα προβλήματα κατά την ενάσκηση της πολιτικής τους.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε η από 10.6.2013 π.ν.π., η οποία δίνει τη δυνατότητα σε υπουργούς να προχωρούν σε συγχωνεύσεις φορέων ή να αποφασίζουν το κλείσιμό τους. Με τον τρόπο αυτό μεθοδεύτηκε το «λουκέτο» στην ΕΡΤ, θέμα που έχει ήδη κορεστεί και εδώ μόνο ως αφετηρία διατύπωσης ορισμένων σκέψεων θα λειτουργήσει. Στην πραγματικότητα, η επαφή μας με το θεσμό των π.ν.π. είναι πλέον συχνότερη παρά ποτέ, ενώ πιθανότατα θα συνεχίσει να προτιμάται από την εκτελεστική εξουσία πρωτίστως λόγω της ταχύτερης σε σχέση με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία λήψης των αναγκαίων μέτρων και επίτευξης των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων.

Η δυνατότητα έκδοσης π.ν.π. προβλέπεται στο άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου(…)». Από μια απλή ανάγνωση της προκείμενης ρύθμισης προκύπτει ότι, πέραν της ουσιαστικής προϋπόθεσης -ήτοι της ύπαρξης έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης-, για την έκδοση π.ν.π. απαιτείται η σύμπραξη του Υπουργικού Συμβουλίου και του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ).

Υποστηρίζεται στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου ότι η εν λόγω συμμετοχή του ΠτΔ είναι καθαρά τυπική και συνεπώς αυτός υποχρεούται, εφόσον η κυβέρνηση του προτείνει την έκδοση π.ν.π., να την υπογράψει. Ωστόσο, η αντίληψη αυτή δεν στηρίζεται ευθέως στο γράμμα του Συντάγματος: αντιθέτως, η δυνητική διατύπωση («μπορεί…να εκδίδει») οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ΠτΔ διαθέτει διακριτική ευχέρεια στην έκδοση π.ν.π. και σε καμία περίπτωση δεν έχει δέσμια αρμοδιότητα.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει κανείς αν προσεκτικά διαβάσει τι προβλέπεται και ως προς τις άλλες αρμοδιότητες του ΠτΔ, οι οποίες εξάλλου είναι «μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ’ αυτό» (άρθρο 50) και όσες του έχουν απομείνει μετά την αναθεώρηση του 1986. Ενδεικτικά, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ΠτΔ δεν έχει δυνατότητα να ενεργήσει ή ακόμη και να απέχει από μία ενέργεια, ο συνταγματικός νομοθέτης είναι σαφής: έτσι, ο ΠτΔ «διορίζει τον Πρωθυπουργό» (άρθρο 37 παρ. 1), «συγκαλεί τη Βουλή» (άρθρο 40 παρ. 1), «εκδίδει τα διατάγματα» (άρθρο 43 παρ. 1). Όμως, όταν ο ΠτΔ έχει ένα -έστω περιορισμένο- περιθώριο κινήσεων, το Σύνταγμα είναι και πάλι ξεκάθαρο: πράγματι, ο ΠτΔ «μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου» (άρθρο 40 παρ. 2), «μπορεί να διαλύσει τη Βουλή» (άρθρο 41 παρ. 1), «μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο» (άρθρο 42 παρ. 1).

Δυστυχώς, η πολιτική πρακτική τόσο από την πλευρά των κυβερνήσεων όσο και εκ μέρους των προσώπων που διετέλεσαν ΠτΔ, από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, έχουν καταστήσει τον τελευταίο αδρανή και αμέτοχο παρατηρητή της δημόσιας ζωής της χώρας. Δύο πιθανές εξελίξεις διαφαίνονται στον ορίζοντα: είτε ο ΠτΔ θα ασκήσει πραγματικά εκείνες τις συνταγματικές αρμοδιότητες στις οποίες έχει ακόμα ορισμένη διακριτική ευχέρεια, είτε θα πρέπει να του αφαιρεθούν και αυτές στην επόμενη αναθεώρηση. Το έσχατο, τουλάχιστον, θα ήταν ένα δείγμα ειλικρίνειας.

Το «υπερδικαίωμα» στην απεργία 20/05/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Η εξαγγελία απεργίας από τους εκπαιδευτικούς, η άμεση επιστράτευσή τους εκ μέρους της κυβέρνησης και η κατοπινή αναστολή των κινητοποιήσεων, προκειμένου να διεξαχθούν κανονικά οι πανελλαδικές εξετάσεις, μονοπώλησαν το ενδιαφέρον -σχεδόν σύμπασας- της κοινής γνώμης τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο αν αυτή η αλληλουχία εξελίξεων εξέπληξε κανέναν ή, ακόμα περισσότερο, αν μας έκανε σοφότερους. Το σίγουρο είναι ότι, με μια όσο το δυνατόν νηφάλια προσέγγιση, θα μπορούσαν να διατυπωθούν ορισμένες επισημάνσεις κυρίως σχετικά με το απεργιακό δικαίωμα και πώς αυτό ασκήθηκε (και δυστυχώς συνεχίζει να ασκείται) από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα.

Στη χώρα μας, μελανό κανόνα της κοινωνικής ζωής αποτελεί η αδιαφορία για τα δικαιώματα των άλλων και εξαίρεση ο σεβασμός τους, σε πλείστες εκφάνσεις της καθημερινότητας. Τρανό παράδειγμα: αυτή η έσχατη δεδηλωμένη βούληση των συνδικαλιστικών οργανώσεων των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να απεργήσουν κατά τις ημέρες εξέτασης των μαθητών της Γ’ Λυκείου σε πανελλήνιο επίπεδο. Το συντεχνιακό συμφέρον -εν προκειμένω των εκπαιδευτικών- επικρατεί κάθε έτερου δικαιώματος, οποιασδήποτε σκέψης και λογικής. Ουδείς νοιάζεται για τους άλλους, επί παραδείγματι για τους μαθητές που επιθυμούν να μετάσχουν στην τελική διαγωνιστική διαδικασία, η οποία συνιστά (καλώς ή κακώς) την κορωνίδα της πολυετούς σχολικής διαδρομής, όπως είχαν προγραμματίσει. Αλλά και κανείς δεν ασχολείται με τους γονείς, που τόσα στερήθηκαν για να δουν τα παιδιά τους να μάχονται απερίσπαστα, με αξιοπρέπεια και σωστή προετοιμασία, να πετυχαίνουν τελικά ή όχι.

Συνεπώς, επαληθεύεται για πολλοστή φορά η παρατήρηση του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, Σταύρου Τσακυράκη: «Οι άλλοι πρέπει να υποφέρουν για να μας υποστηρίξουν, πρέπει να εξαναγκαστούν να ενδώσουν στα αιτήματά μας, για να πάψει η ταλαιπωρία τους. Οι άλλοι μετρούν μόνο ως σύμμαχοι ή φίλοι στην υποστήριξη των εγωιστικών μας συμφερόντων, ποτέ ως άξιοι σεβασμού στην απόλαυση δικών τους δικαιωμάτων». Ή θα είστε μαζί μας ή εναντίον μας. Μέση λύση δεν υπάρχει.

Άλλωστε, στην Ελλάδα σπανιότατα γίνεται συζήτηση για τον δίκαιο ή άδικο χαρακτήρα των οποιωνδήποτε αγωνιστικών διεκδικήσεων. Όλες οι απεργιακές κινητοποιήσεις θεωρούνται εκ προοιμίου δημοκρατικές, συνταγματικές και προεχόντως δίκαιες, έστω και αν κρίνονται -πολύ συχνά, είναι η αλήθεια- καταχρηστικές από τα δικαστήρια. Ουσιαστικά, μέσω της θωπείας των συνδικαλιστικών ηγεσιών από την εκάστοτε κυβέρνηση και της παράλληλης ανοχής της κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα «υπερδικαίωμα» στην απεργία που μαζί με κάποιες άλλες συλλογικές ελευθερίες, όπως η συνάθροιση (εδώ ταιριάζουν και οι καταλήψεις δρόμων), εξακολουθούν να υπερακοντίζουν ακόμα και τα θεμελιωδέστερα δικαιώματα. [Ας μη θίξουμε δε την καθολικότητα που απολαμβάνει το απεργιακό δικαίωμα, το οποίο έχει πλέον επεκταθεί στους δικηγόρους, στους δικαστικούς λειτουργούς, στους γιατρούς του ΕΣΥ και στα σώματα ασφαλείας!].

Πάντως, ειδικά στην εποχή της κρίσης, γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι οι οικονομικές διεκδικήσεις τής μιας συντεχνίας-ομάδας έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα συμφέροντα των υπόλοιπων κοινωνικών τάξεων, ενόψει των λιγοστών διαθέσιμων κρατικών πόρων. Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να προβλέψει κάποιος ότι, τραγικό απότοκο αυτής της προτεραιότητας που δόθηκε στην άσκηση των επίμαχων συλλογικών δικαιωμάτων, και δη της απεργίας, (φαντάζει ότι θα) είναι ο ολοσχερής εκφυλισμός τους.

Η Χρυσή Αυγή ως «ελληνική Χεζμπολάχ» 22/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Αρθρογραφία.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

Μια ημέρα μετά τη θλιβερή επέτειο της 21ης Απριλίου, είναι ευκαιρία να γίνει λόγος για το μοναδικό κοινοβουλευτικό κόμμα που διάκειται ευμενώς προς τη «χούντα των συνταγματαρχών». Η Χρυσή Αυγή εισήλθε δυναμικά στην πολιτική ζωή του τόπου, καθώς συγκέντρωσε την ψήφο άνω των 400.000 συμπολιτών μας σε αμφότερες τις εκλογικές διαδικασίες του 2012, και σήμερα έχει εδραιωθεί σταθερά ως τρίτη δύναμη βάσει των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, με ποσοστά που αγγίζουν ή ξεπερνούν το 10%.

Την περασμένη εβδομάδα, εξάλλου, είδε το φως της δημοσιότητας η έκθεση του επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Νιλς Μουίζνιεκς, ο οποίος επισκέφτηκε τη χώρα μας για τέσσερις(!) ημέρες και «ανακάλυψε την Αμερική»: διαπίστωσε ότι τελούνται εγκλήματα φυλετικού μίσους και υπάρχουν πολλαπλά κρούσματα ρατσισμού. Επίσης, πρότεινε την επιβολή ποινικών και άλλων αποτρεπτικών κυρώσεων, που μπορεί να φτάνουν ακόμα και στην απαγόρευση συγκεκριμένων πολιτικών οργανώσεων, εν προκειμένω της Χρυσής Αυγής.

Ο ανωτέρω τρόπος αντιμετώπισης του φαινομένου βρίσκει ευήκοα ώτα -ως δήθεν λυσιτελής- και σε πολλούς μετέχοντες στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προερχόμενους από κάθε πλευρά του δημοκρατικού τόξου. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης παραγνωρίζουν όμως ότι το Σύνταγμα δεν προβλέπει καμία διαδικασία απαγόρευσης κομμάτων, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει σε άλλες έννομες τάξεις [επί παραδείγματι, στη Γερμανία θεωρούνται αντισυνταγματικά, και επομένως μπορούν να τεθούν εκτός νόμου, όσα κόμματα «τείνουν να βλάψουν ή να ανατρέψουν τη φιλελεύθερη δημοκρατική θεμελιώδη τάξη» (άρθρο 21 παρ. 2 του Θεμελιώδους Νόμου)]. Ούτε υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που να ρυθμίζει αντίστοιχη δυνατότητα, όπως υφίστατο παλαιότερα με τον αναγκαστικό νόμο 509/1947, δυνάμει του οποίου είχε «διαλυθεί» το ΚΚΕ.

Χάριν ευκολίας της συζήτησης, ας υποθέσουμε ότι ήταν -ή θα είναι στο μέλλον- νομικά δυνατή η απαγόρευση λειτουργίας ενός κόμματος, διερωτάται κανείς αν θα έπρεπε αυτό να επιδιωχθεί για τη Χρυσή Αυγή. Η απάντηση πρέπει να είναι βεβαίως αρνητική. Η θέση εκτός νόμου μιας οποιασδήποτε πολιτικής οργάνωσης, πόσω μάλλον ενός ακραίου κόμματος με τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που έχει αυτό επιδείξει, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην περαιτέρω ενδυνάμωσή του και την εμβάθυνση των ερεισμάτων του στην απεγνωσμένη κοινωνία. Σίγουρα δε, θα αναδείκνυε με τον πιο έκδηλο τρόπο ότι το πολιτικό σύστημα φοβάται. Σε πρακτικό επίπεδο, άλλωστε, τίποτε δεν θα εμπόδιζε την «παράνομη» Χρυσή Αυγή να μετονομαστεί και να «λειάνει» πιθανώς ορισμένες απόψεις της, ώστε να συμμετέχει και πάλι νόμιμα στις εκλογές.

Η έξαρση της μισαλλοδοξίας και των φαινομένων ρατσιστικής βίας δεν αντιμετωπίζονται παρά μόνο με καταπολέμηση των αιτίων που τα προκαλούν, ήτοι της παράλυσης -αν όχι παντελούς απουσίας- της κρατικής εξουσίας σε καθημερινό επίπεδο, της αθρόας εισροής εξαθλιωμένων αλλοδαπών και της ενγένει επικρατούσας αίσθησης ανομίας και ανασφάλειας. Τα παραπάνω αποτελούν ορισμένα μόνο αυθεντικά προβλήματα, στα οποία η Χρυσή Αυγή απειλεί να δώσει πραγματικές απαντήσεις, την ώρα που κυβέρνηση και λοιπές κοινοβουλευτικές δυνάμεις αδρανούν, εξυφαίνοντας τον κίνδυνο να μετατραπεί η εν λόγω οργάνωση σε «ελληνική Χεζμπολάχ» (έτσι τη χαρακτήρισε ο πρώην υπουργός Ανδρέας Λοβέρδος σε τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΪ στις 12.2.2013).

Τελικά, στο χέρι της πολιτείας είναι να εκλείψουν ή έστω να μειωθούν τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα, προκειμένου να περιοριστεί σημαντικά και η ενίσχυση των άκρων.

Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αφορμή την αναθεώρηση του 2008 23/01/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει ορισμένες πτυχές ενός διαχρονικού συνταγματικού και άκρως πολιτικού ζητήματος: της αναγκαιότητας -ή όχι- ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στα πλαίσια του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.

Η σχετική συζήτηση, η οποία απασχολεί και διχάζει δημοσιολόγους και πολιτικούς κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα, επανήλθε στη σφαίρα των δημόσιων συζητήσεων με αφορμή την πρόταση αναθεώρησης που κατέθεσαν βουλευτές της ΝΔ το 2006. Η εν λόγω πρόταση δεν είχε ευτυχή κατάληξη, με αποτέλεσμα τη μη θέσπιση ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου που θα συγκέντρωνε τον έλεγχο της συνταγματικότητας, κατόπιν τροποποίησης του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Πάντως, δεδηλωμένη είναι η βούληση τόσο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά όσο και του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου προς μια εκ βάθρων συνταγματική αναθεώρηση το 2013, οπότε παρέρχεται το πενταετές κώλυμα της παραγράφου 6 του άρθρου 110 του Συντάγματος. Επομένως, ορατό είναι το ενδεχόμενο να εισβάλει εκ νέου στα πεδία της επιστημονικής και πολιτικής αντιπαράθεσης το ζήτημα της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της συγκεκριμένης μελέτης, στο εισαγωγικό κεφάλαιό της γίνεται μια ευσύνοπτη επισκόπηση στην ιστορική διαδρομή του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων. Επιπλέον, παρουσιάζεται ακροθιγώς η επιλογή του συντακτικού νομοθέτη το 1975, ο οποίος κατοχύρωσε μεν τη δομή του παραδοσιακού συστήματος, αλλά καθιέρωσε δε τη δυνατότητα ενός περιορισμένου συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου μέσω της δημιουργίας του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου.

Στο δεύτερο μέρος λαμβάνει χώρα μια αναδρομή σε παλαιότερες προτάσεις ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εκκινώντας από τη «βαθειά τομή» του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1963 και προχωρώντας στα δικτατορικά «ψευδοσυντάγματα», καταλήγει ο αναγνώστης στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Κρινόμενες εκ του αποτελέσματος, πρόκειται για αποτυχημένες απόπειρες τροποποίησης του υφιστάμενου τρόπου απονομής της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα.

Αφορμή για την ανάλυση του τρίτου τμήματος αποτέλεσε η τελευταία επίσημη πρόταση κατά την αναθεώρηση που τελικώς ολοκληρώθηκε το 2008, η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων τη μετατροπή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου σε Συνταγματικό Δικαστήριο. Αρχικά, αναφέρονται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προκείμενης πρότασης, ενώ παρατίθενται στοιχεία για την πορεία της διαδικασίας και της μεταγενέστερης αποτυχίας του αναθεωρητικού διαβήματος. Στη συνέχεια, ασκείται κριτική σε ορισμένα σημεία τής υπό εξέταση πρότασης και παράλληλα καυτηριάζεται η αδιευκρίνιστη στάση της τότε μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στο επίμετρο, αποδίδεται μια συνολική εικόνα της συνταγματικής δικαιοσύνης στη χώρα μας και εξετάζεται η αλληλεξάρτηση της διεθνούς παραμέτρου με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Τέλος, παρατίθεται μια αρκετά φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική πρόταση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία θα επέφερε ριζοσπαστική ρήξη με το ισχύον σύστημα, αν και σίγουρα δεν θα αποτελούσε πανάκεια για όλες τις ασθένειες του ελληνικού κράτους δικαίου. (περισσότερα…)

Η πρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση 23/01/2012

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
add a comment

1. Εισαγωγή(*)

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα γίνεται δεκτό ότι τα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να μην εφαρμόζουν την εκάστοτε κρινόμενη νομοθετική διάταξη, εφόσον διαπιστώνουν ότι δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Πράγματι, το σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων καθιερώθηκε νομολογιακά τόσο με τη γενέθλια υπ’ αριθμό 23/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσο και με την απόφαση-προπομπό αυτής την 18/1871, η οποία είχε δεχθεί -ειρήσθω εν παρόδω- ότι η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει αν ένας νόμος είναι ισχυρός, όταν φέρει όλους τους τύπους που απαιτεί το Σύνταγμα, εκτός αν ο νόμος είναι προφανώς αντίθετος προς αυτό. Αργότερα, ήρθε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση υπ’ αριθμό 1/1929 να κρατήσει ανάλογη στάση και έκτοτε όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας και βαθμού τήρησαν το εν λόγω σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.

Αυτή η πάγια τακτική των ελληνικών δικαστηρίων εδραζόταν όχι σε κάποια ρητή συνταγματική διάταξη, καθώς σε ορισμένα συνταγματικά κείμενα όπως του 1952 δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόβλεψη, αλλά στην πεποίθησή τους ότι ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και η απορρέουσα από αυτόν αρχή lex superior derogat legi inferiori επέβαλε τη μη εφαρμογή του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση που κρινόταν από αυτά αντισυνταγματικός.

(περισσότερα…)

Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης (βάσει του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος) 13/01/2010

Posted by Dimitris Patsikas in Εργατικό Δίκαιο, Κοινωνική Ασφάλιση, Προπτυχιακές εργασίες, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , ,
add a comment

1. Εισαγωγή(*)

Η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων στην Ελλάδα εκδηλώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (Συντ.), το οποίο προβλέπει σχετικά ότι «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Στη θεωρία γίνεται λόγος άλλοτε για θεσμική εγγύηση[1] ή συνταγματική εντολή[2] και άλλοτε για κοινωνικό δικαίωμα[3], ενώ κοινά αποδεκτή φαίνεται εξάλλου να είναι η θέση ότι η συνταγματική αυτή διάταξη δεν θεμελιώνει αγώγιμη αξίωση του ατόμου κατά του κράτους για καθορισμένη κατά το είδος και τη διάρκειά της παροχή[4]. Η θέση αυτή συνδέεται κυρίως με την κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης ως θεσμικής εγγύησης.

Ωστόσο, η θεσμική προσέγγιση της κοινωνικής ασφάλισης δεν σημαίνει αποκλειστικά μια «αντικειμενικοποίηση» του εν λόγω άρθρου, από την οποία δεν δημιουργείται καμία αγώγιμη αξίωση για τους φορείς του δικαιώματος. Από το γεγονός ότι ο θεσμός αυτός απεικονίζεται στο Σύνταγμα, έστω και μια ιδιαίτερα ασθενική και αόριστη διατύπωση, προκύπτει η δυνατότητα θεμελίωσης ενός υποκειμενικού δικαιώματος κάθε φορά που προσβάλλεται ο πυρήνας του. Η αξίωση στην περίπτωση αυτή δεν είναι αξίωση λήψης θετικών μέτρων, αλλά αξίωση παραμερισμού της αντισυνταγματικής νομοθετικής διάταξης που θίγει τα θεμελιώδη μορφολογικά γνωρίσματα της κοινωνικής ασφάλισης[5].

Άλλωστε, αγώγιμη αξίωση για συγκεκριμένη ασφαλιστική παροχή μπορεί να προκύψει και όταν η μη χορήγηση -ή η χορήγηση με περιορισμούς- της παροχής αυτής σε κατηγορία ασφαλισμένων, προσκρούει σε άλλη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, όπως η αρχή της ισότητας[6].

(περισσότερα…)

Αρέσει σε %d bloggers: