jump to navigation

Φορολογία εισοδήματος και ΦΠΑ στις συναλλαγές ηλεκτρονικού εμπορίου 27/04/2015

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιονομικό Δίκαιο, Μεταπτυχιακές εργασίες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
add a comment

Πρόλογος(*)

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να σκιαγραφηθεί ένα άκρως σύγχρονο και ολοένα πιο επίκαιρο ζήτημα: η φορολογία του ηλεκτρονικού εμπορίου. Ενόψει της πολυπλοκότητας του ηλεκτρονικού εμπορίου και ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι επηρεάζει ποικιλοτρόπως τους περισσότερους δικαιικούς κλάδους, καθίσταται σαφές ότι δεν είναι δυνατό παρά να παρουσιαστούν ορισμένες μόνο, αλλά κρίσιμες, πτυχές του. Ακριβώς αυτή είναι όμως και η γοητεία της συγκεκριμένης θεματικής, τόσο για τον ερμηνευτή του δικαίου όσο και για το νομοθέτη, οι οποίοι καλούνται -ο καθένας από τη δική του πλευρά- να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που εγείρει η επικράτηση του Διαδικτύου, ως του πρωταρχικού πλέον μέσου διενέργειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ειδικότερα, η σχετική συζήτηση για τη φορολογία του ηλεκτρονικού εμπορίου βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη ραγδαία εξάπλωση των ηλεκτρονικών συμβάσεων. Η μετατόπιση του επιχειρηματικού και καταναλωτικού ενδιαφέροντος από το συμβατικό στο ηλεκτρονικό εμπόριο μετατρέπει το τελευταίο μια εν δυνάμει σοβαρή πηγή κρατικών εσόδων, που ευλόγως παρακινεί και δελεάζει τις κατά τόπους φορολογικές αρχές να προβούν σε στοχευμένες ενέργειες, με σκοπό τη σύλληψη της νέας φορολογητέας ύλης. Πρέπει συνεπώς, να ανευρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι ώστε αφενός να προστατευθεί αυτή η δυνατότητα της εκάστοτε αρμόδιας δικαιοδοσίας να επιβάλλει και να εισπράττει φόρους και αφετέρου να μη διαταραχθεί ο κατεξοχήν ελεύθερος χαρακτήρας του Διαδικτύου, όπως εκδηλώνεται και στο εμπορικό πεδίο.

Προς την κατεύθυνση αυτή, ήτοι της αναζήτησης ισορροπημένων λύσεων, απαραίτητη κρίνεται η υπερεθνική συνεργασία, καθότι δεδομένη θεωρείται η διασυνοριακή φύση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Με άλλα λόγια, η αμοιβαία διακρατική συνεννόηση αποτελεί sine qua non προαπαιτούμενο, προκειμένου να υιοθετηθούν κάποιοι κοινά αποδεκτοί κανόνες που θα βοηθήσουν στη ρύθμιση του πλαισίου της νέας ψηφιακής οικονομίας. Το κόστος όμως αυτής της δοκιμασίας έγκειται στην αναπόφευκτη κάμψη τής -μέχρι πρότινος αδιαπραγμάτευτης- εθνικής φορολογικής κυριαρχίας, η οποία φαίνεται αδύναμη να αντιπαρατεθεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα των διαδικτυακών συμβάσεων.

Όσον αφορά στη διάρθρωση της εν λόγω μελέτης, στο πρώτο κεφάλαιό της γίνεται μια εισαγωγή στον ευρύτερο τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, με έμφαση στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του, ως του κλάδου δικαίου εκείνου που αλληλεπιδρά αμεσότερα με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Επιπλέον, παρουσιάζονται οι εγγενείς δυσχέρειες φορολογίας του ηλεκτρονικού εμπορίου, οι οποίες σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ηλεκτρονικά, αλλά και με τη δυσκολία εντοπισμού τόσο των συναλλασσομένων όσο και των συναλλαγών που αυτοί πραγματοποιούν στο Διαδίκτυο.

Στο δεύτερο μέρος, λαμβάνει χώρα μια επισκόπηση των προτάσεων, που έχουν κατά καιρούς υποβληθεί σε διεθνή κλίμακα, αναφορικά με τη φορολογία του ηλεκτρονικού εμπορίου. Μνημονεύονται οι δύο ακραίες απόψεις, αφενός της δημιουργίας ενός αφορολόγητου πεδίου διαδικτυακών συναλλαγών και αφετέρου της επιβολής ενός ειδικού φόρου κατανάλωσης στη χρήση του Διαδικτύου, οι οποίες ωστόσο δεν βρίσκουν σημαντική απήχηση στο παγκόσμιο περιβάλλον. Αντιθέτως, η διατύπωση εκ μέρους του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ορισμένων θεμελιωδών αρχών επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το κανονιστικό πλαίσιο της φορολόγησης του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως παρατηρείται και με τις πρόσφατες αλλαγές στη σχετική ελληνική νομοθεσία.

Επιπροσθέτως, στο τρίτο τμήμα προσεγγίζεται ειδικά η φορολογία εισοδήματος από ηλεκτρονικό εμπόριο. Εκκινώντας από το δίπολο μεταξύ φορολόγησης στον τόπο κατοικίας του φορολογουμένου και στον τόπο της πηγής του εισοδήματος, ακολουθεί ιδιαίτερη μνεία στο ακανθώδες θέμα της μόνιμης εγκατάστασης επιχείρησης. Πράγματι, προκαλεί μείζον ενδιαφέρον η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτήν την έννοια των επιχειρήσεων που ασκούν ηλεκτρονικό εμπόριο, διαθέτοντας ενεργή διαδικτυακή παρουσία. Παράλληλα, εξετάζεται η φορολόγηση του εισοδήματος που αποκτάται από την παραχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, μέσω ψηφιακής συναλλαγής.

Στο τέταρτο δε κεφάλαιο, η προσοχή στρέφεται στην επιβολή έμμεσης φορολογίας στις ηλεκτρονικές συμβάσεις. Τονίζεται συναφώς ότι τα σοβαρότερα εμπόδια αφορούν τη σύλληψη και τη συλλογή ΦΠΑ προερχόμενου από το online ηλεκτρονικό εμπόριο, το οποίο περιλαμβάνει τις άυλες διαδικτυακές συναλλαγές. Περαιτέρω, παρατίθενται πρακτικά παραδείγματα ώστε να καταστεί αντιληπτή η φορολογική επιβάρυνση που προκύπτει για τους συναλλασσομένους, πρωτίστως στην πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών η οποία ενέχει διασυνοριακά στοιχεία.

Τέλος, στο επίμετρο αποδίδεται μια συνοπτική εικόνα της σημερινής κατάστασης ως προς τη φορολογία των διαδικτυακών συμβάσεων και των ρεαλιστικών προοπτικών αντιμετώπισής τους, ενώ προτείνεται μια λεπτή αλλά ουσιαστική τροποποίηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου για το ηλεκτρονικό εμπόριο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
(περισσότερα…)

Advertisements

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 15/04/2015

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο, Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
2 Σχόλια

[αναδημοσίευση από «Πέμπτο και έκτο κοινό σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου», εκδ. ΕΚΠΑ, 2015, σ. 213 επ.] (*)

Προλεγόμενα

“The people’s first intention is that the State shall not perish”

JEAN-JACQUES ROUSSEAU

Η συνεχής οικονομική περιδίνηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, έχει αποτελέσει το εφαλτήριο για συνταγματικό και ευρύτερο δικαιοπολιτικό προβληματισμό. Κοινή αγωνία των συμμετεχόντων στη συζήτηση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η κατά το δυνατόν «αναίμακτη» έξοδος από την επονομαζόμενη εποχή των μνημονίων: η επάνοδος της χώρας σε συνθήκες ομαλότητας. Αμφισβητούμενος, βεβαίως, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί -ή τουλάχιστον θα επιδιωχθεί να επιτευχθεί- αυτή η επαναφορά στην κανονικότητα.

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε περίοδο έντονης κρίσης, ο άξονας του νομικού διαλόγου κινείται γύρω από το ίδιο και πάντα επίκαιρο ζήτημα: αν προέχει, ακόμα και υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η τήρηση και ο σεβασμός του Συντάγματος ως κειμένου με ακαταγώνιστη κανονιστική ισχύ ή αν είναι προτιμότερη η σωτηρία της πατρίδας, έστω και αν η εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος επιτάσσει ορισμένες φορές τον παραμερισμό συγκεκριμένων διατάξεων του θεμελιώδους καταστατικού χάρτη, επιβάλλοντας την αναβίωση ενός δικαίου της ανάγκης.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η σκιαγράφηση των απαντήσεων που δίνουν -άμεσα ή έμμεσα- στο παραπάνω ερώτημα εκείνοι που αποφασίζουν και νομοθετούν τα επώδυνα μέτρα, τα οποία συνεπάγονται πολλαπλούς περιορισμούς δικαιωμάτων με στόχο την αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. Επίσης, σχολιάζονται οι δυσχέρειες που συναντά η δικαστική εξουσία, η οποία έρχεται εκ των υστέρων να οριοθετήσει την έννοια του δημοσίου συμφέροντος και να εκτιμήσει μέχρι ποιου σημείου είναι συνταγματικά ανεκτοί αυτοί οι περιορισμοί, συνυπολογίζοντας αναπόφευκτα και το οικονομικό κόστος των αποφάσεών της.

Ειδικότερα, στο εισαγωγικό κεφάλαιο γίνεται αφενός μια προσπάθεια διασαφήνισης της αρχής «salus patriae suprema lex esto», η οποία ανέκαθεν συνιστούσε το θεωρητικό υπόβαθρο για ενδεχόμενες παραβιάσεις του Συντάγματος, και αφετέρου παρουσιάζονται ευσύνοπτα οι θεωρίες της κατάστασης εξαίρεσης και της «συνταγματικής δικτατορίας», που αποτελούν χρήσιμα μεθοδολογικά εργαλεία για την κατανόηση και τη διαχείριση των έκτακτων συνθηκών.

Στο δεύτερο μέρος διευκρινίζεται η ιδιόμορφη οικονομική κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία υποστηρίζεται ότι έχει περιέλθει η χώρα μας, καθώς και ο τρόπος προσέγγισης αυτής, τόσο εκ μέρους της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας όσο και από την πλευρά των δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, λαμβάνει χώρα μια περιληπτική αναφορά σε δικαστικές αποφάσεις που σχετίζονται με τη δημοσιονομική κρίση, με κυριότερη τη μειοψηφούσα γνώμη στη ΣτΕ 693/2011 ως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση επίκλησης της έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να δικαιολογηθούν αποκλίσεις από το ίδιο το συνταγματικό κείμενο.

Τέλος, αφού προηγηθεί μια επισκόπηση των βασικών συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την κατάσταση εξαίρεσης, ήτοι των άρθρων 48 και 44 παρ. 1 Συντ., και η διαπίστωση της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις σύγχρονες προκλήσεις, ενόψει και του ελλειμματικού δικαστικού ελέγχου των προϋποθέσεών τους, προτείνεται η εισαγωγή στο ελληνικό νομικό οπλοστάσιο ενός νέου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις περιπτώσεις διαφαινόμενης οικονομικής κατάρρευσης, διευκολύνοντας τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για τη σωτηρία της χώρας και παράλληλα καθιστώντας σαφή τα όρια του δικαστικού ελέγχου σε συνθήκες δημοσιονομικού εκτροχιασμού. (περισσότερα…)

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του ν. 3758/2009: Δημοσιονομική εξυγίανση με «παρωχημένη» νομολογία; 24/09/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Δημοσιεύσεις στο νομικό Τύπο, Δημοσιονομικό Δίκαιο, Συνταγματικό Δίκαιο.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

[Αναδημοσίευση από περιοδικό «Αρμενόπουλος», 2013, σ. 1332 επ.]

Περίληψη της απόφασης ΟλΣτΕ 1685/2013

Η έκτακτη οικονομική εισφορά του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 δεν επιβάλλει απαγορευμένη αναδρομική φορολόγηση κατά την έννοια του άρθρου 78 Συντ., διότι δεν έχει ως αντικείμενο τα εισοδήματα φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών του οικονομικού έτους 2008. Ο νομοθέτης απλώς έλαβε υπόψη του τα ενλόγω εισοδήματα ως τα πλέον πρόσφατα και ασφαλή στοιχεία διάγνωσης της (αυξημένης) φοροδοτικής ικανότητας, προκειμένου να εντοπίσει και να επιβαρύνει περισσότερο τους κατά τεκμήριο πλουσιότερους πολίτες, συνυπολογίζοντας περαιτέρω το γεγονός ότι κατά τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου δεν είχε ολοκληρωθεί η υποβολή φορολογικών δηλώσεων για το οικονομικό έτος 2009. Με αυτά τα δεδομένα, το ενλόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (μειοψ.).

Συνταγματικά επιτρεπτή η επιβολή έκτακτης εισφοράς άνευ σχετικής εγγραφής στον τακτικό προϋπολογισμό. Από τις διατάξεις του άρθρου 79 Συντ. δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα δημόσια βάρη, τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται η παρ. 2 του άρθρου 78 Συντ. (μειοψ.).

Μη προσβολή της συνταγματικής αρχής της φορολογικής ισότητας και καθολικότητας του φόρου από την επιβολή της έκτακτης εισφοράς μόνο σε φυσικά πρόσωπα (και σχολάζουσες κληρονομίες). Η μη υπαγωγή σε αυτήν των νομικών προσώπων, τα οποία πάντως επιβαρύνθηκαν με αντίστοιχες έκτακτες εισφορές στα πλαίσια της ίδιας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, δεν υπερβαίνει τα όρια του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο τρόπο και χρόνο φορολόγησης των διαφορετικών κατηγοριών φορολογουμένων και επομένως δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 Συντ. (μειοψ.).

(περισσότερα…)

Salus patriae suprema lex esto: Σκέψεις για τον δικαστικό έλεγχο σε συνθήκες «δημοσιονομικού εκτροχιασμού» 30/04/2013

Posted by Dimitris Patsikas in Μεταπτυχιακές εργασίες, Συνταγματικό Δίκαιο, Φοιτητικές μελέτες.
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
1 comment so far

Α. Η μειοψηφία της ΣτΕ 693/2011

Το έναυσμα για την παρούσα εισήγηση(*) έδωσε η μειοψηφία του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εξέτασε το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς, όπως αυτή επιβλήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Σημειωτέον ότι η παραπεμπτική στην Ολομέλεια απόφαση 693/2011 έκρινε το συγκεκριμένο μέτρο αντισυνταγματικό, διότι επιβάλλει αναδρομική φορολογία κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2, μιας από τις πλέον αυστηρές και ρητές διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος[1].

Τι είπε όμως στην προκειμένη περίπτωση η μειοψηφία: «Το Σύνταγμα ρυθμίζει καταρχήν τα της λειτουργίας του Κράτους υπό ομαλές συνθήκες. Και έχει μεν προβλέψει ειδικές ρυθμίσεις για την περίπτωση που συμβούν ορισμένες συγκεκριμένες έκτακτες καταστάσεις, όπως στο άρθρο 48 για την περίπτωση πολέμου, ούτε, όμως, από το κείμενό του, ούτε από τις σχετικές συζητήσεις στην Αναθεωρητική Βουλή προκύπτει ότι υπήρξε οποιαδήποτε πρόβλεψη για την περίπτωση διαφαινόμενου πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Εν όψει αυτών, το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την αναδρομική επιβολή “φόρου ή άλλου οποιουδήποτε οικονομικού βάρους”, παρά τη γενικόλογη αναφορά και σε “έκτακτες συνθήκες” που έγιναν κατά την ψήφισή του, δεν αντιμετώπισε και, συνεπώς, δεν αποκλείει, σε μια τέτοια περίπτωση, την αναδρομική επιβολή έκτακτης εισφοράς στους πλουσιότερους πολίτες»[2]. (περισσότερα…)

Αρέσει σε %d bloggers: